Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 818 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Παραχάραξη.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για παραχάραξη. Απορρίπτει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 818/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, περί αναιρέσεως της 2307/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2053/07.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 207 εδ. α' του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2948/2001), ''όποιος παραποιεί ή νοθεύει ελληνικό ή ξένο μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή''. Με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2948/2001, ορίσθηκε ελάχιστο όριο κάθειρξης τουλάχιστον δέκα έτη. Η διάταξη όμως αυτή είναι δυσμενέστερη της προηγούμενης, στην οποία δεν οριζόταν κατώτατο όριο κάθειρξης και δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που έχουν τελεσθεί προ της ισχύος του νόμου αυτού. Νόμισμα είναι το μέσο πληρωμής, που εκδίδεται από το κράτος ή εξουσιοδοτημένη από αυτό υπηρεσία ως φορέας αξίας και είναι προορισμένο για κυκλοφορία στις δημόσιες συναλλαγές. Νοείται τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό νόμισμα, εφόσον αυτό έχει στο κράτος της έκδοσής του νόμιμη κυκλοφορία. Θεωρείται δε τέτοια, η αναγνώρισή του από την έννομη τάξη του κράτους της έκδοσής του, ως υποχρεωτικού φορέα αξίας και ως υποχρεωτικού μέσου πληρωμής κατά τις συναλλαγές. Υπό την έννοια δε αυτή, το δολλάριο των ΗΠΑ μπορεί να αποτελεί νόμισμα, εφόσον έχει νόμιμη κυκλοφορία, στο κράτος της έκδοσης του, το ζήτημα δε αυτό είναι πάντως πραγματικό. Πρόκειται για έγκλημα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, η παραποίηση δηλαδή, η νόθευση και η προμήθεια, δεν μπορεί να εναλλαχθούν, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, υπάρχουν περισσότερα αυτοτελή εγκλήματα και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, για έγκλημα δηλαδή σκοπού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της παραχάραξης, που απαιτείται σκοπός θέσεως του παραχαραγμένου νομίσματος σε κυκλοφορία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Και στα μικτά εγκλήματα, όπως και η παραχάραξη, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος εκ των πλειόνων τρόπων (παραποίηση ή νόθευση ή προμήθεια), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη ή αν πρόκειται για πλείονες τρόπους τέλεσης και ποίους. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους (ονόματα μαρτύρων κ.λ.π.) και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2307/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της παραχάραξης (προμήθεια παραχαραγμένων ξένων χαρτονομισμάτων), με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) Ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της προμήθειας παραχαραγμένων νομισμάτων, όπως ειδικότερα η πράξη αυτή περιγράφεται στο διατακτικό. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτός την 29-5-99 προμηθεύθηκε στην ....... Αττικής από τρίτο άτομο τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, 1099 χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων Η.Π.Α. το καθένα, συνολικής ονομαστικής αξίας (με βάση την επίσημη ισοτιμία δολλαρίου - δραχμής) 34.069.000 δραχμών, τα οποία είχε καταρτίσει τρίτο πρόσωπο εξ αρχής, χωρίς να δικαιούται σ' αυτό με την μέθοδο OFFSET, δεδομένου ότι η απόδοση των λεπτών γραμμώσεων χαράξεως ήταν μειονεκτική, το χαρτί που χρησιμοποιήθηκε ήτα περίπου ίσου πάχους με αυτό των γνησίων χαρτονομισμάτων, αλλά κοινής εμπορικής χρήσης, ουδεμία σχέση έχον με το γνήσιο χρησιμοποιούμενο χαρτί ασφαλείας, είχε γίνει επιφανειακή χρωματική απομίμηση των ινών ασφαλείας, καθώς και απομίμηση της γραμμής ασφαλείας και του υδατογραφήματος (βλ. αναγνωσθείσα ως άνω έκθεση εργαστηριακής εξέτασης), κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτά ήταν ικανά να δίνουν την εντύπωση γνησίων και αληθινών χαρτονομισμάτων στο ανύποπτο συναλλασόμενο. Στην προμήθεια αυτών, τα οποία έφεραν τους διαλαμβανόμενους στο διατακτικό αριθμούς, προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια. Τα παραχαραγμένα αυτά χαρτονομίσματα βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου κατά γενόμενη εκεί νομότυπη έρευνα και κατασχέθηκαν (βλ. αναγνωστέα ως άνω έκθεση κατ οίκον έρευνας και κατάσχεσης). Ο κατηγορούμενος τόσον στον Ανακριτή, όσον και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με το υποβληθέν σημείωμά του που περιέχει και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ισχυρίζεται ότι τα χαρτονομίσματα αυτά του τα έδωσε ένας Αλβανός με το όνομα "......." που εργαζόταν στο κατάστημά του (καφετέρια) για να τα φυλάξει καθ' όσον έφευγε για την Αλβανία, και ότι ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) δεν γνώριζε ότι ήταν παραποιημένα. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος και είναι απορριπτέος, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προσδιόρισε τα στοιχεία του Αλβανού αυτού παρά το γεγονός ότι εργαζόταν στο κατάστημά του, και συνδεόταν με τέτοια σχέση εμπιστοσύνης που δικαιολογούσε "την φύλαξη" των εν λόγω πλαστών χαρτονομισμάτων, ονομαστικής αξίας 34.069.000 δρχ. και περαιτέρω πώς είναι δυνατόν ο αγνώστων στοιχείων Αλβανός να αδιαφόρησε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (έτος περίπου) και να μην επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για την παραλαβή των "φυλασσομένων" χαρτονομισμάτων.
Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης ( ΠΚ) που περιέχεται στο σημείωμά του που υπέβαλε στο δικαστήριο αυτό (βλ. πρακτικά του), και συνίσταται στο γεγονός ότι πίστευε πώς τα επίδικα χαρτονομίσματα που κατείχε ήταν απλές φωτοτυπίες και όχι παραχαραγμένα, ανεξαρτήτως του ότι δεν θεμελιώνει τον νομικό ισχυρισμό της νομικής πλάνης, αλλά αυτόν της πραγματικής πλάνης (30 ΠΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία, διότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε ότι τα χαρτονομίσματα ήταν παραχαραγμένα και γι' αυτό τα είχε προμηθευτεί με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία, ως γνήσια χαρτονομίσματα, (γι' αυτό τα κατείχε στο σπίτι του), ήταν δε αυτά κατάλληλα να παραπλανήσουν έναν ανυποψίαστο συναλλασόμενο και τούτο το γνώριζε ο κατηγορούμενος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, αστυνομικοί, οι καταθέσεις των οποίων όχι μόνον δεν αναιρούνται ούτε καν τίθενται σε αμφιβολία από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, αλλά απεναντίας ενισχύονται από τα αναγνωστέα ως άνω έγγραφα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, και αυτόν του άρθρου 94 παρ. 2 α Π.Κ. που του αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο αυτό. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση για την πράξη που αναφέρθηκε και του επέβαλε τις επίσης αναφερόμενες ποινές. III. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό και όσα αναφέρονται στο διατακτικό και παραδεκτώς συμπληρώνουν το σκεπτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 207 εδ. α' του Π.Κ., την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία, ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, δηλαδή η προμήθεια των δολλαρίων, καθώς και ο περαιτέρω σκοπός, συνιστάμενος στην θέση σε κυκλοφορία των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων σαν γνήσιων. Αναφέρεται επίσης, ότι πρόκειται για Αμερικανικό χαρτονόμισμα, που έχει στο κράτος της έκδοσής του νόμιμη κυκλοφορία, υπό την έννοια ότι αυτό αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη του, ως υποχρεωτικός φορέας αξίας και ως υποχρεωτικό μέσο πληρωμής κατά τις συναλλαγές. Δεν αποτελεί δε καθόλου η αιτιολογία αντιγραφή του διατακτικού της απόφασης, ούτε αυτή είναι τυπική, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται. Επίσης σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τους λόγους αναιρέσεως λοιπές αιτιάσεις : 1)ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθορίζεται από πού προκύπτει η "επίσημη" ισοτιμία των πλαστών χαρτονομισμάτων με το Ελληνικό νόμισμα ούτε και ποίας ημερομηνίας "επίσημη" ισοτιμία έλαβε υπόψη αυτή (απόφαση) και 2)ότι στο σκεπτικό και το διατακτικό υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις καθόσον ενώ στο σκεπτικό και στην αρχή του διατακτικού αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων προμηθεύτηκε 1099 πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων ΗΠΑ στην αριθμητική και ονομαστική τους παράθεση στο διατακτικό τα πλαστά αυτά χαρτονομίσματα είναι 1089, είναι απορριπτέες η πρώτη ως απαράδεκτη διότι στην πραγματικότητα ψέγεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου που δεν υπόκειται στο αναιρετικό έλεγχο σε κάθε δε περίπτωση η προσαπτομένη πλημμέλεια δεν αφορά στοιχεία της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και η δεύτερη ως αβάσιμη δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντίφαση ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενόψει του ότι αναγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό οι αριθμοσειρές και τα τεμάχια των πλαστών χαρτονομισμάτων των 100 δολλαρίων ΗΠΑ που ανέρχονται σε 1089 και από προφανή παραδρομή ανεγράφησαν στο σκεπτικό και στην αρχή του διατακτικού ως 1099 σε κάθε δε περίπτωση η προμήθεια 1089 πλαστών χαρτονομισμάτων των 100 δολλαρίων ΗΠΑ με σκοπό τη διάθεση δεν αφορά προμήθεια ασήμαντης ποσότητας ή πολύ μικρής αξίας παραποιημένων χαρτονομισμάτων ώστε να χαρακτηριστεί η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως ιδιαίτερα ελαφρά περίπτωση (πλημμέλημα). Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙV. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30η Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2307/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή