Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 891 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.




Περίληψη:
Παραίτηση από την ασκηθείσα αναίρεση, η οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να ερευνηθεί αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα.




Αριθμός 891/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., κατοίκου ...., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10779/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.11.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1895/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την σχετική δικογραφία και την 416/9.12.2008 έκθεση παραιτήσεως από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 574/17.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, την από 6-11-08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., Βουλγαρικής υπηκοότητας, κατά της 10.779/05 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της κατά της 68949/01 απόφασης του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, το οποίο την καταδίκασε για υπεξαγωγή εγγράφου και μαστροπεία [άρθρα 222 και 349 ΠΚ],σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών και σε χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. και εκθέτω τα ακόλουθα:
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.[ΑΠ.6/05 ΟΛΟΜ-ΔΙΚ. 05/1598, Π.ΛΟΓ 05/57, Π.Δ/ΝΗ 05/804]
3-Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα μετά την άσκηση της εισαγόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δια της ειδικής πληρεξούσιας δικηγόρου Αθηνών Γεωργίας Μανδάλη παραιτήθηκε απ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 475 ΚΠΔ, με δήλωση της ανωτέρω αντιπροσώπου του ενώπιον της γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Αθηνών, από την οποία συντάχθηκε η οικεία 416/9-12-08 έκθεση, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 151 και 474 ΚΠΔ.
4-Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου και να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε.

ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η από 6-11-08 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., Βουλγαρικής υπηκοότητας, κατά της 10.779/05 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, και
Β-Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενον την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε νομότυπα από την από 6.11.2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που έγινε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Γεωργίας Μάνδαλη ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 10779/2005 απόφαση, για την οποία (παραίτηση) συντάχθηκε η από με αριθμό 416/9.12.2008 σχετική έκθεση. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως, χωρίς προηγουμένως να ερευνηθεί το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αυτής, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2008 αίτηση της ...., κατοίκου ....και ήδη κρατουμένης στις γυναικείες δικαστικές φυλακές του ...., για αναίρεση της 10779/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή