Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 116 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
Παράβαση Α.Ν. 690/1945. Έγκυρη η συμφωνία συμψηφισμού ανταπαίτησης του εργοδότη με αξιώσεις του μισθωτού, εφόσον καλύπτονται. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ΄ λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της.




Αριθμός 116/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 115-116/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου (Μεταβατικό Αγίου Νικολάου). Με κατηγορουμένους τους: 1) ...... και 2) ...... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Βέρρα. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Σφακιανάκη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου (Μεταβατικό Αγίου Νικολάου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 35/31.05.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1031/2007.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο μόνο του Α.Ν. 690/1945 "πας εργοδότης - διευθυντής ή επιτετραμένος ή με οποιονδήποτε τίτλον εκπρόσωπος οιασδήποτε επιχειρήσεως ή εργασίας, μη καταβαλών εμπροθέσμως εις τους παρ' αυτού αντί μισθού απασχολουμένους, τους εις τούτους, ως εκ της σχέσεως εργασίας οφειλομένας αποδοχάς ή πάσης φύσεως χορηγίας, τας καθοριζομένας υπό της συμβάσεως εργασίας, είτε υπό διοικητικών πράξεων, είτε υπό του νόμου ή εθίμου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών και με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το καθιερούμενο ως άνω έγκλημα, τιμωρείται ως γνήσιο παραλείψεως πλημμέλημα, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, (όχι δε αποζημιώσεις ή άλλες απαιτήσεις, έστω και αν προέρχονται από τη σχέση εργασίας), μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε από διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 Α.Κ., ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του εργοδότη σε αξιώσεις του μισθωτού από μισθούς είναι επιτρεπτός, εφόσον οι μισθοί δεν είναι απόλυτα αναγκαίοι για τη διατροφή του μισθωτού και της οικογένειάς του, εκτός αν η ανταπαίτηση προέρχεται από ζημιά, την οποία προξένησε με δόλο ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας, οπότε ο συμψηφισμός επιτρέπεται χωρίς κανένα περιορισμό. Ο δικαιούχος τής από τέτοιο αδίκημα απαιτήσεως δύναται να την προτείνει σε συμψηφισμό. Ο συμψηφισμός, ο οποίος μπορεί να γίνει και με συμφωνία των διαδίκων μερών κατ' άρθρ. 361 του ΑΚ, επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού ανταπαίτησης του εργοδότη σε αξιώσεις του μισθωτού από μισθούς είναι αυτοτελής. Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος της ελλείψεως της από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της αποφάσεως και τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πλημ/κείο Αγίου Νικολάου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 115-116/2007 απόφασή του, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους για παράβαση του άρθρου μόνου α. ν. 690/1945, με την εξής αιτιολογία "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν, την απολογία των κατηγορουμένων και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται με τα κατηγορητήρια και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η εγκαλούσα προσλήφθηκε στην επιχείρηση της α' κατ/νης και συγκεκριμένα στο ζαχαροπλαστείο ..... που αυτή διατηρεί στον .... ως πωλήτρια - ταμίας, από τις 26/11/2004 έως τις 17/11/2005. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό και ειδικότερα μετά το μήνα Αύγουστο 2005, η κατ/νη - εργοδότρια ανακάλυψε ότι οι εισπράξεις ήταν λιγότερες στη βάρδια της εγκαλούσας και για το λόγο αυτό τοποθέτησε κρυφή κάμερα και έτσι αποκαλύφθηκε ότι η μηνύτρια υπεξαιρούσε διάφορα χρηματικά ποσά από το ταμείο. Στη συνέχεια, αφού η τελευταία αποδέχθηκε την πράξη της, περαιτέρω υπέγραψε την από 18/11/05 υπεύθυνη δήλωσή της, θεωρημένη από το Α.Τ. ...., στην οποία δήλωσε ότι αποχωρεί στις 17/11/2005 οικειοθελώς από την επιχείρηση της κατ/νης, δηλώνοντας ότι είχε εξοφληθεί και ότι δεν είχε καμία άλλη απαίτηση από την εργοδότριά της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο αποχώρησης της μηνύτριας από την εργασία της η πρώτη κατ/νη - εργοδότρια της, της όφειλε τις αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου από 1/11 έως 17/11/05, την αποζημίωση αδείας, το επίδομα αδείας και το αναλογούν Δώρο Χριστουγέννων και συνολικά το ποσό των 3.051 περίπου Ευρώ. Η ίδια αποδεχόμενη αρχικά την πράξη της υπεξαίρεσης την οποία διέπραξε, [το ποσό της οποίας ανέρχεται μετά από πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε (βλ. τη με χρον. 22/2/06 πραγματογνωμοσύνη του ......) στο ποσό των 23.372,84 €], συμφώνησε να συμψηφίσει έναντι των οφειλομένων στην εργοδότριά της το προαναφερόμενο ποσό, καθώς επίσης να της μεταβιβάσει το αυτοκίνητό της, για κάλυψη του υπολοίπου. Για το λόγο αυτό η κατ/νη δεν της κατέβαλλε τις παραπάνω οφειλόμενες αποδοχές. Στη συνέχεια όμως η μηνύτρια, μετανοώντας για την παραπάνω δήλωσή της, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λασιθίου την από 20/11/05 μήνυσή της κατά των κατηγορουμένων και του ......ισχυριζόμενη ότι οι προαναφερόμενες δηλώσεις της (οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία, καταβολής ποσού 3.000 € και μεταβίβασης του αυτοκινήτου) υπήρξαν προϊόν εκβίασης και απάτης κατά συναυτουργία εναντίον της. Επί της μήνυσης αυτής εκδόθηκε η με αρ. Α 06/4 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λασιθίου και στη συνέχεια μετά από προσφυγή της μηνύτριας η με αρ. 76/06 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, με την οποία κρίθηκε, ότι δεν υπήρξαν σοβαρές ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της εκβίασης και της απάτης και έτσι δεν ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. Περαιτέρω δε προέκυψε, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν ήταν εργοδότης της μηνύτριας, καθώς η επιχείρηση ανήκει στην πρώτη κατηγορούμενη. Μετά από αυτά πρέπει και οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι για την πράξη για την οποία κατηγορούνται". Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώους τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και όχι μόνο των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως. Έτσι ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται και προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, επιπλέον δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπησή της προκύπτει ότι έγινε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η επιβαλλόμενη από το συνδυασμό των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται παραπάνω και δεν ελήφθη επιλεκτικά υπόψη η από 18-11-2005 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής της και ο αναφερόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κρίθηκε αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος, καθόσον, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η επιχείρηση ανήκει στην πρώτη κατηγορουμένη, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται και με ειδικό λόγο αναιρέσεως. Επίσης, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, κρίθηκε ότι δεν οφειλόταν κατά το χρόνο αποχώρησης της εγκαλούσας οι διαλαμβανόμενες στη έγκληση αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-12-2004 έως 30-19-2005. Για τις λοιπές αξιώσεις η εργοδότρια πρότεινε την έγκυρη, σαφή και ορισμένη συμφωνία περί συμψηφισμού. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι αποδοχές της πολιτικώς ενάγουσας στο συνολικό ποσό των 3.051,12 ευρώ (αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2005 1.087, αποζημίωση αδείας 742,77, αναλογία επιδόματος αδείας 442,12 και δώρο Χριστουγέννων 2005 779,23) και η έγκυρη συμφωνία συμψηφισμού του ως άνω ποσού προς τη μεγαλύτερη απαίτηση της εργοδότριας για αποζημίωση, λόγω κλοπής, ποσού 23.372,28 ευρώ, με συνακόλουθο αποτέλεσμα η πράξη να μην είναι τελικώς άδικη, λόγω του γενομένου κατά τα άνω συμψηφισμού.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει, επομένως να απορριφθεί. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 35/31-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της 115-116/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αγίου Νικολάου Λασιθίου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή