Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1877 / 2008    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Πραγματογνωμοσύνη διαταχθείσα από τον Ανακριτή. Αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν συγκαταλέγεται στα έγγραφα. Εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη μια τέτοια πραγματογνωμοσύνη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1877/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 166/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον ............., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 20/3-4-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/2008.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2. Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα απ' αυτόν δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτικά και αφορά τα κυριότερα απ'αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτά υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην απολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Ναυπλίου, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις του μηνυτού, των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά, σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από ....... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ........, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του Ανακριτή Ναυπλίου, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερομένη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω απόφασης (προσβαλλομένης), όπου προσδιορίζονται και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με το υπόμνημα που υπέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου. Ενόψει αυτών η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και συνεπώς πρέπει, εφόσον η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ, δεύτερος λόγος με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, παρελκούσης της έρευνας, των λοιπών δύο λόγων αναίρεσης (πρώτου και τρίτου).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 166/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Ναυπλίου. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή