Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2000 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι αφ’ ενός μεν δεν προκύπτει αναφορά και αξιολόγηση εγγράφου, το οποίο επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά και διότι δεν απορρίπτεται με επαρκή αιτιολογία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αναφορικά με την ιδιότητά του ως εργοταξιάρχη, η απόδειξη της οποίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την καθίδρυση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεώς του αναιρεσείοντος στην λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τα οποία κατηγορήθηκε ότι δεν τα έλαβε.




Αριθμός 2000/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξίου, περί αναιρέσεως της 754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1625/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Δεκεμβρίου 2000, οι Α, Β και Γ εργαζόντουσαν ως εργάτες στο υπό ανέγερση ΓΠΝ Αλεξανδρούπολης, στην περιοχή "Δραγάνα" και συγκεκριμένα με αντικείμενο εργασίας την τοποθέτηση υαλοπινάκων θερμομονωτικών στην οροφή του κτιρίου, που ήταν κεκλιμένη. Κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής, η οποία είχε αρχίσει προ δύο ημερών από την ως άνω ημερομηνία, ενώ οι προαναφερόμενοι εργάτες βρισκόντουσαν σε ικρίωμα που υφίστατο σε ύψος 16 μέτρων από το έδαφος, το δάπεδο υποχώρησε, λόγω του βάρους υαλοπινάκων που προστέθηκαν, με αποτέλεσμα να καταπέσουν αυτοί στο έδαφος και να υποστούν σωματικές κακώσεις. Συγκεκριμένα, υπέστησαν, ο Α θλαστικές εκδορές των μαλακών μορίων κατά τη δεξιά μετωπιαία χώρα και αριστερά πλάγια επιφάνεια του θώρακά του, θλαστική εκχύμωση των μαλακών μορίων στα βλέφαρα του δεξιού οφθαλμού, κάταγμα οστών δεξιού βραχίονα και αριστερής ωμοπλάτης και θλάσεις των μαλακών μορίων κατά την οσφυϊκή χώρα, ο Β, θλαστικές εκδορές των μαλακών μορίων του δεξιού αντιβραχίου, του αριστερού γόνατος και δεξιάς κνήμης, θλαστική εξάρθρωση του αριστερού ώμου με εξοίδηση και εκχυμώσεις των μαλακών μορίων, χροιάς ερυθροκυανής μερική απόσπαση όνυχος πρώτου δακτύλου αριστερού άκρου και θλάσεις των μαλακών μορίων του αριστερού ημιθωρακίου και ο Γ θλάσεις μαλακών μορίων κατά το αριστερό ημιθωράκιο και αριστερό ώμο και ρήξη εσωπλαγίου συνδέσμου δεξιάς άρθρωσης του γόνατος. Το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια των εκκαλούντων κατηγορουμένων, η οποία συνίσταται στο ότι ο εξ αυτών, Χ2, ως υπεύθυνος της εγκαταστάσεως της εξέδρας εργασίας και συναρμολόγησης του ικριώματος και ο έτερος, Χ1, ως εργοταξιάρχης και επιβλέπων μηχανικός, δεν επέδειξαν την προσοχή, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και από την ιδιότητά τους και δεν προέβλεψαν τα αποτελέσματα από την πράξη τους, έτσι ώστε το συναρμολογηθέν ικρίωμα και δάπεδο εργασίας να έχει την απαιτούμενη δυνατότητα να αντέξει το βάρος των εργαζόμενων και των αντικειμένων που θα υπήρχαν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν αρνούνται τα αίτια της πτώσεις και του τραυματισμού των εν λόγω εργατών, προβάλλουν ότι υπεύθυνος της κατασκευής του δαπέδου τούτου ήταν ο Δ. Πλην όμως, από τα ως άνω στοιχεία, προέκυψε ότι ο τελευταίος είχε αναλάβει την τοποθέτηση των υαλοπινάκων, αλλά το ικρίωμα κατασκευάστηκε με μέριμνα της κοινοπραξίας, για λογαριασμό της οποίας εργαζόντουσαν οι κατηγορούμενοι και, συνεπώς, αυτός ο ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Αλλά και ο άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου Α, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα μετά την αποχώρηση αυτού από το έργο, κατά το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τούτο δε, καθόσον, όπως ο ίδιος βεβαίωσε, απολογούμενος, την ημερομηνία του ατυχήματος βρισκόταν στο γραφείο του, στην ..., ενώ και έγγραφα που απεστέλλοντο προς την κοινοπραξία, απευθύνονταν προς εκείνον. Συνακόλουθα, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των προκληθεισών στους ως άνω εργάτες σωματικών βλαβών από αμέλεια, που επέδειξαν αυτοί". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα (καθώς και τον συγκατηγορούμενό του, Χ2, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση), ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέσθηκε από πρόσωπο υπόχρεο, λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, για κάθε σωματική βλάβη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη, κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε, διότι, απορρίπτεται ο στηριζόμενος σε έγγραφο, το οποίο υποβλήθηκε και αναγνώσθηκε και δεν αναφέρεται ως αξιολογηθέν, υπερασπιστικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, το ατύχημα έλαβε χώρα μετά την αποχώρησή του από το έργο, κατά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (2000), με μόνη την παραπάνω αιτιολογία, διότι δηλαδή ο ίδιος βρισκόταν στην ..., στο γραφείο του, τα δε διάφορα έγγραφα που στέλνονταν στην κοινοπραξία απευθύνονταν στην κοινοπραξία. Η αιτιολογία αυτή κρίνεται ατελής και ανεπαρκής, διότι αφ' ενός μεν δεν προκύπτει αναφορά και αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά και διότι απορρίπτεται με όχι επαρκή αιτιολογία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αναφορικά με την ιδιότητά του ως εργοταξιάρχη, η απόδειξη της οποίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την καθίδρυση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος στην λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, για τα οποία κατηγορήθηκε ότι δεν τα έλαβε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε αναφορά με τη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως και της προελεύσεώς της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 754/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή