Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2356 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
Παράβαση ΑΝ 690/1945. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των οικείων ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 2356/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κελεμένη, περί αναιρέσεως της 26368/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και συγκατηγορούμενο τον .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1590/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενική και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κλπ.), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση, ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 26.368/26-4-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω Α.Ν 690/1945, σε φυλάκιση δυο (2) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ ημερησίως, και σε χρηματική ποινή 800 ευρώ, το δε Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της απόφασης: Ειδικότερα, "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία των δια πληρεξουσίου παραστάντων κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, διότι αποδείχθηκε ότι αυτοί, ως μέλη του ΔΣ (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, αντίστοιχα) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ", με αντικείμενο εργασιών την αποκλειστική διαχείριση κινητών αξιών, τέλεσαν σε βάρος του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ζ την πράξη της παράβασης του α.ν. 690/45, που τους αποδίδει το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 19/5.1.2001 πρακτικό του ΔΣ της προαναφερόμενης εταιρείας, αποφάσισαν την πρόσληψη του εγκαλούντος από 19.1.2001 ως νέου διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της εταιρείας, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών 1.700.000 δρχ. περίπου, πλέον εργοδοτικών εισφορών και τη μελλοντική αναπλήρωση της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου από αυτόν. Στη συνέχεια, στις 8.1.2001, εστάλη από την εταιρεία προς τον εγκαλούντα επιστολή με το περιεχόμενο της απόφασης του ΔΣ και αυτός απάντησε αυθημερόν ότι αποδέχτηκε την προταθείσα πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία και καταρτίσθηκε με τον τρόπο αυτόν. Η πρόσληψη αυτή του πολιτικώς ενάγοντος αναγγέλθηκε νομίμως στον ΟΑΕΔ και στις 31.1.2001 ενημερώθηκε αυτός για τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως εργασίας του, όπως απαιτείται για κάθε εργαζόμενο, που συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, η εκπροσωπούμενη από τους κατηγορουμένους εταιρεία του γνωστοποίησε ως τόπο παροχής εργασίας τα γραφεία της στην οδό ..., ως θέση ή ειδικότητα του εργαζομένου αυτή του διαχειριστή χαρτοφυλακίου με απασχόληση τα καθήκοντα της θέσης του και οποιασδήποτε άλλης εργασίας όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας το απαιτούν, ως κατηγορία απασχόλησης αυτή του μισθωτού, ως προς τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές, τον τρόπο και χρόνο χορήγησης αυτής, το ύψος της αποζημίωσης γίνεται παραπομπή στην εργατική νομοθεσία και τέλος ως προς τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης αναφέρονται οι 8 και 40 ώρες αντίστοιχα. Ο εγκαλών απασχολήθηκε στην εταιρεία των κατηγορουμένων από το χρόνο της πρόσληψής του έως τις 22.3.2004, εκτελώντας τα καθήκοντά του ως διαχειριστής αυτής, τηρώντας το ωράριο, που συμφωνήθηκε, καθώς και τους λοιπούς όρους της σύμβασης αυτού, λαμβάνοντας τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του, που ανήλθαν από 1.12.2003 στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως και διαστέλλονται από την αποζημίωση, που ελάμβανε λόγω της ιδιότητος αυτού και ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας για κάθε συνεδρίαση του ΔΣ αυτής, καθώς και τις λοιπές αμοιβές, που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία (επιδόματα εορτών και αποδοχές και επίδομα αδείας). Επίσης, η εταιρεία κατέβαλε στο ΙΚΑ τις νόμιμες εργοδοτικές εισφορές για την απασχόλησή του (βλ. την περιεχόμενη στα πρακτικά συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατάθεση του μάρτυρα ...), ο οποίος ήταν και μέλος του ΔΣ της εταιρείας, όπου κρίθηκε αστικά η διαφορά των διαδίκων με την υπ' αριθ. 1605/05 απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 2510/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο εγκαλών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της εταιρείας, διατελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ενώ και μετά την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας στις 26.2.2004, σύμφωνα με την οποία αντικαταστάθηκε από τη θέση του μέλους του ΔΣ και του διευθύνοντος συμβούλου, εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διαχειριστή του χαρτοφυλακίου και να αμείβεται σύμφωνα με την προαναφερομένη σύμβαση εργασίας μέχρι τις 22.3.2004, οπότε καταγγέλθηκε, "οποιαδήποτε σχέση παροχής υπηρεσιών", ενώ, σύμφωνα με απόδειξη πληρωμής της εταιρείας ποσού 2805,33 ευρώ εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό με αιτιολογία: "Μισθός Μαρτίου 1η έως 22α Μαρτίου 2004". Την επομένη της αποχώρησής του (23.3.2004) προσέφυγε στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης και Εργασίας και ζήτησε τη συνδρομή του για την καταβολή αποζημίωσης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, καθώς και για την καταβολή οφειλομένων επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος αδείας. Οι εκπρόσωποι της εταιρείας κατηγορούμενοι, αν και κλήθηκαν, δεν προσήλθαν για τη συζήτηση της προσφυγής και στη συνέχεια αυτός στις 25.6.2004 προέβη στη σύναψη της με ίδια ημερομηνία υπεύθυνης δήλωσης προς την ανωτέρω υπηρεσία του Υπουργού Εργασίας. Μετά από αυτό άσκησε σχετική αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια εταιρεία στις 10.6.2004, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1605/11.2.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), η οποία έγινε τελεσίδικη με την 2510/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το περιεχόμενο των οποίων, έγινε δεκτή η αγωγή του εγκαλούντος και μετά την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου, οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν στον εγκαλούντα τα οφειλόμενα ποσά, μεταξύ των οποίων και αυτό των 2.460 ευρώ, που αποτελεί την αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2004. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 83210/06 απόφασή του έκρινε την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων και του Ψ με την ιδιότητα του τελευταίου ως Αντιπροέδρου του ΔΣ της προαναφερομένης εταιρείας, κήρυξε τον τελευταίο αθώο της πράξεως που αποδίδεται με το κατηγορητήριο, διότι έκρινε, ότι δεν τελέστηκε από αυτόν υποκειμενικά (έλλειψη δόλου) η παράβαση του α.ν. 690/45, και ενόχους τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους. Ως μάρτυρας υπερασπίσεως των κατηγορουμένων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκε ο ..., ο οποίος μαζί με τον Ψ (κατηγορούμενο που αθωώθηκε) αποτελούσαν μέλη του ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας και κατέθεσε ότι η εταιρεία, της οποίας ήταν και μέτοχος, δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα και ότι αυτός και ο Ψ είχαν μειοψηφήσει ως μέλη του ΔΣ, έχοντας την άποψη, ότι ο πολιτικώς ενάγων έπρεπε να αποζημιωθεί από την εταιρεία, σε αντίθεση με τους κατηγορουμένους, οι οποίοι με τα άλλα τρία μέλη του ΔΣ είχαν την άποψη ότι δεν έπρεπε να αποζημιωθεί. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να μην καταβάλουν μέχρι τις 25.6.2004 το ποσό των 2460 ευρώ στον εγκαλούντα. Ο ισχυρισμός αυτών, που προεβλήθη στην παρούσα δίκη, περί υπάρξεως αμφιβολίας σ' αυτούς περί του εάν ο εγκαλών εδικαιούτο τα ποσά που ζητούσε, διότι, κατ' αυτούς, δεν υπήρχε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα η έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) για την τέλεση της πράξεως που τους αποδίδεται, δεν κρίθηκε πειστικός, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, τα οποία δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρος ... (δικηγόρου) μέλους του ΔΣ, σύμφωνα με την οποία, αυτός συνεβούλευσε τους κατηγορουμένους (σημειωτέον ότι η εταιρεία διέθετε νομικό σύμβουλο), να μην προβούν στην καταβολή των οφειλομένων στον εγκαλούντα χρηματικών ποσών".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως του Α.Ν 690/1945 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 800 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, του Π.Κ, και άρθρο μόνο του Α.Ν 690/1945, όπως αντικ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογούνται: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως Πρόεδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΤ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΕΙΟΥ", β) ο χρόνος πρόσληψης του εγκαλούντος, ήτοι η 19-1-2001, γ) οι μηνιαίες αποδοχές του από 170.000 δραχμές και από 1-12-2003 σε 6.000 ευρώ, δ) η σχέση εργασίας που τον συνέδεε με την ως άνω εταιρεία, και συγκεκριμένα αυτή της σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, ο τόπος της εργασίας του, καθώς και τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν, ε) επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής του, από 8 ώρες την ημέρα και συνολικά 40 ώρες την εβδομάδα, όπως, επίσης, προσδιορίζεται ο χρόνος που απασχολήθηκε, η αιτία και το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών του από 2.460 ευρώ. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων από πρόθεση δεν κατέβαλε στον εγκαλούντα το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο τελικά καταβλήθηκε, σε εκτέλεση μόνο της με αριθμό 2510/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν προσφυγής του εγκαλούντος.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, με αριθμό 102 από 7 Σεπτεμβρίου 2007, αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμό 26.368/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή