Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2467 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αναίρεση βουλεύματος για το λόγο ότι λήφθηκε υπόψη πραγματογνωμοσύνη χωρίς να γνωστοποιηθεί το όνομα του πραγματογνώμονα στον κατηγορούμενο.




Αριθμός 2467/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 644/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 315/9-6-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 6/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X κατά του υπ'αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Σύρου και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χίου με το υπ'αριθμ. 88/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρο 306 § § ια και 2β Π.Κ.). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων την υπ'αριθμ. 5/2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε τοπροσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία. Κατά το εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο (άρθρα 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια Κ.Π.Δ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003), διότι ναι μεν ασκήθηκε στις 3-4-2008, ενώ επιδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα στη σύνοικο πεθερά του αναιρεσείοντος A στις 4-3-2008, ήτοι μετά τη δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 § 1 Κ.Π.Δ., πλην όμως συνεπεία της άννοιας από την οποία πάσχει η πεθερά του (δείτε την από 24-3-2008 βεβαίωση του ιατρού παθολόγου της Χίου .....), το λησμόνησε και δεν ανεκοίνωσε ούτε παρέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα στον αναιρεσείοντα, γεγονός που αποτελεί εν προκειμένω γεγονός ανωτέρας βίας για τον τελευταίο. (Δείτε και ΑΠ 848/2005 Π.Χρ.ΝΣΤ/37). 'Ελαβε δε γνώση του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων στις 25-3-2008 όταν τυχαία το ανεύρε στην οικία του και άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 3-4-2008. Διαλαμβάνονται δε περαιτέρω στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 306 § § ια και 2β Π.Κ., της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 § ια, β και δ' Κ.Π.Δ.).
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιβ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (δείτε και ΑΠ 431/07 Π.Χρ. ΝΖ/502). Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών ( ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 π.Χρ.ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627). Από τις διατάξεις των άρθρων 192 και 204 § § 1 και 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που ενεργεί την ανάκριση δεν είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στους διαδίκους τους πραγματογνώμονες που διορίζει σε περίπτωση που επιβάλλεται άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, όπως και στην περίπτωση που διατάσσεται από αυτόν η διενέργεια προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 187 του ιδίου Κώδικα (ΑΠ 1808/1988 ΝοΒ 1989/479). Κατά το άρθρο 306 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο, που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή, να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του Π.Κ., αν από την έκθεση προκληθεί από αμέλεια του δράστη βαριά βλάβη της υγείας του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν δε προκληθεί θάνατος, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τη διάταξη της παρ. 1 προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, συγκροτείται με δύο τρόπους: α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αυτός αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια) και β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λ.π. του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου "καθιστά αβοήθητο", "αφήνει αβοήθητο" σημαίνει ότι και στις δυο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της έκθεσης σε στενή έννοια, υπάρχει, όταν με θετική ενέργεια (ή παράλειψη), το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικά ασφαλή θέση σε μία ανασφαλή, χωρίς να απαιτείται τοπική μετακίνηση του θύματος, και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο η ζωή και η υγεία του (βλ. Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, Εγκλήματα διακινδύνευσης της ανθρώπινης ζωής, σελ. 68 έκδοση 1974). Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, συνίσταται στη δημιουργία όρων με τους οποίους αρχίζει μια αυτοδύναμη διαδικασία που θα οδηγήσει σε βλάβη του εννόμου αγαθού της ζωής ή της υγείας, αν δεν ανακοπεί με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως είναι αδιάφορο, εάν το θύμα τελικά διασωθεί με την παρέμβαση τρίτων ή από τύχη. Και τούτο, γιατί στα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, στα οποία εντάσσεται και η έκθεση, η συμπεριφορά του δράστη εξαντλείται στην πρόκληση του κινδύνου και δεν συνδέεται με την επέλευση της βλάβης. Απαιτείται, ακόμη, να συντρέχει και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος, ο οποίος θεωρείται ότι υπάρχει, όταν μπορούμε να φανταστούμε ότι, αν δεν ελάμβανε χώρα η ενέργεια του δράστη ή δεν παραλειπόταν η επιβεβλημένη ενέργειά του, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή η κατάσταση κινδύνου, στη μεν έκθεση σε στενή έννοια, δεν θα επερχόταν, στην δε έκθεση σε ευρεία έννοια, η οποία τελείται με παράλειψη, η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα ήρετο. Για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκθεσης, απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο έστω και ενδεχόμενο (Α.Π. 500/2003 Ποιν.Χρ. ΝΓ/122 κ.ά.), να γνωρίζει, δηλαδή, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι ο παθών, στην πρώτη περίπτωση (έκθεση σε στενή έννοια) περιάγεται με την ενέργειά του σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του, στη δεύτερη δε περίπτωση, ότι ο παθών βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του και θέλει ή αποδέχεται, στην πρώτη περίπτωση να προβεί στην ενέργεια (ή την παράλειψη) από την οποία δημιουργείται η ως άνω κατάσταση κινδύνου, στη δεύτερη δε περίπτωση, να παραλείψει να προβεί στη λυτρωτική για τον παθόντα ενέργεια, οσάκις ο δράστης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος, ενώ για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, απαιτείται περαιτέρω υποκειμενικώς, πλην του ως άνω βασικού δόλου ως προς την έκθεση και αμέλεια του δράστη, ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα (άρθρ. 28 Π.Κ.) του θανάτου ή της βαριάς βλάβης της υγείας του παθόντος. (Συμ. Α.Π. 1959/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ/2007 σ. 201). Περαιτέρω, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατόν το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο ποινικός κώδικας ακολούθησε την θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατόν το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεπεία της ενεργείας του ή της παραλείψεώς του, αφετέρου δε ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα αποδείξεως και δεν προκαθορίζεται από τον βαθμό της πιθανότητας με την οποία προεβλέφθη το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από την διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατόν, προχώρησε στην πράξη του, δίχως να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση. Η έννοια του δόλου, είτε άμεσου, είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντος εγκληματικού αποτελέσματος. Τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι στενώς συνδεδεμένα και ισότιμα μεταξύ τους και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, από τυχόν παραλείψεις του δράστη ή ελλείψεις ενός πράγματος, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαρειά ή ελαφριά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμελείας. Προσαπαιτείται επίσης και διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, που προέβλεψε και εντεύθεν επεδοκίμασε. Επί τη βάσει των προδιαληφθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, όταν δεν δύναται, κατ'αντικειμενική κρίση, να καταφαθεί και το βουλητικό στοιχείο προθέσεως, όπως συμβαίνει, όταν δεν προκύπτει οποιοδήποτε λογικό κίνητρο του υπαίτιου προς διάπραξη ενός εκ δόλου εγκλήματος (Α.Π. 1269/2006, 2032/2004, 1661/2004, Ποιν. Δικ. 2006 με παρατηρήσεις Κ. Βαθιώτη, Ποιν. Χρ. ΝΕ/734, Πράξη και Λόγος Π.Δ. 2004 σελ. 379 αντιστ. κ.ά, Κ. Βαθιώτη, Ναυάγιον ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μιάς νέας αρχής) δια τον ενδεχόμενον δόλον, Ποιν. Χρ. ΜΕ/363 επ., πρόταση Αντεισαγγελέα Α.Π. Α. Ζύγουρα στην υπ'αριθμ. 1959/2006 (Σε Συμβούλιο) απόφαση του Α.Π.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη και μη συνειδητή. Ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης, λόγω μη καταβολής της προσήκουσας προσοχής, προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί, διότι είτε ελπίζει (ενσυνείδητη αμέλεια α' βαθμού, βλ. Α.Π. 1519/1987 Ποιν. Χρ. ΛΗ', σ.211), είτε πιστεύει (ενσυνείδητη αμέλεια β'βαθμού) ότι δεν θα επέλθει. Μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν προέβλεψε καθόλου το εγκληματικό αποτέλεσμα (Α.Π. 300/1998 Ποιν.Χρ. ΜΗ', 909, Α.Π. 1600/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ', 870, Α.Π. 1124/1995 Ποιν.Χρ. ΜΣΤ', 490 Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο-2004, 311, Πολ. Τσιρίδης, ο ενδεχόμενος δόλος- θεωρία και Πρακτική, Ποιν. Χρ. ΜΒ', 961 επ.). Επομένως, ο ενδεχόμενος δόλος διαφέρει από τη συνειδητή αμέλεια, κατά το ότι στη δεύτερη ο δράστης, παρόλο που προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του, ελπίζει ή πιστεύει ότι θα το αποφύγει, δηλαδή δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα αλλά ενεργεί "εξ αφροντιστίας". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό πρόταση του παρ' αυτώ εισαγγελέα, δέχθηκε ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση (και την συμπληρωματική) και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, και ειδικότερα από τις ληφθείσες, κατά την διενέργεια αυτών, μαρτυρικές καταθέσεις, την από 17/2/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ....., σε συνδυασμό με όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13/2/2005 και περί ώρα 11.00 το Ε/Γ-Ο/Γ "....." (νηολογίου Πειραιά .....) με πλοίαρχο τον κατηγορούμενο X κατέπλευσε στον λιμένα Ψαρών, εκτελώντας προγραμματισμένο δρομολόγιο Χίος-Ψαρά. Περί ώρα 12.00 της ίδιας ημέρας εξεδόθη δελτίο καιρού της ΕΜΥ (άνεμοι ΝΔ 7-8 BF), βάσει δε αυτού ο Λ/Σ Ψαρών απαγόρευσε τον απόπλου του ως άνω πλοίου. Στις 14/2/2005 οι άνεμοι ενισχύθηκαν σε ΝΔ 8-9 BF, ενώ από τις 23.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας η έντασή τους αυξήθηκε σε Ν-ΝΔ 9-10 BF. Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών το πλήρωμα ήταν σε κατάσταση ετοιμότητας και η πρόσδεση του πλοίου ενισχυόταν με πρόσθετους κάβους καθόλη τη διάρκεια της νύκτας. Ο B που ήταν ναυτολογημένος στο εν λόγω πλοίο ως μηχανοδηγός Β', αφού τελείωσε τη βάρδια του (20.00 - 24.00), εξήλθε του πλοίου, αφού πήρε άδεια από τον κατηγορούμενο X, και πήγε στην οικογενειακή του εστία στα Ψαρά (όπου και είχε γεννηθεί) για να διανυκτερεύσει εκτός πλοίου μέχρι την επόμενη το πρωί (της 15ης-2-2005), οπότε και θα αναλάμβανε βάρδια από τις 08.00 το πρωί έως τις 12.00. Περί την 01.00 ώρα της 15/2/2005 έσπασε ο πρώτος κάβος στην πρύμνη και όλο το πλήρωμα κινητοποιήθηκε ευρισκόμενο στις θέσεις του, ενισχύοντας περαιτέρω τους κάβους πρόσδεσης, καθώς και οι καιρικές συνθήκες γίνονταν ολοένα και πιο δυσχερείς και υπήρχε ιδιαίτερα υψηλός κυματισμός (τα κύματα έφθαναν τα 10 μέτρα). Το πρωί της 15/2/2005 και περί ώρα 08.00 ο B επιχείρησε να φθάσει στο πλοίο "....." που παρέμενε δεμένο στο λιμάνι των Ψαρών, έχοντας μάλιστα προηγουμένως επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον πλοίαρχο, ο οποίος του ζήτησε να τους φέρει ερχόμενος στο πλοίο προμήθειες φαγητού, γιατί δεν είχαν κατορθώσει να αποβιβαστούν στο λιμάνι. Ωστόσο, η ένταση των κυμάτων ήταν τέτοια που δεν επέτρεψε στον B να φτάσει στην προβλήτα του λιμανιού και, γι'αυτό το λόγο, επέστρεψε στο καφενείο της παραλίας και από εκεί επικοινώνησε μέσω του κινητού του τηλεφώνου με τον κατηγορούμενο πλοίαρχο και τον ενημέρωσε ότι ήταν αδύνατη η προσέγγιση στο πλοίο. Εν τω μεταξύ (και όσο περίμενε ο θανών B στο καφενείο της παραλίας αναμένοντας τη βελτίωση των καιρικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την πρόσβαση στην προβλήτα του λιμανιού και την επιβίβαση στο πλοίο) οι άνεμοι, αντί να εξασθενούν, γίνονταν ισχυρότεροι, με αποτέλεσμα να γίνεται θραύση (σταδιακά) και άλλων κάβων του πλοίου και στην πρύμνη και στην πλώρη, οι οποίοι αντικαθίσταντο με άλλους από το πλήρωμά του, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και δυο συρματόσκοινα που επίσης έσπασαν. Ο κατηγορούμενος πλοίαρχος ήλθε τότε σε επικοινωνία με τους τοπικούς φορείς του νησιού ζητώντας οποιαδήποτε δυνατή βοήθεια. Για το σκοπό αυτό γύρω στις 10.00 το πρωί της 15/2/2005 είχε επιχειρηθεί με όχημα Φ/Γ ιδιώτη να μεταφερθούν στο πλοίο συρματόσκοινα προς ενίσχυση των κάβων, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθόσον λόγω της κακοκαιρίας και του έντονου κυματισμού, το όχημα δεν κατέφερε να εισέλθει από τον καταπέλτη του πλοίου και κατόπιν τούτου έφυγε. Στη συνεχεία, περί ώρα 10.55 π.μ. ώρα, ο ίδιος ο πλοίαρχος (όπως ισχυρίσθηκε) μαζί με ένα μέλος του πληρώματος (το ναύτη Γ 61 ετών) κατέβηκαν για να δέσουν τους κάβους, αλλά η θαλασσοταραχή ήταν τόσο έντονη, ώστε ο ναύτης να πέσει και να "στραμπουλίξει" το δεξί του πόδι, ο ίδιος δε ο πλοίαρχος σημείωσε στο ημερολόγιο γέφυρας ότι λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν κατέστη δυνατόν να μεταφερθεί ο ανωτέρω ναύτης στο Αγροτικό Ιατρείο Ψαρών, αλλά δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες από το Λ/Σ Ψαρών μέσω VHF. Μετά και την προαναφερθείσα ανεπιτυχή προσπάθεια προσδέσεως του πλοίου με πρόσθετους κάβους, λόγων των αντίξοων και επικίνδυνων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, ο κατηγορούμενος πλοίαρχος X ειδοποίησε τηλεφωνικά τόσο τις τοπικές αρχές του νησιού όσο και τις Λιμενικές Αρχές ζητώντας βοήθεια, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο γέφυρας, στο οποίο αναφέρεται ότι ο πλοίαρχος ζήτησε βοήθεια γύρω στις 13.30 το μεσημέρι της 15/2/2005 από λιμενικές αρχές και τοπικούς παράγοντες, η οποία όμως δεν του παρασχέθηκε, όπως ο ίδιος σημειώνει, ενώ κατά τις 13.40 ώρα το πλοίο πλέον συγκρατούνταν από έναν κάβο. Εν τω μεταξύ, στο λιμένα των Ψαρών και σε ασφαλή απόσταση από το πλοίο είχαν συγκεντρωθεί κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούσαν τις προσπάθειες του πληρώματος του πλοίου να το συγκρατήσουν στη θέση του και να αποφευχθεί η προσάραξη του στα αβαθή του λιμανιού. Παρ'όλη αυτήν την κατάσταση και ενώ υπήρχε διαρκής επιδείνωση των καιρικών συνθηκών και οι άνεμοι είχαν πλέον φθάσει τα 11 BF (βλ. ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου) και είχε γίνει πλέον σαφές και εμπράκτως σε όλους, ιδιαιτέρα δε στον έμπειρο κατηγορούμενο πλοίαρχο, ότι κανένας δεν θα επιχειρούσε να τους βοηθήσει διότι το πρωτοφανές φαινόμενο της κακοκαιρίας είχε δημιουργήσει συνθήκες που δεν επέτρεπαν σε κανέναν να πλησιάσει το πλοίο χωρίς κίνδυνο της ζωής του, περί ώρα 14.00' στις 15/2/2005 ο πλοίαρχος X τηλεφώνησε στον θανόντα B και επίμονα του ζήτησε να βοηθήσει από ξηράς στην ενίσχυση πρόσδεσης των κάβων, γιατί το πλοίο ήταν πλέον έρμαιο των κυμάτων. Ο τελευταίος αρχικά αρνήθηκε, γνωρίζοντας τη μεγάλη επικινδυνότητα του σχετικού εγχειρήματος, την αρχική δε αυτή άρνησή του ενίσχυαν και με τις προς τούτο συμβουλές τους όσοι βρίσκονταν πλησίον του και παρακολουθούσαν τα διαδραματιζόμενα, οι οποίοι τον απέτρεπαν να προβεί σε μία τέτοια επικίνδυνη ενέργεια για την ίδια του τη ζωή (βλ. καταθέσεις όλων των παρευρισκομένων, ήτοι Δ - καβοδέτη, Ε-ναυτικού, Ζ-ναυτικού, Η-συνταξιούχου NAT). Όμως, μετά από όλες τις επανειλημμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος φορτικά τον πίεζε, επισείοντας μέχρι και το ενδεχόμενο απόλυσής του, αν δεν πλησιάσει προς το πλοίο για να δέσει κάβους, ο Β θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εκτελέσει την εντολή που του είχε δώσει ο πλοίαρχος, διότι πλέον κινδύνευε να χάσει την εργασία του. Στην τελευταία τους τηλεφωνική επικοινωνία, ο B φάνηκε ταραγμένος και πιεσμένος, γεγονός για το οποίο καταθέτουν όσα πρόσωπα ήταν κοντά του, στα οποία, εξομολογήθηκε ότι δεχόταν πιέσεις να πάει στο πλοίο και να δέσει κάβους, ενώ όλοι του συνιστούσαν να το αποφύγει λόγω του ότι αναπόδραστα θα εξέθετε σε κίνδυνο την ζωή του. Την επικοινωνία αυτή και την κλήση για βοήθεια την αποδέχθηκε ως γεγονός και ο ίδιος ο πλοίαρχος (ο οποίος όμως προσθέτει ότι ζήτησε τη συνδρομή του θανόντος μόνον όταν οι καιρικές συνθήκες θα του επέτρεπαν να την παράσχει με ασφάλεια) αλλά και όσοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του (βλ. σχετικά και το ημερολόγιο γέφυρας, στο οποίο φαίνεται ότι μίλησαν τόσο την πρώτη φορά που πλησίασε το πλοίο, όσο και πριν από τη δεύτερη μοιραία για τον θανόντα φορά, κατά την οποία ο πλοίαρχος ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι τον απέτρεψε). Επισημαίνεται, ότι λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, μετά από την πρωινή αποτυχημένη προσπάθεια του ιδιωτικού Φ/Γ αυτοκινήτου να προσεγγίσει το πλοίο για να ενισχύσει την προσπάθεια καβοδέτησης, καμμία άλλη βοήθεια δεν είχε προσφερθεί από κάποια δημόσια ή δημοτική αρχή, αλλά ούτε και ο καβοδέτης των πλοίων Δ ήθελε να πλησιάσει, διότι σχημάτισε τη γνώμη ότι υπήρχε κίνδυνος να χάσει τη ζωή του (βλ. την από 22/2/2005 προανακριτική του κατάθεση). 'Ετσι και παρά τις αποτρεπτικές για το εγχείρημα συστάσεις των φίλων και των παρευρισκομένων, οι οποίοι εφοβούντο και θεωρούσαν ότι ήταν άκρως επικίνδυνα με τέτοιας έντασης ανέμους και κύματα που έφθαναν και τα δεκαπέντε μέτρα, ο θανών, υπό το κράτος της ψυχολογικής πίεσης και του φόβου απώλειας της εργασίας του, κατευθύνθηκε τελικά προς το πλοίο με σκοπό να προσπαθήσει να ενισχύσει τους κάβους. Στην αρχή ο B επιχείρησε να προσεγγίσει το πλοίο χωρίς όμως να το κατορθώσει λόγω των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών (υψηλός κυματισμός που υπερέβαινε και την προβλήτα - βλ. αναφορά Λιμεναρχείου Χίου της 19/5/2005). Στη συνεχεία επιχείρησε για δεύτερη φορά να προσεγγίσει το πλοίο και, αφού φόρεσε το αδιάβροχο του και δέθηκε με ένα λεπτό σχοινάκι στη μέση του (για μεγαλύτερη ασφάλεια) προχώρησε προς την προβλήτα και πέτυχε να δέσει ένα πρυμναίο κάβο και στη συνέχεια προσπάθησε να δέσει και ένα δεύτερο κάβο. Όμως, κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής προσπάθειας ένα κύμα με τεράστια δύναμη ήρθε και τον πέταξε κάτω στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού, επιφέροντας μάλιστα σοβαρές και μοιραίες σωματικές βλάβες, εν συνεχεία δε ένα άλλο κύμα τον παρέσυρε στη θάλασσα στο εσωτερικό μέρος του λιμανιού των Ψαρών. Οι κάτοικοι που βρίσκονταν στο λιμάνι εκείνη την στιγμή τον είδαν για λίγο να κολυμπάει και ακολούθως να παρασύρεται από τα κύματα με μεγάλη ταχύτητα μακριά από το πλοίο προς τον εσωτερικό μόλο του λιμένα. Από την ξηρά οι κάτοικοι των Ψαρών προσπάθησαν να τον σώσουν ρίχνοντάς του κουλούρα με σκοινί και ένας από αυτούς ο Θ έπεσε στη θάλασσα για να τον βοηθήσει. Αφού τον έφτασε, διαπίστωσε ότι είχε αρχίσει να βουλιάζει γιατί είχε χάσει τις αισθήσεις του και τον έπιασε από το αδιάβροχο που φορούσε, όμως ισχυρά ρεύματα παρέσυραν και τους δύο μέχρι που βούτηξε στη θάλασσα και ένας άλλος Ψαριανός. ο Ι κρατώντας ένα σκοινί και αφού έδεσαν τον B κατάφεραν να τον τραβήξουν στη στεριά. Αρχικά τον μετέφεραν αναίσθητο στην προκυμαία και από εκεί τον μετέφεραν με ασθενοφόρο στο Αγροτικό Ιατρείο Ψαρών, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Όπως προέκυψε από την με ημερομηνία 17/2/2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ..... ο θάνατος του B οφείλεται σε εγκεφαλική αιμορραγία προερχόμενη από κάταγμα της βάσης κρανίου, το οποίο προκλήθηκε από σφοδρή πρόσκρουση στη μετωπορινική χώρα.
Συνεπώς ο θάνατος δεν προήλθε από πνιγμό, αλλά οφείλεται στη βίαιη πρόσκρουση του θανόντος στην τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού συνεπεία του χτυπήματος που δέχθηκε από τα τεράστια κύματα στην προσπάθειά του να δέσει το δεύτερο κάβο. Ο κατηγορούμενος πλοίαρχος ως παλιός και έμπειρος ναυτικός, όταν τηλεφώνησε στον B και του έδωσε την εντολή (επισείοντας και τον κίνδυνο απόλυσής του) να πλησιάσει το πλοίο για να ενισχύσει τους κάβους, είχε επίγνωση ότι το εγχείρημα αυτό ήταν άκρως επικίνδυνο για τη ζωή του τελευταίου, διότι τα κύματα ξεπερνούσαν τα δέκα (10) μέτρα και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον χτυπήσουν και να τον παρασύρουν στη θάλασσα, εντεύθεν δε να περιέλθει σε κατάσταση αβοήθητη έναντι κινδύνου για τη ζωή του, εν τούτοις αποδέχθηκε την αβοήθητη αυτή κατάσταση και το ενδεχόμενο κινδύνου για τη ζωή του θανόντος (δόλος διακινδύνευση), με την έννοια, ότι συγκατατέθηκε σ'αυτά, αδιαφορήσας παντελώς για την επέλευσή του, έστω και αν δεν το επιθυμούσε, ελπίζοντας μόνο, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι δεν θα επέλθει. Στην εγκληματική αυτή συμπεριφορά τον εξώθησε το αίσθημα ανασφάλειας για τον ίδιο και το πλοίο του, που αισθάνθηκε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, καμμία αρχή (δημόσια ή δημοτική) ή ιδιώτης δεν προσφέρθηκε ή έστω δεν δέχθηκε να τον βοηθήσει, ενόψει των προαναφερθέντων κινδύνων και η επιθυμία της αποτροπής επέλευσης ζημιών στο πλοίο από ενδεχόμενη προσάραξή του στα αβαθή του λιμένα των Ψαρών. Επομένως η έκθεση, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, οφείλεται σε πρόθεση του ανωτέρω κατηγορουμένου υπό την μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Αλλά το ως άνω βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θάνατος του B, που επήλθε από την πράξη αυτή του κατηγορουμένου, δεν περιείχετο στην πρόθεσή του, οφείλεται όμως σε συνειδητή αμέλειά του, δηλαδή σε έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό την παραπάνω ιδιότητά του (ως πλοιάρχου), τις προσωπικές του ικανότητες και εμπειρίες να καταβάλει, συνεπεία της οποίας, μετά την χρονική στιγμή της αποτυχημένης πρώτης προσπάθειας προσέγγισης του πλοίου από τον θανόντα λόγω του έντονου κυματισμού της θάλασσας (ύψος κυμάτων που υπερέβαινε τα δέκα και έφθαναν τα δεκαπέντε μέτρα που χτυπούσαν την προβλήτα υπερβαίνοντάς την), παρέλειψε να συστήσει στον θανόντα να μην ξαναπροσπαθήσει και μάλιστα επανειλημμένα (μία φορά δένοντας ένα πρυμναίο κάβο και την δεύτερη (και μοιραία) προσπαθώντας να τοποθετήσει και δεύτερο κάβο στη δέστρα που είχε αμέσως προηγουμένως τοποθετήσει κάτω από το πλοίο για να το σταθεροποιήσει) παρόλο που προέβλεψε ότι μπορούσαν τα τεράστια κύματα που χτυπούσαν την προβλήτα του λιμανιού να τον παρασύρουν και να προσκρούσει σ'αυτήν (προβλήτα), με μοιραία επακόλουθα τον θάνατό τους όπως τελικά συνέβη, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα X, με τον σχετικό της εφέσεώς του λόγο, ότι ουδέποτε άσκησε ψυχολογική βία με τη μορφή της απειλής απόλυσης και ότι ουδέποτε ζήτησε φορτικά από τον παθόντα να προσεγγίσει το πλοίο για να ενισχύσει τους κάβους, εν μέσω θαλασσοταραχής, αλλ' αντιθέτως ο θανών B ενήργησε κατ'αυτόν τον τρόπο από φιλοτιμία και υπερβάλλοντα ζήλο για να σώσει το πλοίο, κρίνεται ως αβάσιμος. Οι καταθέσεις των μελών του πληρώματος που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της (αστυνομικής) προανάκρισης, οι οποίες περισσότερο ή λιγότερο επιβεβαιώνουν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του (δηλαδή ο κατηγορούμενος ουδέποτε πίεσε τον θανόντα και ότι του επέστησε την προσοχή να έλθει στο πλοίο μόνο αν οι συνθήκες το επιτρέπουν) εκτιμώνται ως μειωμένης αξιοπιστίας λόγω της προφανούς οικονομικής εξάρτησης και της σχέσης ιεραρχίας (πλοιάρχου προς πλήρωμα) που τους συνέδεε με τον κατηγορούμενο. 'Αλλωστε αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις καταθέσεις προσώπων που βρίσκονταν κοντά στον θανόντα από το πρωί της 15/2/2005 έως την στιγμή που διαπιστώθηκε ο θάνατός του και τα οποία ήταν ο ΙΑ, Θ, ΙΒ, ΙΓ και ΙΔ. 'Ολοι οι προαναφερθέντες, κατέθεσαν ότι ασκήθηκε τηλεφωνικώς από τον κατηγορούμενο στον θανόντα έντονη ψυχολογική πίεση να φύγει από τον ασφαλή χώρο του καφενείου της παραλίας (όπου βρισκόταν περιμένοντας να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες) και να προσεγγίσει το πλοίο για να εξασφαλίσει την ενίσχυση των κάβων παρά τις επικίνδυνες καιρικές συνθήκες και τον έντονο κυματισμό που μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου. Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου καταρρίπτεται και από την ίδια την προηγούμενη του μοιραίου εγχειρήματος συμπεριφορά του θανόντος, δεδομένου ότι αν και αυτός είχε κατέβει από το πρωί στην παραλία με σκοπό να επιβιβασθεί και να αναλάβει τη βάρδια του, δεν το έπραξε όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν ηπιότερες (το πρωί ήταν λιγότερα τα μποφόρ και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 09.00-12.00 το πρωί της 15/2/2005 ήταν 9-10 ΒF, όπως προκύπτει και από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου).
Συνεπώς αντιβαίνουν στους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να δεχθεί κανείς ότι επέλεξε ωθούμενος μόνο από τη φιλοτιμία του να ενεργήσει με δική του πρωτοβουλία απερίσκεπτα, τη χρονική στιγμή που πλέον οι καιρικές συνθήκες δεν μπορούσαν να είναι χειρότερες (όταν τα μποφόρ είχαν φτάσει τα 10-11, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο γέφυρας για το χρονικό διάστημα από 12.00-14.30' της ίδιας ημέρας) και πλέον γίνει αντιληπτό και σαφές ότι ούτε οι τοπικές αρχές ούτε το λιμενικό σώμα θα προέβαινε σε οποιαδήποτε ενέργεια παροχής βοήθειας στο πλοίο που κινδύνευε, παρόλο που επανειλημμένα τους είχε ζητηθεί από τον πλοίαρχο, διότι ήταν βέβαιο ότι όποιος το επιχειρούσε κινδύνευε να σκοτωθεί, γεγονός που και ο κατηγορούμενος γνώριζε ως έμπειρος πλοίαρχος. 'Ετσι είναι πρόδηλο ότι ο θανών έλαβε εντολή από τον πλοίαρχο του πλοίου να το πράξει και εκτέλεσε την εντολή φοβούμενος τις συνέπειες (πιθανής απολύσεως από την εργασία του) που θα είχε ενδεχόμενη άρνησή του. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος λόγος εφέσεώς του, κατά τον οποίο ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έλαβε τα προσήκοντα μέτρα για την ασφαλή προσέγγιση του B προς το πλοίο, καθόσον τούτο ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο το σωσίβιο θα δυσχέραινε την κίνησή του, αν δε του πετούσαν και άλλο σχοινί από το πλοίο για να δεθεί, δεν θα μπορούσε, ενώ προσπαθούσε να δέσει τον κάβο, δεδομένου ότι σε τέτοια περίπτωση δεν έπρεπε να του δοθεί εντολή πρόσδεσης πρόσθετων κάβων. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις, προκύπτουν, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (ανωτέρω υπό στοιχεία Ι) έννοια, επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορούμένου για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της έκθεσης (με στενή έννοια από την οποία προκλήθηκε θάνατος ανθρώπου (άρθρ. 1,5,14,16,17,18, 26 § ια, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 306 § § 2β-1 περ. α' Π.Κ.), για την οποία και παραπέμπεται για να δικασθεί με το εκκαλούμενο βούλευμα, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο. 'Ετσι κρίνοντας το εκκαλούμενο βούλευμα, στις κρίσεις του οποίου αναφερόμαστε συμπληρωματικά, δεν έσφαλε ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων, γι'αυτό και η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού προηγουμένως επαναδιατυπωθεί, όπως στο διατακτικό, η σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου - εκκαλούντα κατηγορία, καθόσον δεν επέρχεται μεταβολή κατηγορίας, όταν στα πλαίσια του ακριβέστερου προσδιορισμού της πράξεως αλλάξει ο τρόπος τελέσεώς της χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα αυτής και επί του προκειμένου της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικά μικτό (Α.Π. 332/2000 Ποιν.Χρ. Ν/891). Επίσης πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντα X για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας δεδομένου ότι διεξοδικώς επαρκώς έχει εκθέσει τις απόψεις του με την απολογία του, τα έγγραφα που κατέθεσε και με την έκθεση εφέσεως, στην οποία αναλυτικά και με πληρότητα και σαφήνεια αναπτύσσονται οι απόψεις τους για την υπεράσπισή του από την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία (Συμβ. Εφ. Αθ. 779/99 Υπερ. 1999, 1401, Συμβ. Α.Π. 350/95 Ποιν.Χρ. 1195σ.720, Συμβ. Α.Π. 1104/95 Π.Χρ. 1996, σ. 244 κ.α.). Τα δικαστικά έξοδα ύψους 210 ευρώ πρέπει να επιβληθούν στον ως άνω εκκαλούντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 306 § § ια και 2β Π.Κ. και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα να δικασθεί για την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αξιόποινη πράξη της έκθεσης που είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος B. Το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα του θανάτου δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οφείλεται στην ενσυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Ακόμη διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση και δι'αυτής στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις του δια των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης. Από τα αναφερόμενα δε και περιγραφόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματικά περιστατικά και δη αυτό του θανάτου του παθόντος, επιβάλλονταν η άμεση ενέργεια της νεκροψίας και νεκροτομής του πτώματος του παθόντος B που αποτελεί πραγματογνωμοσύνη (δείτε υπ'αριθμ. 9/2003 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Π.Χρ. ΝΔ/954), και η σύνταξη της από 17-2-2005 έκθεσης νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ..... και ..... και δεν ήταν υποχρεωτική για τον διορίσαντα τους ιατρούς αυτούς (πραγματογνώμονες), προανακριτικό υπάλληλο ΙΕ, Αντιπλοίαρχο, κεντρικό Λιμενάρχη της Χίου, η γνωστοποίηση του διορισμού των παραπάνω ιατρών, πραγματογνωμόνων, στον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμη ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθόσον αυτός με το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσής του πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 6/3-4-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X κατά του υπ'αριθμ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα και να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 23 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την πραγματική επίδοσή του στο δικαιούμενο σε αναίρεση. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησής του γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ως ανώτερη βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Ως ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο που οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και που δεν μπορούσε αυτός με οποιονδήποτε τρόπο να το υπερνικήσει. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο με αριθ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η υπ' αριθ. 5/2.11.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του με αριθ. 88/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου. Όπως δε προκύπτει από το από 4 Μαρτίου 2008 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Χίου ....., αντίγραφο του προσβαλλόμενου ως άνω με αριθ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου παραδόθηκε στα χέρια της συνοίκου πεθεράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου A στις 4.3.2008, ενώ η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στις 3 Απριλίου 2008, όπως προκύπτει από την οικεία με αριθ. 6/2008 και από 3.4.2008 έκθεση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αιγαίου ....., δηλαδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας από την κατά τα άνω κατά την 4.3.2008 επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος στην σύνοικο πεθερά του .Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει τη μη εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δικόγραφο της αίτησης αυτής, ισχυρίζεται εν συνόλω τα εξής: "Ο ίδιος κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-2008 έως 24-3-2008 ήταν ναυτολογημένος ως πλοίαρχος Α' τάξεως στο υπό διαχείρηση της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου Α.Ε., Ε/Γ-Ο/Γ ....., το οποίο εκτελούσε δρομολόγια εκτός της Χίου, όπου η μόνιμη κατοικία του. Η πεθερά του η οποία παρέλαβε το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ και εμφανίζει διαταραχές μνήμης, προσανατολισμού και αστάθειας βάδισης, βρίσκεται δε υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή .Έλαβε δε ο ίδιος γνώση για πρώτη φορά μετά τις 25.3.2008 όταν μετά από μία μικρή διακοπή της εργασίας του βρέθηκε στη Χίο και τυχαία βρήκε το ως άνω βούλευμα ". Προσκομίζει δε ο αναιρεσείων, για την τεκμηρίωση των παραπάνω ισχυρισμών του, τα εξής αποδεικτικά στοιχεία: 1) Την από 24.3.2008 βεβαίωση της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου Α.Ε. στην οποία βεβαιώνεται ότι ο αναιρεσείων από 22.2.2008 έως 24.3.2008 είναι ναυτολογημένος ως πλοίαρχος Α' τάξεως στο υπό τη διαχείρησή της Ε/Γ-Ο/Γ ....., Ν.Π. ..... και 2) την από 24-3-2008 ιατρική βεβαίωση την οποία υπογράφει ο ιατρός ..... και στην οποία αναφέρεται ότι "Η A παρουσιάζει από διετίας προιούσα άννοια με διαταραχές μνήμης προσανατολισμού και συμπεριφοράς .Βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή και συνεχή ιατρική παρακολούθηση".Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται η βασιμότητα του προβαλλομένου από τον αναιρεσείοντα λόγου ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης. Μετά από όλα αυτά, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή . Κατά το άρθρο 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους και στους διαδίκους, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο, ή αν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 187 του ιδίου Κώδικα, (που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας). Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαιρέσεως του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. Η παράλειψη της γνωστοποιήσεως αυτής στον κατηγορούμενο, αναγόμενη στην υπεράσπιση του και στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων του, που του παρέχονται από το νόμο, δημιουργεί, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το πληττόμενο 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, απορρίφθηκε η έφεση του παραπάνω κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθ. 88/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου που θα ορίσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της έκθεσης από την οποία επήλθε ο θάνατος του παθόντος (άρθρα 26 παρ.1, 27, 29, 51, 52, 60, 63, 79, 306παρ.2β-1 περ.α' του ΠΚ). Όπως από το βούλευμα αυτό προκύπτει, το Συμβούλιο συνεξετίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την από 17-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του πτώματος του παθόντος B των ιατρών ..... και ..... που διατάχθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως από τον προνακριτικό υπάλληλο ΙΕ, Αντιπλοίαρχο, κεντρικό Λιμενάρχη Χίου. Όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ο διορισμός και τα ονόματα των ως άνω πραγματογνωμόνων, για να παρασχεθεί σ' αυτόν η δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, όπως για υποβολή αιτήσεως εξαιρέσεως και για διορισμό τεχνικού συμβούλου.
Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να εκτίθενται και οι λόγοι που ενδεχομένως η γνωστοποίηση της δεν ήταν υποχρεωτική υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, στη σύνθεση του οποίου δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έκριναν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθμ. 32/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή