Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 347 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη, ’μυνα.




Περίληψη:
Απόπειρα ανθρωποκτονίας. Πότε υπάρχει απόπειρα. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην καταδικαστική απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει η κάθε περίπτωση. Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη μη αναφορά στο σκεπτικό από τη μη αναγραφή του αριθμού των φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο. Η πραγματογνωμοσύνη περιλαμβανόμενη στα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση και αρκεί όταν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη. ’μυνα και νομιζόμενη άμυνα. Έννοια αυτών. Η επίκλησή τους αποτελεί επίκληση αυτοτελούς ισχυρισμού και χρειάζεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του. Αν δεν προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του.




Αριθμός 347/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, περί αναιρέσεως της 5/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και του άρθρου 1 παρ. 12β' του Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλ-λόμενης 5/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος (Α.Π. 385/2006 ΝοΒ 54.1148, 69/2005 Ποιν.Δικ. 2005, 998), από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, από τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και αναγνώσθηκαν, από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν στους κατηγορουμένους, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 19-3-1995 και περί ώρα 16,00', ο Θ1 (αθίγγανος, κατά την καταγωγή) μετέβη, προς αναψυχή, με τον ομόφυλό του Φ1, σε καφετέρια (ιδιοκτησίας ...) στην πόλη της ..., όπου συναντήθηκε συμπτωματικά και απρόβλεπτα με τον επίσης αθίγγανο Ψ1 που καθόταν στην ίδια καφετέρια με την αδελφή του Δ1, με την οποία ο Θ1 συζούσε επί ένα εξάμηνο και ήδη, προ ολίγων ημερών, είχαν χωρίσει. Μόλις ο Ψ1 αντιλήφθηκε τον Θ1, που τον θεωρούσε υπαίτιο του χωρισμού, το συναίσθημα της δυσαρέσκειας ενεργοποίησε τον πόθο της ανταπόδοσης του κακού. Έτσι, αφού κάλεσε τον Θ1 να εξέλθει της καφετέριας, επιτέθηκε εναντίον του και με τους γρόνθους του κατάφερε σε αυτόν πολλαπλά κτυπήματα, κυρίως στο σπλαγχνικό κρανίο, με αποτέλεσμα να του προξενήσει σωματικές κακώσεις, που χαρακτηρίστηκαν απλές. Τελικά με την παρέμβαση των υπολοίπων θαμώνων του καταστήματος και κυρίως του ως άνω Φ1, φίλου και ομόφυλου του Θ1, απομακρύνθηκε ο τελευταίος και μεταφέρθηκε, με το αυτοκίνητο του Φ1 στην οικία του στον οικισμό αθίγγανων (στην περιφερειακή οδό ...), ενώ στη συνέχεια και ο δράστης του επεισοδίου (Ψ1) μεταφέρθηκε και αυτός, από τον ..., στην οικία του, στον ίδιο οικισμό, όπου διέμενε με την οικογένεια του. Είναι γνωστό ότι τα αρχέγονα ήθη που διατηρούνται σε πολλούς οικισμούς αθίγγανων αδυνατούν να χαλιναγωγήσουν το ορμέφυτο της εκδίκησης. Έτσι τα δύο αδέλφια, Δ2 (περί του οποίου όμως ήδη δεν πρόκειται) και Χ1 (1ος των κατηγορουμένων), τέκνα του Π1 (2ου των κατηγορουμένων) και θείοι του ως άνω Θ1, μόλις πληροφορήθηκαν το περιστατικό του ξυλοδαρμού και αντίκρισαν αιμόφυρτο τον ανεψιό τους, αποφάσισαν, χωρίς δισταγμό και προβληματισμό, να ανταποδώσουν το κακό, γι' αυτό και μετέβησαν στην οικία του Ψ2 (αδελφού του Ψ1) και τον απείλησαν με καραμπίνα ότι θα τον σκοτώσουν. Όταν τα ανήλικα τέκνα του Ψ2 αντιλήφθηκαν τον σοβαρό κίνδυνο που διέτρεχε ο πατέρας τους, προσέτρεξαν στην οικία του παππού τους Ψ3 (πατέρα του Ψ2 και του Ψ1) και ενημέρωσαν αυτόν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας (μεταξύ των οποίων και τον Ψ1) για τις απειλές σε βάρος του πατέρα τους. Επακολούθησαν, αφενός μεν ξυλοδαρμός του Δ2 από τον Ψ1 και αφετέρου πυροβολισμοί εναντίον του δευτέρου από τον πρώτο, περιστατικά όμως περί των οποίων ήδη δεν πρόκειται. Στη συνέχεια, και ενώ ο Ψ1 (πολιτικώς ενάγων), αποφεύγοντας τις πέντε βολές από το πιστόλι του Δ2 έσπευδε, τρέχοντας, προς την οικία του αδελφού του (Ψ2), κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος κρατώντας μία κυνηγετική καραμπίνα, άγνωστου τύπου, με φυσίγγια, καιροφυλακτούσε κρυμμένος πίσω από ένα μεγάλο δένδρο πλησίον της οικίας του αδελφού του Δ2, αποφάσισε και πυροβόλησε από κοντινή απόσταση (15 περίπου μέτρων), βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ανθρωποκτόνο πρόθεση εναντίον του Ψ1, με αποτέλεσμα τα σκάγια της καραμπίνας να πλήξουν τον παθόντα - πολιτικώς ενάγοντα στην οπίσθια αριστερή ωμοπλατιαία χώρα, προκαλώντας του "πύλες εισόδου χόνδρων διάσπαρτες στην επιφάνεια της ράχης και εντός της αριστερής πήχης καθώς και χόνδρους εντός των προσθίων και οπισθίων θωρακικών τοιχωμάτων και αιμοπνευμοθώρακα άμφω>, δηλαδή βαριές σωματικές κακώσεις. Τελικώς ο κατηγορούμενος Χ1 δεν πέτυχε τον ανθρωποκτόνο σκοπό του, δηλαδή να σκοτώσει τον Ψ1, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, καθόσον ο βαριά τραυματισθείς παθών μεταφέρθηκε αμέσως από τους συγγενείς του στο Κρατικό Νοσοκομείο της πόλεως και υποβλήθηκε σε επιτυχή χειρουργική επέμβαση. Έτσι ο παθών επιβίωσε, όχι μόνο χάρη στη γερή κράση του, αλλά και διότι μεταφέρθηκε εγκαίρως στο νοσοκομείο (πρβλ ΑΠ 587/1987 Π.Χρ. ΛΖ'529, ΑΠ 626/1986 Π.Χρ. ΑΣΤ'706). Το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Από τα προαναφερόμενα και ιδίως από την επικινδυνότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου και του μέρους του σώματος που επλήγη, προκύπτει ο ανθρωποκτόνος σκοπός του δράστη. Περαιτέρω το προμελετημένο του δόλου, που αποκλείει τον βρασμό ψυχικής ορμής (βλ. ΑΠ 809/1997 Π.Χρ. ΜΗ' 248), επιβεβαιώνεται ιδίως από το ότι: α) δεν είχε προηγηθεί κανένα επεισόδιο μεταξύ του εν λόγω κατηγ/νου Χ1 και του παθόντος, έτσι ώστε να προκληθεί ψυχική υπερδιέγερση και β) ο ανωτέρω κατηγ/νος, που παραμόνευε κρυμμένος τη διέλευση του παθόντος, σκόπευσε και πυροβόλησε, με ψυχραιμία, από μικρή απόσταση, αυτόν (παθόντα) τη στιγμή που ο τελευταίος έτρεχε να σωθεί από τις βολές που του έριχνε ο Δ2 αδελφός του ως άνω δράστη. Από τον συνήγορο του κατηγορουμένου Χ1 έγινε επίκληση των άρθρων 22, 25, 32, 299 παρ. 2 και 84 παρ.2 εδ. α', δ' και ε' του Π.Κ. Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή δεν συνοδεύονται με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους (βλ. ΑΠ 1434/2002 Ποιν.Δικ. Τομ. 5ος σελ. 112, ΑΠ 385/1998 Π.Χρ. ΜΗ'991, ΑΠ 78/1998 Π.Χρ. ΜΗ'741), διότι δεν αρκεί η απλή επανάληψη της έκφρασης του νόμου (ΑΠ 90/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ1453) και περαιτέρω είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον, αναφορικά με τον προτεινόμενο βρασμό ψυχής, διαπιστώθηκε προμελέτη που αποκλείει τον βρασμό. Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), αφού δεν προέκυψε επίθεση ενεργός από την πλευρά του παθόντος, ώστε να δικαιολογείται άμυνα από την πλευρά του κατηγορουμένου Χ1, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο παθών έτρεχε να σωθεί από τους πυροβολισμούς που έριχνε εναντίον του ο αδελφός του δράστη Δ2. Ούτε, εξάλλου, δικαιολογείται, σε καμία περίπτωση, η ύπαρξη νομιζόμενης άμυνας, όπως αβασίμως υποστηρίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο και τον καταλογισμό (άρθρα 25 και 32 ΠΚ), αφού, ενόψει των προαναφερομένων, δεν προέκυψε ότι υπήρξε κίνδυνος, παρών και αναπότρεπτος με άλλα μέσα. Τέλος, αναφορικά με την επίκληση των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος μέχρι την πράξη έζησε έντιμο οικογενειακό κ.λπ. βίο (βλ. ΑΠ 1157/1996 Π.Χρ. ΛΣΤ'997) ούτε επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, αφού η δήλωσή του ότι "τον σημάδεψα μόνο στο χέρι να τον κτυπήσω), δεν θεμελιώνει τον ισχυρισμό περί ειλικρινούς μεταμέλειας του δράστη ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (ΑΠ 803/1988 Π.Χρ. ΛΘ'31), ενώ δεν προέκυψε ότι η διαγωγή του στην κοινωνία ήταν τέτοια, ώστε να δικαιολογείται η παροχή της ελαφρυντικής περίπτωσης του εδαφ. ε' της παραγρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ (ΑΠ 268/1996 Π.Χρ. ΜΣΤ 1646). Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο Χ1 αυτοτελείς ισχυρισμοί και να κηρυχθεί αυτός ένοχος όχι επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που προτείνει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αλλά απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφάσισε και τέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση". Στη συνέχεια, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 83, 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ3, Δ1., ..., Θ1,. ..., ... , ... και Δ2, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξετάσθηκαν ενόρκως, στο ακροατήριο, την ανωμοτί, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ1, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, .... Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν ΜΟΕ Ιωαννίνων, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του έγγραφα και δη φωτογραφίες, η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς ούτε στα πρακτικά ούτε στο αιτιολογικό της αποφάσεως, με συνέπεια να γεννάται αμφιβολία ως προς το αν αυτές οι φωτογραφίες επιδείχθηκαν στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ώστε να ασκήσει το δικαίωμά του υποβολής παρατηρήσεων, που του παρέχει η ΚΠΔ 358 και συγκεκριμένα, από τα πρακτικά και το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτει ούτε ο αριθμός ούτε το περιεχόμενο των φωτογραφιών που του επιδείχθηκαν, με συνέπεια, να προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, λόγω μη τηρήσεως της διατάξεως που κατοχυρώνει το κατά την ΚΠΔ 358 δικαίωμα υπερασπίσεώς του. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την ανάγνωση των εγγράφων αναφέρεται "επίσης θεωρήθηκαν, επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης οι ευρισκόμενες στη δικογραφία φωτογραφίες", στο σκεπτικό δε της αποφάσεως, εκτός των άλλων στοιχείων, με βάση τα οποία το άνω Δικαστήριο στηρίχθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αναφέρεται "από τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν στους κατηγορουμένους". Έτσι, προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις άνω φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν από αυτό και δεν επήλθε καμμία ακυρότητα και μάλιστα απόλυτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, έστω και αν δεν αναφέρεται ο αριθμός των φωτογραφιών αυτών. Επίσης, δεν στερήθηκε ο τελευταίος κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμά του, με συνέπεια, ο στηριζόμενος στην έλλειψη αυτή από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, να είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία υπήρχαν στη δικογραφία και εξετάστηκαν κατά την ενώπιόν του διαδικασία. Ειδικότερα, μεταξύ των εξετασθέντων αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονταν η από 21.3.1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Κ1 και πέντε ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2, οι οποίες αναγνώσθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τις σελίδες 17 και 18 των πρακτικών αυτής (αριθμοί 2 και 3 των αναγνωσθέντων εγγράφων). Οι εκθέσεις αυτές συνιστούσαν γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι οποίοι είχαν διορισθεί με έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Ασφαλείας ..., προκειμένου να διενεργήσουν προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη. Η τελευταία διατάχθηκε κατά το άρθρο 187 ΚΠΔ στη διάρκεια της αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως. Όμως οι εκθέσεις αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη από το ΜΟΕ Ιωαννίνων κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Η αναφορά στη σελίδα αυτή περί λήψεως υπόψη των εγγράφων "που αναφέρονται στα πρακτικά και αναγνώστηκαν" δεν σημαίνει ότι λήφθηκαν υπόψη και οι περί ων ο λόγος εκθέσεις. Αυτές δεν συνιστούσαν απλά έγγραφα, αλλά γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, δηλαδή διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, η λήψη υπόψη των οποίων θα έπρεπε να προκύπτει από ειδική αναφορά, μη ούσης αρκετής της αναφοράς στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, εκτός άλλων, και: 1) η από 21.3.1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Κ1 και 2) οι από 23.3.1995 πέντε (5) ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2. Από την επισκόπηση των ιατροδικαστικών αυτών εκθέσεων, προκύπτει ότι μόνον η πρώτη από αυτές, αφορά τον παθόντα και έχει συνταχθεί από τον ιατρό Κ1, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Αστυνομικού Τμήματος ... (Ασφαλείας), που διενεργούσε προανακριτικές πράξεις για την τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα πράξη. Έχει συνταχθεί κατά την ΚΠΔ 183 και, ως πραγματογνωμοσύνη, αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων. Οι λοιπές πέντε (5) ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Κ2, έχουν συνταχθεί κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Τμήματος Ασφαλείας ... και αφορούν τους εξετασθέντες, ..., ..., Ψ3, ... και ..., που είχαν εμπλακεί σε επεισόδιο με τους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, Π1 και .... Έτσι, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε υποχρέωση μόνο την πρώτη από τις άνω ιατροδικαστικές εκθέσεις, αυτή του ιατρού Κ1, να αναφέρει στο σκεπτικό του, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει. Όμως, από το όλο περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής, συνάγεται ότι λήφθηκε αυτή υπόψη και συνεκτιμήθηκε, αφού αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, μέσα σε εισαγωγικά, οι σωματικές κακώσεις που υπέστη ο παθών, Ψ1, από τον πυροβολισμό του με το όπλο από τον κατηγορούμενο, όπως ακριβώς, οι κακώσεις αυτές περιγράφονται από τον ιατρό στην άνω ιατροδικαστική έκθεσή του. Οι λοιπές ιατροδικαστικές εκθέσεις αναφέρονται στην απόφαση ως έγγραφα και, ως τέτοια, συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρεσείων προβάλλει επίσης την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του, περί νομιζόμενης άμυνας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο &3 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι διέπραξε την αξιόποινη πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, η οποία αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως κατά το άρθρο 22 ΠΚ και είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. Εξάλλου, νομιζόμενη άμυνα υπάρχει όταν ο επιτιθέμενος συνεπεία πλάνης υπολαμβάνει ως συντρέχοντες τους πραγματικούς όρους της καταστάσεως άμυνας, ως λ.χ. υπολαμβάνει ότι υφίσταται παρούσα και άδικη επίθεση από τον Α, ενώ στα αλήθεια αυτός, ουδεμία κατ' αυτού επιχειρεί επίθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δράστης είναι κριτέος κατά τις αρχές της πραγματικής πλάνης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβαλε δια του συνηγόρου του, εκτός των άλλων, και τον ισχυρισμό, κατά πιστή αντιγραφή αυτού από τα πρακτικά, ότι "θα πρέπει να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς του, λόγω άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), διότι τα όσα έγιναν μέσα στην κατοικία του Δ2, ο οποίος είναι αδελφός του, έδωσαν την πεποίθηση σ' αυτόν, ότι έγινε φονικό εντός της κατοικίας του (Δ2) και, εξερχόμενος ο δράστης της οικίας του, αληθώς, επίστεψε ακράδαντα ότι ήρθε και η σειρά του. Πίστευε λοιπόν, ακράδαντα, ότι η επίθεση ήταν άδικη, ήταν δε η επίθεση παρούσα και ότι έπρεπε να αμυνθεί, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, εναντίον του. ’λλως νομιζόμενη κατάσταση άμυνας. Και αν ακόμη δεν ήθελε ο Ψ1 να τον σκοτώσει, πίστεψε ακράδαντα ότι είχε έρθει η σειρά του". Τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, κύριον και επικουρικό, απέρριψε το δικάσαν ΜΟΕ, "προεχόντως ως απαράδεκτους, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή δεν συνοδεύονται με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, διότι δεν αρκεί η απλή επανάληψη της έκφρασης του νόμου. Περαιτέρω δε, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ), αφού δεν προέκυψε επίθεση ενεργός από την πλευρά του παθόντος, ώστε να δικαιολογείται άμυνα από την πλευρά του κατηγορουμένου, Χ1, καθόσον ο παθών έτρεχε να σωθεί από τους πυροβολισμούς που έριχνε εναντίον του ο αδελφός του δράστη, Δ2. Ούτε, εξάλλου, δικαιολογείται, σε καμμία περίπτωση, η ύπαρξη νομιζόμενης άμυνας, όπως αβασίμως υποστηρίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου". Η αιτιολογία αυτή απορρίψεως του επικουρικού άνω ισχυρισμού, αν και δεν είχε υποχρέωση σε αυτή το Δικαστήριο να απαντήσει, λόγω του απαραδέκτου από την αοριστία του, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον αναφέρει τα περιστατικά που αναιρούν το περιεχόμενο των άνω προβληθέντων από τον κατηγορούμενο ισχυρισμών, που οδήγησαν στην αρνητική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφενός λόγω μη λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφετέρου λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί νομιζόμενης άμυνας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2007 (αριθ. πρωτ. 3290/11.4.2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή