Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 111 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Εξακολουθούν έγκλημα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών για τις κακουργηματικές πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ για κάθε μερικότερη πράξη [όλες οι μερικότερες πράξεις προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2721/99 (3-6-99) και δεν ισχύει γι’ αυτές η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, αφού είναι δυσμενέστερη] και β) της απάτης κατ’ επάγγελμα με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ. Απορρίπτονται λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. . Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για περαιτέρω ανάκριση. Απαράδεκτο αίτημα για διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ουσία.




ΑΡΙΘΜΟΣ 111/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαϊου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1501/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 142/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 172/3.5.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 172/15-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ' αριθ. 1501/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 2027/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ για κάθε μερικώτερη πράξη και β) της απάτης κατ'επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 1501 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 5-12-2006 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 ΚΠΔ, η δε αίτηση ασκήθηκε την 15-12-2006 αυτοπροσώπως από τον ίδιο, ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 172/15-12-2006 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργήματα.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠΔ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο (ΑΠ 1933/2005). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει όταν το έγγραφο καταρτίσθηκε επ'ονόματι άλλου, σαν να εκδόθηκε από αυτόν. Τέτοια δε περίπτωση καταρτίσεως πλαστού εγγράφου υπάρχει και όταν ο δράστης, επικαλούμενος ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, υπογράφει κάποιο έγγραφο για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, ώστε να φαίνεται η τελευταία ως εκδότρια του εγγράφου αυτού (Μπουροπούλου Ερμην. ΠΚ, τόμ. Β' σελ. 234, ΑΠ 2418/2005, ΑΠ 981/2002). Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τα άρθρα 1 παρ. 7β' Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 6 Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Η διάταξη της παραγράφου 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7β' Ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 Ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι "αν όμως ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Η ρύθμιση των νέων διατάξεων στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 ευρώ) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγουμένου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση (ΑΠ 2416/2005).
Στην περίπτωση τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 εδάφιο πρώτο Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικώτερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση, που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (Ολ. ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1855/2006). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Η νεώτερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 Ν. 2721/1999 ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και επομένως πρέπει αυτή να εφαρμοσθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 294/2004). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1445/2004, ΑΠ 1820/2003, ΑΠ 865/2003).- 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ' 29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ'819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135, ΑΠ 1364/2006).
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
4.- Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα προσκομισθέντα και επισυναφθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το υπόμνημα του ίδιου, προέκυψαν τα εξής, κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ειρημένος κατηγορούμενος διετέλεσε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." κατά το έτος 1999. Ο ανωτέρω κατήρτισε στις 5-1-1999 ως νόμιμος εκπρόσωπος της "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΕΑΖ" και για λογαριασμό αυτής, σύμβαση πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, με τη Γενική Τράπεζα (κατάστημα .....), δυνάμει της οποίας η προαναφερθείσα Τράπεζα παρείχε στην πιστούχο πίστωση μέχρι το ποσό των 80.000.000 δραχμών (234.776,23 ευρώ) με βασικό επιτόκιο χορηγήσεως 14,8% (βλ. την υπ' αριθμ. συμβ. 1...... πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό). Για την ασφάλεια της χρηματοδοτήσεως ενεχυράσθησαν προς την Τράπεζα αξιόγραφα και εγγυήθηκαν προσωπικά ο άνω κατηγορούμενος, η (σύζυγός του) ..... και η ...... Η εν λόγω Τράπεζα ζήτησε περαιτέρω εγγυήσεις, οι οποίες και δόθηκαν με όσα ακολούθως περιγράφονται. Ο κατηγορούμενος προκειμένου να επιτύχει την ολοκλήρωση της προαναφερομένης συμβάσεως πιστώσεως και (να) ικανοποιήσει την αξίωση της Τράπεζας για περαιτέρω παροχή εγγυήσεως, συνέλαβε και εξετέλεσε σχέδιο παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και εκείνων που συνεβλήθησαν για λογαριασμό της Τράπεζας, όπως οι Γ1 και Γ2 (βλ. και την από 1-2-99 σύμβαση παροχής εγγυήσεως). Συγκεκριμένα, κατήρτισε πλαστό έγγραφο και δη το από 12-1-1999 "πρακτικό έκτακτης γενικής συνελεύσεως" σύμφωνα με το οποίο εμφαινόταν ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο οι μέτοχοι της εγκαλούσας "ΒΕΟΚ Α.Ε."
συνήλθαν περί ώρα 11.30 π.μ. σε έκτακτη γενική συνέλευση και αποφάσισαν ομοφώνως να παράσχουν εγγύηση υπέρ της εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" σε Ελληνική Τράπεζα δίδοντας προς τον σκοπό αυτό αντίστοιχη εντολή προς τον διευθύνοντα σύμβουλο, προς δε ότι, εξέλεξαν δια μυστικής ψηφοφορίας νέο τριμελές Δ.Σ. για την περίοδο 1999-2001, αποτελούμενο από τον ειρημένο κατηγορούμενο Χ1 την Υ2 και τη Υ3 (βλ. το πρακτικό εκτάκτου γενικής συνελεύσεως της ΒΙΟΜ. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ "ΒΕΟΚ ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε."). Επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ως ημερομηνία την 20-1-1999 και υπό την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου των πρακτικών ΓΣ-Ο Πρόεδρος του Δ.Σ." έθεσε την υπογραφή του και κατ'απομίμηση πλαστή σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας με στοιχεία "Β.Ε.Ο.Κ. ΒΙΟΜ/ΝΙΑ ΕΠΕΞ/ΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤ/ΛΩΝ, ΑΔ.Σ. ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε. ΕΔΡΑ & ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΑΓ. ΠΕΤΡΟΥ 13, ΑΧΑΡΝΑΙ, ΑΤΤΙΚΗΣ, ΤΗΛ......... ΑΦΜ ..... ΑΡ.ΦΑΚ. ......" (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Ο ίδιος ως άνω, κατήρτισε στη συνέχεια (14-1-1999) άλλο πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τους συναλλασσόμενους μαζί του και δη τα από 14-1-1999 πρακτικά διοικητικού συμβουλίου, στα οποία εμφαινόταν ότι, τα εκλεγέντα μέλη του Δ.Σ. την 12η Ιανουαρίου 1999 από την έκτακτη γενική συνέλευση της εγκαλούσας εταιρείας ("ΒΕΟΚ - ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε. ΒΙΟΤΕΧΜΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ") συγκροτήθηκαν σε σώμα και εξελέγησαν, ο μεν προειρημένος (Χ1 , κατηγορούμενος και νυν εκκαλών) ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας οι δε Υ2 και Υ3 ως μέλη (βλ. πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου, ΒΕΟΚ - ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ ΑΕ, 14-1-99). Προς δε, δια των προαναφερομένων πλαστών πρακτικών, εμφαινόταν ότι, το διοικητικό συμβούλιο της ειρημένης εταιρείας είχε ομοφώνως αποφασίσει την προς τον κατηγορούμενο παροχή εντολής και πληρεξουσιότητας, όπως υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές του, ασκεί όλες τις αρμοδιότητες, εξουσίες και δικαιώματα τα αναφερόμενα στο άρθρο 15 του καταστατικού, να ενεργεί μόνος του και να δεσμεύει την εταιρεία δια μόνης της υπογραφής του έναντι παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, ήτοι να αναλαμβάνει χρήματα, χρηματόγραφα, μερίσματα, αποδείξεις και τοκομερίδια, να εισπράττει χρήματα εμβαζόμενα ή δι'οιουδήποτε οφειλόμενα στην εταιρεία, να εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί και εξοφλεί συναλλαγματικές και επιταγές, να παραλαμβάνει φορτωτικές και συνάπτει συμβάσεις μετά των Τραπεζών για το άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, έκδοση εγγυητικών επιστολών υπέρ της εταιρείας ή υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου και προς οιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είσπραξη φορτωτικών μετά ενεγγύου προκαταβολής, χορήγηση δανείων προς την εταιρεία, πιστώσεων δι'ανοικτού λογαριασμού με προσωπική ασφάλεια και για την αύξηση των ήδη υφιστάμενων πιστώσεων ή και ασφαλισμένων με υποθήκη ή γραμμάτια και παντός είδους ενεχύρου και να ποιείται χρήση αυτών, είτε δι'επιταγών, είτε δι'εντολών, είτε δι'αποδείξεως λήψεως χρημάτων, ως και την υπέρ της εταιρείας μισθωμένων γραφείων, να παρέχει εμπράγματη ασφάλεια προς εξόφληση απαιτήσεως κατά της εταιρείας υπέρ κινητών και ακινήτων πραγμάτων, δηλαδή ενέχυρο πάσης φύσεως, υποθήκη, προσημείωση και να παρέχει εγγυήσεις εκ μέρους και δια λογαριασμό της εταιρείας υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, να αναλαμβάνει τα εις ενέχυρο δοθέντα και να χορηγεί απαλλαγές από εγγυητικές επιστολές, να συνάπτει μισθώσεις και να λύει αυτές, να προσλαμβάνει, απολύει και να ρυθμίζει τις αποδοχές του πάσης φύσεως προσωπικού της εταιρείας διοικητικού ή εργατοτεχνικού και εν γένει να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως εκ των πάσης φύσεως εισπράξεων και να κανονίζει τις πάσης φύσεως πληρωμές δια λογαριασμό της εταιρείας. Περαιτέρω δε, να εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον των δικαστηρίων και ενώπιον πάσης Αρχής (βλ. πρακτικά του Δ.Σ. της 14-1-1999). Επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε ως ημερομηνία την 14-11-1999 και υπό την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου των πρακτικών Γ.Σ. - Ο Πρόεδρος του Δ.Σ." έθεσε την υπογραφή του και κατ' απομίμηση πλαστή σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας με τα προειρημένα στοιχεία (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Ακολούθως στις 28-1-1999 κατήρτισε με μηχανικό τρόπο πλαστό έγγραφο, ήτοι έγγραφο που εφέρετο ότι είχε εκδοθεί από το Τμήμα ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με θέμα την "ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο ΑΕ απόφασης εκλογής Διοικητικού Συμβουλίου και Συγκρότησης αυτού σε σώμα της ΒΕΟΚ ΑΕ", δυνάμει του οποίου εμφαινόταν, ότι στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών καταχωρήθηκε η από 18-1-1999 απόφαση Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων της ανωτέρω εταιρείας και το από 14-1-1999 Πρακτικό του Δ.Σ., δυνάμει του οποίου προέκυπτε πως το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείτο από τον Χ1 (κατηγορούμενο) ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τις Υ2 Υ3 ως μέλη και τη εταιρεία εκπροσωπούσε από την 12η Ιανουαρίου 1999 ο προαναφερόμενος (Χ1 ). Προς δε, επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα του Εθνικού Τυπογραφείου, επί της οποίας ανέγραψε ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "....." και ως ημερομηνία εισόδου την ...... (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Με τα προαναφερόμενα πλαστά έγγραφα ο κατηγορούμενος, Χ1 , είχε σκοπό να παραπλανήσει κάθε τρίτο αποδέκτη αυτών, σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ότι αυτός έφερε, δήθεν, την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ("ΒΕΟΚ Α.Ε.") εγκαλούσας εταιρείας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, υπό την προεκτεθείσα σύνθεσή του είχε νομίμως εκλεγεί από τη Γενική Συνέλευση, ότι είχε (δήθεν) γίνει η καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών και η καταχώρηση αυτή είχε κοινοποιηθεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση και είχε, δήθεν, λάβει και αριθμό πρωτοκόλλου και αριθμό εισόδου. Περαιτέρω, σκοπός του άνω κατηγορουμένου ήταν, με κάθε ένα εκ των ειρημένων πλαστών εγγράφων να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας, σχετικά με το γεγονός ότι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα από το Δ.Σ. της "ΒΕΟΚ Α.Ε." Εταιρείας, μεταξύ των άλλων, να παράσχει εγγύηση υπέρ της Τράπεζας για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από την από 5-1-1999 σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού που είχε καταρτίσει με την ασφαλιστική εταιρεία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ" της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ετύγχανε ο ανωτέρω, και να επιτύχει έτσι την χορήγηση σ'αυτή πιστώσεως ύψους ποσού 80.000.000 δραχμών (234,776,23 ευρώ) με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", αλλά και της Τράπεζας, το επιδιωκόμενο δε όφελος για τον ίδιο και την εταιρεία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συνδέεται αυτοτελώς με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας που κατά τα ανωτέρω διέπραξε. Περαιτέρω προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε επ'ακριβώς, αλλά πάντως στο χρονικό διάστημα από 28-1-1999 έως 1-2-1999 εμφανίσθηκε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας (Γ1 και Γ2)και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτούς, ότι ετύγχανε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρείας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, υπό την προεκτεθείσα σύνθεσή του είχε νομίμως εκλεγεί από τη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας, ότι είχε γίνει η σχετική καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών και η καταχώρηση αυτή είχε κοινοποιηθεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση και είχε λάβει αριθμό πρωτοκόλλου και αριθμό εισόδου, ότι το ανωτέρω Δ.Σ. του είχε παράσχει την εντολή και πληρεξουσιότητα και μεταξύ άλλων να δεσμεύει την εταιρεία δια μόνης της υπογραφής του έναντι παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, προς δε να παρέχει εγγυήσεις εκ μέρους και δια λογαριασμό της εταιρείας υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις (του) ενίσχυσε με την προσκόμιση και επίκληση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων που παρέδωσε στους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας, οι οποίοι επείσθησαν σχετικά με τη νομιμότητα εκπροσωπήσεως της εταιρείας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", την ιδιότητα του κατηγορουμένου αλλά και την πληρεξουσιότητα παροχής εγγυήσεων και συνεβλήθησαν ως εκπρόσωποι της Τράπεζας με αυτόν, υπογράφοντας την από 1-2-1999 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, δυνάμει της οποίας φερόταν, ότι η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα τους όρους της από 5-1-1999 συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και εγγυάτο την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της Γενικής Τράπεζας και της "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", την από ..... σύμβαση παροχής εγγυήσεως μεταξύ της Γενικής Τράπεζας και της "ΒΕΟΚ ΑΕ" νομίμως εκπροσωπουμένης υπό του Χ1 το από 12-1-1999 πρακτικό εκτάκτου Γεν. Συνελεύσεως της "ΒΕΟΚ Α.Ε." τα πρακτικά του Δ.Σ. της "ΒΕΟΚ Α.Ε." της 14-1-1999, την ανακοίνωση καταχωρήσεως στο Μητρώο Α.Ε. αποφ. εκλογής Δ.Σ. και συγκροτήσεως αυτού σε σώμα της "ΒΕΟΚ ΑΕ", προς δε τα υπ'αριθμ. 5909/20-8-96 και 3105/30-5-2001 φύλλα ΦΕΚ, τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ Πρακτικά Δ.Σ. 25/9/01........... "ΒΕΟΚ ΑΕ", και την από 21-5-2001 ανακοπή της "ΒΕΟΚ ΑΕ" ενώπιον του Πολυμελ. Πρωτ. Αθ. κατά της Γενικής Τράπεζας και ης υπ'αριθμ. 1363/01 διαταγής πληρωμής του δικαστή Μονομ. Πρωτ. Αθηνών). Ο σκοπός του προειρημένου κατηγορουμένου ήταν, τον οποίο και επέτυχε, με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και την παραπλάνηση των υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας, το παράνομο περιουσιακό όφελος υπέρ του ιδίου και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", συνιστάμενο στην συνομολόγηση και υπογραφή της υπ'αριθμ. ...... συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, δια της οποίας παρείχετο στον άνω πιστούχο πίστωση μέχρι του ποσού των 80.000.000 δραχμών (234.736,23 Ευρώ), με ζημία τόσο της εγκαλούσας εταιρείας η οποία εγγυήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, όσο και της εν λόγω Τράπεζας. 'Ετσι λοιπόν, σύμφωνα με τα προειρημένα, το συνιστάμενο στην χορήγηση της ανωτέρω πιστώσεως συνολικό όφελος για τον κατηγορούμενο και για την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", αλλά και η αντίστοιχη ζημία, τόσο της Γενικής Τράπεζας που χορήγησε την ρηθείσα πίστωση, όσο και της εγκαλούσας εταιρείας "ΒΕΟΚ ΑΕ" που εμφαινόταν ως εγγυήτρια, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις άνω περιστάσεις, υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε το έγκλημα της απάτης, προκύπτει ότι αυτός διέπραξε αυτή την πράξη, ενεργώντας κατ'επάγγελμα, έχοντας διαμορφώσει υποδομή, δηλαδή σχεδιασμό που συνίστατο στην μεθοδευμένη κατάρτιση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων, δια των οποίων εμφανίζετο ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρείας, προς δε στην εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας, της οποίας ήταν ήδη πελάτης και πιστούχος στο προγενέστερο χρονικό διάστημα αλλά και της προθέσεώς του για (την) επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής.
Ο κατηγορούμενος αρνείται τις σε βάρος του προδιαληφθείσες πράξεις, τις οποίες εν τέλει αποδίδει στον απασχολούμενο στην εταιρεία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" Υ1 Οι ισχυρισμοί του όμως ελέγχονται ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι, καθ'όσον πέραν της προσωπικής εγγυήσεως που χορήγησε ο Υ1 (βλ. την από 1-2-1999 σύμβαση), ουδεμία άλλη εμπλοκή του προκύπτει, τόσο κατά την κατάρτιση ων άνω εγγράφων, όσο και κατά την κατάθεση αυτών (των πλαστών) στην Τράπεζα, όπως ο προειρημένος διατείνεται (βλ. και την από 25-10-2001 ένορκη κατάθεση της Προϊσταμένης χορηγήσεων, προς δε τις καταθέσεις των μαρτύρων (αναφέρονται 5 ονόματα). Εν όψει αυτών και από το σύνολο των καταθέσεων μαρτύρων και όλων των εγγράφων της δικογραφίας, ο εκκαλών τυγχάνει παραπεμπτέος ενώπιον του Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων), σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 ε' και 313 ΚΠΔ, προκειμένου να δικασθεί για τα αποδιδόμενα σ'αυτόν εγκλήματα, για τα οποία προκύπτουν εναντίον του, σοβαρές ενδείξεις ενοχής, δικαιολογούσες πλήρως ακροαματικό της υποθέσεως έλεγχο. Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο άνω εκκαλών ελέγχονται ως αβάσιμα καθ'όσον ουδείς ισχυρισμός του συνοδεύεται ή υποστηρίζεται με συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύει ότι το εκκαλούμενο βούλευμα δεν έκρινε ορθώς.
Αυτά λοιπόν δεχθέν και το εκκαλούμενο βούλευμα είναι πρόδηλο, ότι δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των εν γένει πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αλλά ούτε και περί την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού ποινικού δικαίου.
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του εκκαλούντος για περαιτέρω κυρία ανάκριση προκειμένου να εξετασθούν οι Υ1 και Υ2 -των οποίων δεν αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των- παρατηρούμε ότι: από τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του ανωτέρω, όπως εκτενώς προεξετέθη και συνεπώς αλυσιτελής θα ετύγχανε (και) η εξέταση των προαναφερομένων (ΑΠ 1158/2001 Π.Χρ. ΝΒ/414).
Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί το αίτημα του εκκαλούντος για περαιτέρω κυρία ανάκριση επί τω τέλει εξετάσεως των ανωτέρω επί της υπό κρίση ποινικής υποθέσεως.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ για κάθε μερικώτερη πράξη και της απάτης κατ'επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ', στ', 26, 27, 94, 98, 216 παρ. 1 και 3 και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι ο δράστης όλων των μερικωτέρων πράξεων της πλαστογραφίας.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθούν τα στοιχεία ταυτότητας των μετόχων της εταιρείας "ΒΕΟΚ ΑΕ", αφού η κατηγορία της πλαστογραφίας δεν συνίσταται στην πλαστογράφηση της υπογραφής των προσώπων αυτών. Επίσης ρητώς αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι σκοπός του αναιρεσείοντα ήταν με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων της Γενικής Τράπεζας να επιτύχει την χορήγηση στην ασφαλιστική εταιρεία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, πιστώσεως ύψους ποσού 80.000.000 δραχμών ή 234.776 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρείας "ΒΕΟΚ ΑΕ", αλλά και της Τράπεζας, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίτευξη του οφέλους αυτού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Ως απαράδεκτο επίσης πρέπει να απορριφθεί και το προβαλλόμενο στο διαδικαστικό αυτό στάδιο αίτημα του αναιρεσείοντα για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Τέλος αβάσιμη πρέπει να κριθεί και η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε αίτημά του για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν οι συντάξαντες τα πλαστά έγγραφα. Συγκεκριμένα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως και η διάταξη περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ή προανακρίσεως, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους για τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η αιτιολογία πάντως αυτή, η έλλειψη της οποίας προβάλλεται με τον αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στην αιτιολογία για την ύπαρξη ή μη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής και την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου για την παραπομπή ή όχι του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, εφ'όσον βέβαια η τελευταία είναι πλήρης (ΑΠ 1606/2005). Στην προκειμένη όμως περίπτωση στο προσβαλλόμενο βούλευμα, του οποίου η παραπεμπτική κρίση είναι αιτιολογημένη, με πληρότητα διαλαμβάνεται και απάντηση στο αίτημα του αναιρεσείοντα για διεξαγωγή περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του, "όσον αφορά το αίτημα του εκκαλούντος για περαιτέρω κυρία ανάκριση, προκειμένου να εξετασθούν οι Υ1 και Υ2 των οποίων δεν αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των- παρατηρούμε ότι: από τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του ανωτέρω, όπως εκτενώς προεξετέθη και συνεπώς αλυσιτελώς θα ετύγχανε (και) η εξέταση των προαναφερομένων".
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 172/15-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθ. 1501/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2007

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Στέλιος Κ. Γκρόζος

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει όταν το έγγραφο καταρτίσθηκε επ'ονόματι άλλου, σαν να εκδόθηκε από αυτόν. Τέτοια δε περίπτωση καταρτίσεως πλαστού εγγράφου υπάρχει και όταν ο δράστης, επικαλούμενος ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας, υπογράφει κάποιο έγγραφο για λογαριασμό της εταιρίας αυτής, ώστε να φαίνεται η τελευταία ως εκδότρια του εγγράφου αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από τη συμπλήρωσή της και την αντικατάστασή της από τα άρθρα 1 παρ. 7α' Ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2α' και β' Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Η διάταξη της παραγράφου 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α' Ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996, και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α' και β' Ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999, και ορίσθηκε ότι "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ)". Η ρύθμιση των νέων διατάξεων στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 ευρώ) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο εκείνης του προηγουμένου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση, που προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (Ολ. ΑΠ 5/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1501/2006 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 διετέλεσε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ." κατά το έτος 1999. Ο ανωτέρω, κατήρτισε στις 5-1-1999, ως νόμιμος εκπρόσωπος της "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΕΑΖ" και για λογαριασμό αυτής, σύμβαση πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, με τη Γενική Τράπεζα (κατάστημα .....), δυνάμει της οποίας η προαναφερθείσα Τράπεζα παρείχε στην πιστούχο πίστωση μέχρι το ποσό των 80.000.000 δραχμών (234.776,23 ευρώ) με βασικό επιτόκιο χορηγήσεως 14,8% (βλ. την υπ' αριθμ. συμβ. ..... πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό). Για την ασφάλεια της χρηματοδοτήσεως ενεχυράσθησαν προς την Τράπεζα αξιόγραφα και εγγυήθηκαν προσωπικά ο άνω κατηγορούμενος, η (σύζυγός του) ..... και η ...... Η εν λόγω Τράπεζα ζήτησε περαιτέρω εγγυήσεις, οι οποίες και δόθηκαν με όσα ακολούθως περιγράφονται. Ο κατηγορούμενος προκειμένου να επιτύχει την ολοκλήρωση της προαναφερομένης συμβάσεως πιστώσεως και (να) ικανοποιήσει την αξίωση της Τράπεζας για περαιτέρω παροχή εγγυήσεως, συνέλαβε και εξετέλεσε σχέδιο παραπλανήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και εκείνων που συνεβλήθησαν για λογαριασμό της Τράπεζας, όπως οι Γ1 καιΓ2 (βλ. και την από 1-2-99 σύμβαση παροχής εγγυήσεως). Συγκεκριμένα, κατήρτισε πλαστό έγγραφο και δη το από 12-1-1999 "πρακτικό έκτακτης γενικής συνελεύσεως", σύμφωνα με το οποίο εμφαινόταν ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο οι μέτοχοι της εγκαλούσας "ΒΕΟΚ Α.Ε." συνήλθαν περί ώρα 11.30 π.μ. σε έκτακτη γενική συνέλευση και αποφάσισαν ομοφώνως να παράσχουν εγγύηση υπέρ της εταιρίας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" σε Ελληνική Τράπεζα δίδοντας προς τον σκοπό αυτό αντίστοιχη εντολή προς τον διευθύνοντα σύμβουλο, προς δε ότι, εξέλεξαν δια μυστικής ψηφοφορίας νέο τριμελές Δ.Σ. για την περίοδο 1999-2001, αποτελούμενο από τον ειρημένο κατηγορούμενο Χ1 την Υ2 και τη Υ3 (βλ. το πρακτικό εκτάκτου γενικής συνελεύσεως της ΒΙΟΜ. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ "ΒΕΟΚ ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε."). Επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ως ημερομηνία την 20-1-1999 και υπό την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου των πρακτικών ΓΣ-Ο Πρόεδρος του Δ.Σ." έθεσε την υπογραφή του και κατ'απομίμηση πλαστή σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας με στοιχεία "Β.Ε.Ο.Κ. ΒΙΟΜ/ΝΙΑ ΕΠΕΞ/ΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤ/ΛΩΝ, ΑΔ.Σ. ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε. ΕΔΡΑ & ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΑΓ. ΠΕΤΡΟΥ 13, ΑΧΑΡΝΑΙ, ΑΤΤΙΚΗΣ, ΤΗΛ......... ΑΦΜ .... - ΑΡ.ΦΑΚ. ....." (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Ο ίδιος ως άνω, κατήρτισε στη συνέχεια (14-1-1999) άλλο πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τους συναλλασσόμενους μαζί του, και δη τα από 14-1-1999 πρακτικά διοικητικού συμβουλίου, στα οποία εμφαινόταν ότι, τα εκλεγέντα μέλη του Δ.Σ. την 12η Ιανουαρίου 1999 από την έκτακτη γενική συνέλευση της εγκαλούσας εταιρίας ("ΒΕΟΚ - ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α.Ε. ΒΙΟΤΕΧΜΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ") συγκροτήθηκαν σε σώμα και εξελέγησαν, ο μεν προειρημένος Χ1 , κατηγορούμενος και νυν εκκαλών) ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας, οι δε Υ2 και Υ3 ως μέλη (βλ. πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου, ΒΕΟΚ - ΑΔΑΜ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ ΑΕ, 14-1-99). Προς δε, δια των προαναφερομένων πλαστών πρακτικών, εμφαινόταν ότι το διοικητικό συμβούλιο της ειρημένης εταιρίας είχε ομοφώνως αποφασίσει την προς τον κατηγορούμενο παροχή εντολής και πληρεξουσιότητας, όπως, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές του, ασκεί όλες τις αρμοδιότητες, εξουσίες και δικαιώματα τα αναφερόμενα στο άρθρο 15 του καταστατικού, να ενεργεί μόνος του και να δεσμεύει την εταιρία δια μόνης της υπογραφής του έναντι παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, ήτοι να αναλαμβάνει χρήματα, χρηματόγραφα, μερίσματα, αποδείξεις και τοκομερίδια, να εισπράττει χρήματα εμβαζόμενα ή δι'οιουδήποτε οφειλόμενα στην εταιρία, να εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί και εξοφλεί συναλλαγματικές και επιταγές, να παραλαμβάνει φορτωτικές και συνάπτει συμβάσεις μετά των Τραπεζών για το άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, έκδοση εγγυητικών επιστολών υπέρ της εταιρίας ή υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου και προς οιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είσπραξη φορτωτικών μετά ενεγγύου προκαταβολής, χορήγηση δανείων προς την εταιρία, πιστώσεων δι'ανοικτού λογαριασμού με προσωπική ασφάλεια και για την αύξηση των ήδη υφιστάμενων πιστώσεων ή και ασφαλισμένων με υποθήκη ή γραμμάτια και παντός είδους ενεχύρου και να ποιείται χρήση αυτών, είτε δι'επιταγών, είτε δι'εντολών, είτε δι'αποδείξεως λήψεως χρημάτων, ως και των υπέρ της εταιρίας μισθωμένων γραφείων, να παρέχει εμπράγματη ασφάλεια προς εξόφληση απαιτήσεως κατά της εταιρίας υπέρ κινητών και ακινήτων πραγμάτων, δηλαδή, ενέχυρο πάσης φύσεως, υποθήκη, προσημείωση, και να παρέχει εγγυήσεις εκ μέρους και δια λογαριασμό της εταιρίας υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, να αναλαμβάνει τα εις ενέχυρο δοθέντα και να χορηγεί απαλλαγές από εγγυητικές επιστολές, να συνάπτει πάσης φύσεως μισθώσεις και να λύει αυτές, να προσλαμβάνει, απολύει και να ρυθμίζει τις αποδοχές του πάσης φύσεως προσωπικού της εταιρίας διοικητικού ή εργατοτεχνικού και εν γένει να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως εκ των πάσης φύσεως εισπράξεων και να κανονίζει τις πάσης φύσεως πληρωμές δια λογαριασμό της εταιρείας. Περαιτέρω δε, να εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον των δικαστηρίων και ενώπιον πάσης Αρχής (βλ. πρακτικά του Δ.Σ. της 14-1-1999). Επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε ως ημερομηνία την 14-11-1999 και υπό την ένδειξη "ακριβές αντίγραφο εκ του βιβλίου των πρακτικών Γ.Σ. - Ο Πρόεδρος του Δ.Σ." έθεσε την υπογραφή του και κατ' απομίμηση πλαστή σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρίας με τα προειρημένα στοιχεία (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Ακολούθως, στις 28-1-1999 κατήρτισε με μηχανικό τρόπο πλαστό έγγραφο, ήτοι έγγραφο που εφέρετο ότι είχε εκδοθεί από το Τμήμα ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με θέμα την "ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο ΑΕ απόφασης εκλογής Διοικητικού Συμβουλίου και Συγκρότησης αυτού σε σώμα της ΒΕΟΚ ΑΕ", δυνάμει του οποίου εμφαινόταν, ότι στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών καταχωρήθηκε η από 18-1-1999 απόφαση Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων της ανωτέρω εταιρείας και το από 14-1-1999 Πρακτικό του Δ.Σ., δυνάμει του οποίου προέκυπτε πως το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείτο από τονΧ1(κατηγορούμενο) ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τις Υ2, Υ3 ως μέλη και την εταιρία εκπροσωπούσε από την 12η Ιανουαρίου 1999 ο προαναφερόμενος (Χ1). Προς δε, επί του πλαστού αυτού εγγράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα του Εθνικού Τυπογραφείου, επί της οποίας ανέγραψε ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "....." και ως ημερομηνία εισόδου την ..... (βλ. το παραπάνω έγγραφο). Με τα προαναφερόμενα πλαστά έγγραφα ο κατηγορούμενος, Χ1 , είχε σκοπό να παραπλανήσει κάθε τρίτο αποδέκτη αυτών, σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ότι αυτός έφερε, δήθεν, την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ("ΒΕΟΚ Α.Ε.") εγκαλούσας εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, υπό την προεκτεθείσα σύνθεσή του είχε νομίμως εκλεγεί από τη Γενική Συνέλευση, ότι είχε (δήθεν) γίνει η καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών και η καταχώρηση αυτή είχε κοινοποιηθεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση και είχε, δήθεν, λάβει και αριθμό πρωτοκόλλου και αριθμό εισόδου. Περαιτέρω, σκοπός του άνω κατηγορουμένου ήταν, με κάθε ένα εκ των ειρημένων πλαστών εγγράφων να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας, σχετικά με το γεγονός ότι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα από το Δ.Σ. της "ΒΕΟΚ Α.Ε." Εταιρίας, μεταξύ των άλλων, να παράσχει εγγύηση υπέρ της Τράπεζας για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από την από 5-1-1999 σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού που είχε καταρτίσει με την ασφαλιστική εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Α.Ζ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ετύγχανε ο ανωτέρω, και να επιτύχει έτσι την χορήγηση σ'αυτή πιστώσεως ύψους ποσού 80.000.000 δραχμών (234.776.23 ευρώ) με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", αλλά και της Τράπεζας, το επιδιωκόμενο δε όφελος για τον ίδιο και την εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" συνδέεται αυτοτελώς με κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας που κατά τα ανωτέρω διέπραξε. Περαιτέρω, προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, σε ημερομηνία που δεν διακριβώθηκε επ'ακριβώς, αλλά πάντως στο χρονικό διάστημα από 28-1-1999 έως 1-2-1999, εμφανίσθηκε ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Γενικής ΤράπεζαςΓ1 και Γ2)και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτούς, ότι ετύγχανε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, υπό την προεκτεθείσα σύνθεσή του είχε νομίμως εκλεγεί από τη Γενική Συνέλευση της Εταιρίας, ότι είχε γίνει η σχετική καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών και η καταχώρηση αυτή είχε κοινοποιηθεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση και είχε λάβει αριθμό πρωτοκόλλου και αριθμό εισόδου, ότι το ανωτέρω Δ.Σ. του είχε παράσχει την εντολή και πληρεξουσιότητα και μεταξύ άλλων να δεσμεύει την εταιρία δια μόνης της υπογραφής του έναντι παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, προς δε να παρέχει εγγυήσεις εκ μέρους και δια λογαριασμό της εταιρείας υπέρ οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις (του) ενίσχυσε με την προσκόμιση και επίκληση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων που παρέδωσε στους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας, οι οποίοι επείσθησαν σχετικά με τη νομιμότητα εκπροσωπήσεως της εταιρείας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", την ιδιότητα του κατηγορουμένου αλλά και την πληρεξουσιότητα παροχής εγγυήσεων και συνεβλήθησαν ως εκπρόσωποι της Τράπεζας με αυτόν, υπογράφοντας την από 1-2-1999 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, δυνάμει της οποίας φερόταν ότι η εγκαλούσα εταιρεία είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα τους όρους της από 5-1-1999 συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και εγγυάτο την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως (βλ. την από 5-1-1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της Γενικής Τράπεζας και της "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", την από 1-2-1999 σύμβαση παροχής εγγυήσεως μεταξύ της Γενικής Τράπεζας και της "ΒΕΟΚ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης υπό του Χ1 το από 12-1-1999 πρακτικό εκτάκτου Γεν. Συνελεύσεως της "ΒΕΟΚ Α.Ε.", τα πρακτικά του Δ.Σ. της "ΒΕΟΚ Α.Ε." της 14-1-1999, την ανακοίνωση καταχωρήσεως στο Μητρώο Α.Ε. αποφ. εκλογής Δ.Σ. και συγκροτήσεως αυτού σε σώμα της "ΒΕΟΚ ΑΕ", προς δε τα υπ'αριθμ. 5909/20-8-96 και 3105/30-5-2001 φύλλα ΦΕΚ, τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ, τα Πρακτικά του Δ.Σ. 26/9/01 της "ΒΕΟΚ ΑΕ", και την από 21-5-2001 ανακοπή της "ΒΕΟΚ ΑΕ" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Γενικής Τράπεζας και της υπ'αριθμ. 1363/01 διαταγής πληρωμής του δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Ο σκοπός του προειρημένου κατηγορουμένου ήταν, τον οποίο και επέτυχε, με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και την παραπλάνηση των υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας, το παράνομο περιουσιακό όφελος υπέρ του ιδίου και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", συνιστάμενο στην συνομολόγηση και υπογραφή της υπ'αριθμ. .......συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, δια της οποίας παρείχετο στον άνω πιστούχο πίστωση μέχρι του ποσού των 80.000.000 δραχμών (234.776,23 ευρώ), με ζημία τόσο της εγκαλούσας εταιρίας η οποία εγγυήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, όσο και της εν λόγω Τράπεζας. 'Ετσι λοιπόν, σύμφωνα με τα προειρημένα, το συνιστάμενο στην χορήγηση της ανωτέρω πιστώσεως συνολικό όφελος για τον κατηγορούμενο και για την εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", αλλά και η αντίστοιχη ζημία, τόσο της Γενικής Τράπεζας που χορήγησε την ρηθείσα πίστωση, όσο και της εγκαλούσας εταιρίας "ΒΕΟΚ ΑΕ", που εμφαινόταν ως εγγυήτρια, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις ως άνω περιστάσεις, υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε το έγκλημα της απάτης, προκύπτει ότι αυτός διέπραξε αυτή την πράξη, ενεργώντας κατ'επάγγελμα, έχοντας διαμορφώσει υποδομή, δηλαδή, σχεδιασμό που συνίστατο στην μεθοδευμένη κατάρτιση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων, δια των οποίων εμφανίζετο ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας, προς δε στην εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας, της οποίας ήταν ήδη πελάτης και πιστούχος στο προγενέστερο χρονικό διάστημα αλλά και (ενόψει) της προθέσεώς του για (την) επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις σε βάρος του προδιαληφθείσες πράξεις, τις οποίες εν τέλει αποδίδει στον απασχολούμενο στην εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ" Υ1 Οι ισχυρισμοί του όμως ελέγχονται ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι, καθ'όσον, πέραν της προσωπικής εγγυήσεως που χορήγησε ο Υ1(βλ. την από 1-2-1999 σύμβαση παροχής εγγυήσεως) για την προαναφερθείσα σύμβαση, ουδεμία άλλη εμπλοκή του προκύπτει, τόσο κατά την κατάρτιση των άνω εγγράφων, όσο και κατά την κατάθεση αυτών (των πλαστών) στην Τράπεζα, όπως ο προειρημένος διατείνεται (βλ. και την από 25-10-2001 ένορκη κατάθεση της Προϊσταμένης χορηγήσεων, προς δε τις καταθέσεις των μαρτύρων (αναφέρονται 5 ονόματα).
Εν όψει αυτών και από το σύνολο των καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων της δικογραφίας, ο εκκαλών τυγχάνει παραπεμπτέος ενώπιον του Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων), σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1 ε' και 313 ΚΠΔ, προκειμένου να δικασθεί για τα αποδιδόμενα σ'αυτόν εγκλήματα, για τα οποία προκύπτουν εναντίον του σοβαρές ενδείξεις ενοχής, δικαιολογούσες πλήρως ακροαματικό της υποθέσεως έλεγχο. Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο άνω εκκαλών ελέγχονται ως αβάσιμα, καθ'όσον ουδείς ισχυρισμός του συνοδεύεται ή υποστηρίζεται με συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι το εκκαλούμενο βούλευμα δεν έκρινε ορθώς.
Συνεπώς με βάση τα όσα δέχθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα είναι πρόδηλο, ότι δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και των εν γένει πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αλλά ούτε και περί την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού ποινικού δικαίου... Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του εκκαλούντος για περαιτέρω κυρία ανάκριση προκειμένου να εξετασθούν οι Υ1 και Υ2 παρεκτός του ότι δεν αναφέρεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας τους από τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του ανωτέρω, όπως εκτενώς προεκτέθηκε, και συνεπώς, αλυσιτελής θα ετύγχανε (και) η εξέταση των προαναφερομένων (ΑΠ 1158/2001 Π.Χρ. ΝΒ/414). Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί το αίτημα του εκκαλούντος για περαιτέρω κυρία ανάκριση επί τω τέλει εξετάσεως των ανωτέρω επί της υπό κρίση ποινικής υποθέσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1501/2006 βούλευμα του ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 των αποδιδομένων σ' αυτόν πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ για κάθε μερικότερη πράξη και β) της απάτης κατ'επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και για το λόγο αυτόν απέρριψε την ασκηθείσαν απ' αυτόν κατά του υπ' αριθ. 2027/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', στ', 26 παρ. 1α, 27, 94, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος (με επιτρεπτή, όπως προαναφέρθηκε, αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους ("καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα προσκομισθέντα και επισυναφθέντα στην παρούσα (δικογραφία) έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το υπόμνημα του ίδιου"), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, δεν υπάρχει δεν ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο έκρινε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι ο δράστης όλων των μερικότερων πράξεων της ανωτέρω πλαστογραφίας, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν ήταν αναγκαίο να μνημονευθούν τα στοιχεία ταυτότητας των μετόχων της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας "ΒΕΟΚ Α.Ε.", αφού η κατηγορία της πλαστογραφίας δεν συνίσταται στην πλαστογράφηση της υπογραφής των εν λόγω προσώπων. Επίσης, ρητώς αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι σκοπός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ήταν με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις και την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας να επιτύχει τη χορήγηση στην ασφαλιστική εταιρία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕΑΖ", της οποίας αυτός ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, πιστώσεως ύψους ποσού 80.000.000 δραχμών (ήτοι 234.776 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας, αλλά και της άνω Τράπεζας, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίτευξη του οφέλους αυτού. Προς τούτοις, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της άνω πράξεως της απάτης, το Συμβούλιο Εφετών με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην αναφερόμενη υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, από την οποία προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, επίσης, αιτιολογημένα, το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για περαιτέρω κυρία ανάκριση, η διάταξη της οποίας απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Συμβουλίου που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, προκειμένου να κληθούν και να εξετασθούν οι προαναφερθέντες μάρτυρες, και κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο το προβαλλόμενο στο διαδικαστικό αυτό στάδιο αίτημα αυτού για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και τις σκέψεις της Εισαγγελικής Προτάσεως, στις οποίες το Συμβούλιο αυτό κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση τουΧ1 για αναίρεση του 1501/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιανουαρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2008.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή