Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1946 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ψευδής καταμήνυση.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο, μετά από την κατάθεση του κάθε μάρτυρα κατηγορίας να προβεί σε δηλώσεις κλπ, χωρίς αίτημα. Αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος. Αναγνώστηκαν οκτώ έγγραφα και από παραδρομή αναγράφεται «το έγγραφο που διαβάστηκε». Εξάλλου, ανεγνώσθη η πρωτόδικη απόφαση, όπου περιλαμβάνονται τα έγγραφα αυτά και έχει την έννοια ότι ανεγνώσθη το περιεχόμενό τους. Αιτιολογείται η γνώση της αναληθείας, η οποία στηρίζεται στην επικαλούμενη δική του αντίληψη. Απορρίπτει.




Αριθμός 1946/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 435/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 23 Απριλίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1114/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την μη παροχή από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα κατηγορίας και υπερασπίσεως, να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 229 § 1 του ΠΚ, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για τα οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί του παραπάνω εγκλήματος του αρθρ. 229 § 1 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του.
Περαιτέρω, ύπαρξη αμέσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ανεγνώσθησαν: 1) Αντίγραφο της υπ' αρίθμ.4878/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών (πρόκειται για την πρωτόδικη απόφαση), 2) Η από 8-9-2003 επιστολή του Παναγιώτη Τατούδη, 3) Η από 3-12-2003 απόφαση Αστυνομικού Διευθυντή Σερρών, 4) Η από 20-11-2003 αναφορά του Αστυνομικού Υποδιευθυντή Σερρών προς την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, 5) Δύο ανώνυμες επιστολές, 6) Η από 10-12-2004 αναφορά προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, 7) Φωτοτυπία από το φύλλο της 25-5-2004 της Εφημερίδας "Σημερινή", 8) Φωτοτυπίες από φύλλα της εφημερίδας "Σερραϊκό Θάρρος". Στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του "την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που κατέθεσαν ένορκα στο ακροατήριο, το έγγραφο που διαβάστηκε στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως". Από την περικοπή αυτή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω έγγραφα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο. Η αναφορά στην παραπάνω περικοπή ότι ελήφθη υπόψη "το έγγραφο που διαβάστηκε στο ακροατήριο", ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ανεγνώσθησαν οκτώ έγγραφα, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Εξάλλου, και με την εκδοχή που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι ελήφθη υπόψη μόνο η αναγνωσθείσα πρωτόδικη υπ' αριθμ. 4878/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της όλα τα ανωτέρω έγγραφα. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω απόφασης, στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου ανεγνώσθησαν όλα τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που προαναφέρθηκε, έχει την έννοια και της αναγνώσεως του περιεχομένου των αναφερομένων σ' αυτή εγγράφων.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως που αιτιάται έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 435/2007 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ότι, από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος , ο οποίος είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και διετέλεσε δήμαρχος ... του Ν. Σερρών κατά την περίοδο 1998-2002, απέστειλε, στις 8-9-2003, την ακόλουθη επιστολή του στην Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, στην οποία ανέφερε ότι ο εγκαλών Ψ, Διευθυντής του Αστυνομικού Τμήματος (Α.Τ.) ..., ενήργησε κατά τον ακόλουθο τρόπο, που συνιστά πειθαρχική παράβαση, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των δημοτικών εκλογών του έτους 2002 και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο πολιτικώς ενάγων κατά την περίοδο αυτή βοήθησε τη σύζυγό του ως υποψήφια δημοτική σύμβουλο στο Δήμο ... Σερρών, με το να βρίσκεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως στα χωριά του εν λόγω Δήμου, κάνοντας λυσσαλέο αγώνα για την εκλογή της, ότι υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, ότι ανέφερε για τον κατηγορούμενο, ως τότε Δήμαρχο ..., ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ο πολιτικώς ενάγων κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά και κατά την προεκλογική περίοδο, με ένα αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα, ότι ο πολιτικώς ενάγων έκανε κάποιες απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου. Όλα τα παραπάνω όμως αποδεικνύονται ψευδή από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα δε, είναι αλήθεια ότι η σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος ήταν υποψήφια δημοτική σύμβουλος του Δήμου ... κατά την ίδια προεκλογική περίοδο του έτους 2002, κατά την οποία είχε θέσει υποψηφιότητα και ο κατηγορούμενος. Κατά την περίοδο εκείνη ο πολιτικώς ενάγων συμπαραστάθηκε στη σύζυγό του, όπως ήταν αναμενόμενο και όφειλε από τη συζυγική σχέση, χωρίς όμως η συμπεριφορά του να μπορεί να χαρακτηριστεί "λυσσαλέος αγώνας επί εικοσιτετραώρου βάσεως", στον οποίο άλλωστε (αγώνα) δεν θα μπορούσε να επιδοθεί, λόγω και των υπηρεσιακών του υποχρεώσεων, ως διοικητού του Α.Τ. ..., η οποία απέχει 30 χιλιόμετρα από την περιοχή του Δήμου ... . Στο χωριό "...", το οποίο ανήκει στον ανωτέρω Δήμο, έμενε η μητέρα του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και βρίσκονται αγροί του, τους οποίους φροντίζει, λόγοι για τους οποίους αυτός το επισκεπτόταν συχνά. Κατά τις επισκέψεις του στην εκλογική περίοδο του έτους 2002 καθόταν στην καφετέρια του χωριού και συμμετείχε στις συζητήσεις, με αφορμή την επικαιρότητα των εκλογών. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο όμως δεν προκύπτει ότι τηρούσε ψηφοθηρική στάση υπέρ της εκλογής της συζύγου του. Τέτοια στάση δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνόδευσε μερικές φορές τη σύζυγό του στις προεκλογικές της δραστηριότητες. Ακόμη , το γεγονός ότι ζήτησε από το μάρτυρα Α, συνυποψήφιο της συζύγου του, να την ψηφίσει, όπως κατέθεσε ο ίδιος στο ακροατήριο, δεν σημαίνει και συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος στην προεκλογική της κίνηση. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται συνεχής και επίμονη συμπεριφορά αυτού, η οποία να κατευθύνεται στην εκλογική νίκη της συζύγου του, όπως την αποδίδουν οι παραπάνω εκφράσεις της επιστολής. Τη συμπεριφορά του μάλιστα αυτή χαρακτηρίζουν οι εξετασθέντες μάρτυρες στο ακροατήριο ο μεν Β "κανονική", ο Α "φυσιολογική". Ακόμη, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, δεδομένου και ότι αυτό δεν υπέπεσε στην αντίληψη κανενός, ενώ αντίθετα , αν ο πολιτικώς ενάγων έδινε οποιαδήποτε παράνομη υπόσχεση, είναι προφανές, αλλά και προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων ότι θα γινόταν γνωστό αμέσως στη μικρή κοινωνία του χωριού. Περαιτέρω, ο πολιτικώς ενάγων είχε ένα αυτοκίνητο, τύπου ΖΑSTAVΑ, χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, ακινητοποιημένο στην αυλή της οικίας της μητέρας του, στο άνω χωριό. Το όχημα όμως αυτό, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι κινήθηκε οδηγούμενο από τον πολιτικώς ενάγοντα, άλλωστε η οδήγησή του θα γινόταν ευχερώς αντιληπτή και γνωστή στους κατοίκους του χωριού, αν συνέβαινε, ή θα διαπιστωνόταν από τον αστυνομικό έλεγχο. Εξάλλου, ούτε απειλητικές δηλώσεις εις βάρος του κατηγορουμένου έκανε ο πολιτικώς ενάγων. Ο μάρτυρας Α κατέθεσε στο ακροατήριο ότι ο πολιτικώς ενάγων σε κάποια από τις συζητήσεις στο καφενείο, πιέζοντάς τον να συμμετέχει σε συνδυασμό του είπε με μίσος, "αν σε είχα στο ... δύο φορές την ημέρα θα σ' έδερνα". Το περιστατικό αυτό , όμως, και με την παραδοχή ότι συνέβη και ο πολιτικώς ενάγων απηύθυνε απειλή, δεν αφορά τον κατηγορούμενο, αλλά τον πιο πάνω μάρτυρα. Πέραν αυτού καμία απειλητική συμπεριφορά του ανωτέρω προς τον κατηγορούμενο έλαβε χώρα, άλλωστε ούτε ο ίδιος αναφέρθηκε στην απολογία του σε κάποια απειλή του πολιτικώς ενάγοντος. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο πολιτικώς ενάγων ανέφερε και μάλιστα ενώπιον τρίτων ότι ο κατηγορούμενος είναι άχρηστος και ανίκανος. Υπό τις περιστάσεις αυτές αποδεικνύονται ψευδή τα παραπάνω, τα οποία ανέφερε ο κατηγορούμενος στην εν λόγω επιστολή του, τα οποία γνώριζε αυτός και εν τούτοις τα περιέλαβε σ' αυτή. Τούτο δε το έπραξε για να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία και πράγματι προκάλεσε (βλ. την από 20-11-2003 αναφορά του Αστυνομικού Υποδιευθυντή Γ προς την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών και την από 3-12-03 απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Σερρών Δ, με την οποία τέθηκε από πειθαρχικής πλευράς η υπόθεση στο αρχείο), τόσο λόγω της πολιτικής αντιπαλότητας με τη σύζυγο αυτού, όσο και για να τον εκδικηθεί, επειδή είχε πληροφορίες ότι είχε κατηγορηθεί απ' αυτόν ως άχρηστος και ανίκανος. Πρέπει, κατά συνέπεια να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη".
Με τις σκέψεις αυτές ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος του ότι: "στις ..., στις 8-9-2003, εν γνώσει του ανέφερε για άλλον ενώπιον της αρχής ψευδώς ότι τέλεσε πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Συγκεκριμένα, "στον πιο πάνω τόπο και χρόνο απέστειλε επιστολή στην Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών και έτσι στο Διευθυντή αυτής γνωστοποίησε ότι ο εγκαλών Ψ, ως Διευθυντής του Α.Τ. ..., κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των δημοτικών εκλογών του έτους 2002 βοήθησε τη σύζυγό του, ως υποψήφια δημοτική σύμβουλο στο Δήμο ... Σερρών, με το να βρίσκεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως στα χωριά του εν λόγω Δήμου, κάνοντας λυσσαλέο αγώνα για την εκλογή της, ότι υποσχόταν ειδική μεταχείριση στις παραβάσεις των πολιτών, ότι ανέφερε για τον κατηγορούμενο ως τότε Δήμαρχο ... ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ο εγκαλών κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά κατά την προεκλογική περίοδο, με ένα αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα, ότι ο εγκαλών έκανε κάποιες απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθώς η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών Ψ δεν ανέπτυξε δημόσιες πρωτοβουλίες υποστήριξης της συζύγου του κατά την προεκλογική περίοδο του έτους 2002 σε ότι αφορά την εκλογή της ως υποψήφια δημοτική σύμβουλος του Δήμου ..., ότι ουδέποτε υποσχέθηκε σε τρίτο, ειδική μεταχείριση από την πλευρά του ως Διευθυντής του Α.Τ. ..., ότι ουδέποτε ανέφερε σε άλλα άτομα ότι ο κατηγορούμενος, ως δήμαρχος ..., ήταν άχρηστος και ανίκανος, ότι ουδέποτε ο εγκαλών έθεσε σε κυκλοφορία, ως οδηγός, όχημα χωρίς κρατικές πινακίδες, ότι ουδέποτε ο εγκαλών προέβη σε απειλητικές δηλώσεις σε άλλα άτομα εναντίον του κατηγορουμένου. Ο δε σκοπός του κατηγορουμένου, με βάση όσα ανέφερε με την ανωτέρω επιστολή του, ήταν να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη βάρος του προαναφερθέντος εγκαλούντος για το παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς αυτού ως Διευθυντή Α.Τ. ...".
Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τη γνώση από τον αναιρεσείοντα της αναλήθειας των καταμηνυθέντων από αυτόν πραγματικών περιστατικών υπάρχει πλήρης αιτιολογία από τη σαφή παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων προέβη στην ψευδή καταμήνυση του εγκαλούντος γνωρίζοντας την αναλήθεια των καταμηνυθέντων, "τόσο λόγω της πολιτικής αντιπαλότητας με τη σύζυγο αυτού, όσο και για να τον εκδικηθεί, επειδή είχε πληροφορίες ότι είχε κατηγορηθεί από αυτόν ότι ήταν άχρηστος και ανίκανος", ενώ, περαιτέρω η ίδια γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές του ισχυρισμού του ότι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων "κυκλοφορούσε το τελευταίο διάστημα, αλλά και κατά την προεκλογική περίοδο με ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και ότι ο ίδιος τον είδε τουλάχιστον πέντε φορές να κυκλοφορεί με το άνευ πινακίδων όχημα", αιτιολογείται πλήρως από το ότι ο ισχυρισμός αυτός φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη, παραδοχή, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη θεμελίωση του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2007 αίτηση του Χ και τους από 23-4-2008 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 435/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή