Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1968 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Παραχάραξη.




Περίληψη:
Ο μη διορισμός διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσα έγιναν στο ακροατήριο, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί, συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του και επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Η λήψη υπόψη ως αποδεικτικού μέσου μη αναγνωσθέντος εγγράφου επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Η ίδια ακυρότητα επέρχεται και όταν δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας του εγγράφου που λήφθηκαν υπόψη. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Παραχάραξη. Έννοια. Αιτιολογημένη καταδίκη. Ναρκωτικά - έννοια αγοράς, μεταφοράς, κατοχής, αποθήκευσης. Αιτιολογημένη καταδίκη.





Αριθμός 1968/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σραυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενο στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της 2518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 233 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει κατά την ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσα έγιναν στη διαδικασία, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως, με την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτός δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα αλλά την ιταλική, διόρισε σ' αυτόν ως διερμηνέα την ....., που γνώριζε τόσο την ιταλική όσο και την ελληνική γλώσσα, η οποία ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 236 Κ.Ποιν.Δ ότι "θα κάνει ακριβή και πιστή διερμήνευση της απολογίας του κατηγορουμένου και την πιστή διερμήνευση αυτών τα οποία θα λεχθούν κατά τη δίκη από την ιταλική στην ελληνική να αντίστροφα". Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία στα πρακτικά ότι, δια της διερμηνέως, ο κατηγορούμενος έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του και του εξηγήθηκε η εναντίον του κατηγορία, καθώς και ότι η απολογία του θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας. Επίσης, γίνεται ειδική μνεία ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο, μέσω της διερμηνέως, η κατάθεση του μάρτυρα Γ1, η όμοια του μάρτυρα Γ2, η όμοια του μάρτυρα Γ3, τα αναγνωσθέντα έγγραφα (εννοείται, προδήλως, το περιεχόμενό τους) και η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ζ1. Μνημονεύεται, ακόμη, ότι διερμηνεύθηκαν στο δικαστήριο οι καταθέσεις των ομιλούντων την ιταλική γλώσσα μαρτύρων υπερασπίσεως Ζ2 και Ζ3, καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου, ότι διερμηνεύθηκε στον κατηγορούμενο η πρόταση του Εισαγγελέα επί της κατηγορίας και ότι, δια της διερμηνέως, ρώτησε η Πρόεδρος τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του και αυτός απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα πρακτικά ότι διερμηνεύθηκε στον κατηγορούμενο η απόφαση του δικαστηρίου, εν μέρει καταδικαστική και εν μέρει αθωωτική, και η πρόταση του Εισαγγελέα περί των ποινών, επιπρόσθετα δε ότι διερμηνεύθηκε η απόφαση του δικαστηρίου για την ποινή που κρίθηκε ότι έπρεπε να του επιβληθεί για κάθε πράξη, τη δήμευση των μνημονευομένων κινητών τηλεφώνων και χρηματικού ποσού, τη δήμευση και καταστροφή των κατασχεθέντων ναρκωτικών και παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στο τέλος δε των εν λόγω πρακτικών αναφέρεται ότι "όλα τα παραπάνω διερμηνεύθηκαν δια της διερμηνέως στον κατηγορούμενο". Από όλες αυτές τις καταγραφές στα πρακτικά της δίκης, προκύπτει με σαφήνεια ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα όλα τα λεχθέντα κατά τη δίοδο της διαδικασίας, δηλαδή όλα όσα εκφράσθηκαν δια προφορικού λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται και το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, όπως σημειώθηκε, αλλά και η απόφαση του δικαστηρίου περί της επιβληθείσης συνολικής ποινής καθείρξεως των 22 ετών και της συνολικής χρηματικής ποινής των 101.500 ευρώ. Αυτό το τελευταίο προκύπτει σαφώς από την ως άνω στο τέλος των πρακτικών αναφορά, η οποία έχει την έννοια της καθολικής βεβαιώσεως ότι διερμηνεύθηκαν όλα τα κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, καταλαμβάνει δε ειδικώς όλα όσα προκύπτουν από την αμέσως προηγούμενή της περί διερμηνεύσεως αναφορά των πρακτικών, άρα και τη διερμήνευση της αποφάσεως περί της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, που υποστηρίζει ότι δεν έγινε διερμήνευση στον αναιρεσείοντα και του ως άνω σημείου της διαδικασίας περί της επιβληθείσης συνολικής ποινής και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, για την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς ".... 3. Η με αρ. πρωτ. ..... έκθεση εξέτασης της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών. 4. Η από .... έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης του Σ.Δ.Ο.Ε, 5. Οι από ..... δύο βεβαιώσεις πλαστότητας ή παραποίησης τραπεζογραμματίων της Τράπεζας της Ελλάδος, ..... 8. Επίσημη μετάφραση εγγράφου της Οικονομικής Αστυνομίας της ANCONA .....13. Η υπ' αρ. ..... επιστολή του Προξένου της Ιταλίας στην Αθήνα ..... 17. Η από ..... επιστολή του δικηγόρου ...., ......24. Το υπ' αρ. πρωτ. ..... έγγραφο της Οικονομικής Αστυνομίας της πόλης ANCONA, προς το Ιταλικό Προξενείο στην Ελλάδα και 25. Έγγραφο του Πρωτοδικείου της πόλεως ANCONA προς την 29η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τα υπό τους αύξοντες αριθμούς 24 και 25 ως άνω έγγραφα, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν σημαίνει ότι αναγνώσθηκε μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, αφού δεν νοείται ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα χωρίς μετάφρασή του στην ελληνική. Επιπλέον, όμως, και πέραν αυτού τα δύο αυτά έγγραφα, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και δη για αγορά στην Αλβανία 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατοχή, μεταφορά και αποθήκευσή τους στην Αθήνα και τον Πειραιά και για κατοχή, στην Αθήνα, παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο κατωτέρω σκεπτικό της αποφάσεως, αθωώθηκε δε για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σχετικά με άλλη ποσότητα 720 κιλών ινδικής καννάβεως, μεταξύ των οποίων και η εξαγωγή αυτών από την Ελληνική Επικράτεια μέσω Πατρών και Αγκόνας με προορισμό τη Μεγάλη Βρεττανία και η κατοχή τους στην Αγκόνα με σκοπό τη διαμετακόμισή τους από χώρα σε χώρα με προορισμό τη Μεγάλη Βρεττανία, λογικώς δεν επηρέασαν την κρίση του Εφετείου ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις ως άνω πράξεις. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα οκτώ έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και χωρίς να έχουν μεταφρασθεί τα συντεταγμένα στην ιταλική γλώσσα δύο τελευταία εξ αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 5 § 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, μεταφέρει, αποθηκεύει ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4 § 3 πιν. Α' αριθ.6 του Ν 1729/1987 και ήδη άρθρο 1 § 2 πιν. Α' αριθ. 6 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά των ουσιών αυτών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, την αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει, με κάποιους όρους ασφαλείας, σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, δυνάμενος να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 207 εδ. α' ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 § 1 του Ν. 2948/2001, όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του, είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το υπ' αυτής προβλεπόμενο έγκλημα συντελείται και με την από το δράστη, εν γνώσει της παραποιήσεως ή νοθεύσεως, κατοχή τέτοιου νομίσματος με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο. Παραποίηση είναι η με οποιονδήποτε τρόπο απομίμηση γνήσιου νομίσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα:
"Από έρευνα που διεξήγαγε το ΣΔΟΕ διαπίστωσε ότι κάποιος Ιταλός ονόματι Χ1 είχε προσεγγίσει την εταιρεία ..... στην διεύθυνση ... αριθμός .... στον Πειραιά ιδιοκτησία του Β1 η οποία διαθέτει αυτοκίνητα διεθνών μεταφορών και ζήτησε την συνεργασία του, ήτοι να μεταφέρει για λογαριασμό του στην Μεγάλη Βρεττανία από την Ελλάδα ένα φορτίο με υφάσματα. Ο κατηγορούμενος μέσω του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό ...., τον αριθμό του οποίου ανέφερε ο Β1 στους υπαλλήλους του, ΣΔΟΕ, επικοινώνησε για τις λεπτομέρειες με τον τελευταίο και αυτός του συνέστησε να αποστείλει τα εμπορεύματα στην αποθήκη που διατηρεί ο εξετασθείς μάρτυρας Γ3 στο 12° χιλμ της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου, απ' όπου θα τα παρελάμβανε φορτηγό της εταιρείας του Β1 για την προώθηση μεταφορά και εξαγωγή στην μεγάλη Βρεττανία. Ο κατηγορούμενος, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Β1 στην προανακριτική του κατάθεση, η οποία και αναγνώσθηκε, έδωσε στον τελευταίο τα υπ' αριθμ. ..... ΚΑΙ ..... κινητά τηλέφωνα στην Αγγλία, στους κατόχους των οποίων ο οδηγός του φορτηγού θα παρέδιδε τα εμπορεύματα, ενώ το τιμολόγιο που θα συνόδευε το φορτίο, θα το παρελάμβανε μαζί με το φορτίο από την άνω αποθήκη του Γ3 στον Ασπρόπυργο. Στις 19-4-2002 η εταιρεία που διατηρεί ο άνω μάρτυρας Β1 στον Πειραιά απέστειλε στον Γ3 fax σχετικά με την αποστολή στην Μεγάλη Βρεττανία του άνω φορτίου υφασμάτων. Η εταιρεία αυτή, με αντικείμενο διεθνείς μεταφορές με φορτηγά αυτοκίνητα (ΤΙR), φέρει την επωνυμία ..... LTD. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας κάποιος Αλβανός, ο οποίος υπέγραψε το σχετικό τιμολόγιο - δελτίο αποστολής με το ονοματεπώνυμο ...... που είναι προφανώς ψευδώνυμο, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο τύπου ΒΑΝ, μετέφερε και παρέδωσε στην άνω αποθήκη του Γ3 και συγκεκριμένα στον αποθηκευτικό χώρο της Σ.Ν. ΣΤΑΜΝΙΔΗΣ ΑΒΕΕ της οποίας μέτοχος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι αυτός (Γ3) τα άνω εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα αυτά τα αγόρασε ο κατηγορούμενος μαζί με συνεργό, το κύριο όνομα του οποίου είναι "...." και χρησιμοποιεί το υπ' αριθμ. ..... κινητό τηλέφωνο, από την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ Α.Ε." (πενήντα τέσσερα τόπια ύφασμα) δίνοντας ως στοιχεία αγοραστή εταιρεία με επωνυμία "D.METALS KRISTAGPAPA" στη διεύθυνση UNIT 16 KIMBERLY ROAD 17 -5 WALTHAM LONDON, η οποία, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες υπαλλήλους της ΣΔΟΕ είναι ανύπαρκτη, καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό ...., το οποίο και κατασχέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος από κοινού με τον άνω συνεργό του, μετέφεραν τα άνω εμπορεύματα σε άγνωστο χώρο, όπου συσκεύασαν στο εσωτερικό των τοπιών τριακόσια είκοσι δύο (322) δέματα ημικατεργασμένης κάνναβης συνολικού βάρους τριακοσίων τριάντα τριών κιλών και οκτακοσίων είκοσι γραμμαρίων (333,820), τοποθετώντας και μεγάλη ποσότητα ναφθαλίνης, με σκοπό την αποφυγή του εντοπισμού της ναρκωτικής ουσίας από εκπαιδευμένους προς τούτο σκύλους. Στις 19-4-2002, ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή στον πιο πάνω άγνωστο συνεργό του, να μεταφέρει το φορτίο των άνω ευτελούς αξίας υφασμάτων με την κάνναβη στην αποθήκη "Γ3"στο 12° χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου. Στις .... σε έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ στην άνω αποθήκη της εταιρείας Γ3 ανακάλυψε στο εσωτερικό της συσκευασίας των υφασμάτων 322 δέματα ημικατεργασμένης κάνναβης, συνολικού βάρους 333,820 κιλών. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από άνδρες του ΣΔΟΕ στην περιοχή του ..... Σε έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα που έμενε επί της οδού ... αριθμός ...., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τριάντα ένα (31) χαρτονομίσματα των εκατό (100) έκαστο δολλαρίων ΗΠΑ ήτοι σύνολο 3.100, τα οποία σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι πλαστά, καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό ...., ο οποίος αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων και άνηκε στον αγοραστή αυτών ήτοι στον κατηγορούμενο. Ήτοι το κινητό που βρέθηκε και κατασχέθηκε στη κατοχή του κατηγορουμένου είναι το κινητό που αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων, ότι ανήκε στον αγοραστή αυτών. Σε έρευνα που έγινε στη συσκευή με την άνω σύνδεση βρέθηκαν τρία γραπτά μηνύματα, τα οποία είχαν σταλεί από την Αλβανία, από κινητό τηλέφωνο Αλβανίας με αριθμό κλήσης .... και στα οποία αναγράφονται οι διευθύνσεις της άνω εταιρείας που αναγράφεται και στο σχετικό τιμολόγιο ήτοι I.D METALS UNIT 16 KIMPERLY καθώς και δύο αριθμοί τηλεφώνων στην Μεγάλη Βρεττανία με αριθμούς κλήσης ...... και ...., τα οποία όπως προέκυψε, ανήκαν στους παραλήπτες του άνω φορτίου. Στην κατοχή του κατηγορουμένου τη στιγμή της συλλήψεώς του βρέθηκε και κατασχέθηκε αντίγραφο της έκθεσης κατασχέσεως 720 κιλών ινδικής κάνναβης σε δοχεία με ελιές, που είχαν κατασχέσει οι Ιταλικές αρχές της Αγκόνας. Το γεγονός όμως αυτό και μόνον δεν αρκεί για να δημιουργηθεί πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου για νέες αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής στον Πειραιά και στην Αγκόνα Ιταλίας εισαγωγής στην Ελλάδα από την Αλβανία, εξαγωγής από την Ελλάδα 720 κιλών ινδικής κάνναβης και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί για τις πράξεις αυτές, ως προς αυτήν την ποσότητα αθώος ο κατηγορούμενος, λόγω αμφιβολιών. Ως προς την ποσότητα των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής κάνναβης που βρέθηκε κατά τα άνω και κατασχέθηκε, επιμελώς κρυμμένη μέσα στα άνω τόπια από ύφασμα στις αποθήκες "Γ3", προέκυψε πλήρης απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλον ενδεχομένως εισήγαγε στην Ελλάδα από Αλβανία, μετέφερε από την Αθήνα 12° χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου, αποθήκευσε στις άνω αποθήκες του Γ3 και κατείχε, υπό την έννοια ότι εξουσίαζε φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να διαθέτει κατά βούληση, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, χωρίς όμως την συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 8 του Ν 1729/1987, λόγω αμφιβολιών. ..................Η ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει πλην άλλων από τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων υπάλληλων του ΣΔΟΕ, την αναγνωσθείσα κατάθεση του μάρτυρα Β1 λόγω του ανέφικτου, καθώς και από το γεγονός ότι ο αριθμός του κινητού που κατασχέθηκε κατά την στιγμή της συλλήψεώς στην κατοχή του, αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων από την άνω εταιρεία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του ότι ήταν παραχαραγμένα, κατείχε με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια τα άνω πλαστά χαρτονομίσματα και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός του ότι αγνοούσε την πλαστότητα αυτή...........
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών ως προς την άνω ποσότητα των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής κάνναβης και κατοχής χαρτονομισμάτων". Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο αγοράς, κατοχής, μεταφοράς, εντολής προς μεταφοράν και αποθηκεύσεως των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως και κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων και αθώο των λοιπών κατηγοριών, επέβαλε δε σ' αυτόν την προαναφερθείσα συνολική ποινή καθείρξεως των 22 ετών και συνολική χρηματική ποινή 101.500 ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 § 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 και 207 εδάφ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα α)ενόψει των ανωτέρω, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, δεκτών γενομένων, ότι επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των εκεί οκτώ αναφερομένων εγγράφων, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ότι εξαιτίας του μη προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω οκτώ εγγράφων δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του και ελλείπει εντεύθεν η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμα, β)από όσα ως άνω δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει σαφώς ότι τα 31 χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων ΗΠΑ το καθένα ήταν παραχαραγμένα, με την έννοια που προεκτέθηκε, αφού δεν ήταν γνήσια, πράγμα που γνώριζε ο αναιρεσείων κατά τις ίδιες παραδοχές, παρεπομένου εντεύθεν ότι εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 207 εδ. α' ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, ότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ο αναιρεσείων δεν γνώριζε εξαρχής την πλαστότητα των εν λόγω χαρτονομισμάτων, τα οποία είχε δεχθεί ως γνήσια και συνεπώς εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 208 § 2 ΠΚ, είναι αβάσιμα, γ)δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να προσδιορίζονται τα επί μέρους χαρακτηριστικά των ανωτέρω 31 χαρτονομισμάτων και δ)δεν ήταν, επίσης, αναγκαία ή παράθεση του τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε η ειδική αξιολόγηση καθενός εξ αυτών και ο μεταξύ τους συσχετισμός. Εξάλλου, ανεξαρτήτως της περί ενοχής του αναιρεσείοντος αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την πράξη της εισαγωγής στην επικράτεια των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατά το διατακτικό της αποφάσεως ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος τις εισαγωγής στην επικράτεια για το σύνολο της σχετικής κατηγορίας και επομένως οι αιτιάσεις τούτου ότι με βάση ελλιπή αιτιολογία κηρύχθηκε ένοχος εισαγωγής στην επικράτεια της ανωτέρω ποσότητας ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος (τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 2518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Αυγούστου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή