Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1093 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση - ηθική αυτουργία κλπ, με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός ότι έγινε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων και δη δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, για την οποία δε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αιτιολογικό. Αναιρεί και παύει οριστικά, εν μέρει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Παραπέμπει κατά τα λοιπά. Παρέλκει η έρευνα του έτερου λόγου.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1093/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη, 2. Χ2, κατοίκου ...... και 3. Χ3, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, περί αναιρέσεως της 642/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση.

Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 37/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, δια ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την πληρότητα όμως, της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από αυτά και του τι ειδικότερα προέκυψε από καθένα. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στη κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Δικαστήριο που την εξέδωσε προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, έλαβε υπόψη του: τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι "Στα ...... ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, και στις 25 Ιανουαρίου 2001 και στον ...... ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 στις 17 Ιουνίου 2002 και στις 5 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα σχετιζόμενα ουσιαστικά και διαδικαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάστηκαν και απέκρυψαν την αλήθεια. Ειδικότερα, στο Γραφείο Εισηγήσεων του Πρωτοδικείου Χανίων, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που έταξε η με αριθμό 173/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξεταζόμενος ο Χ2 ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Εισηγήτριας - Δικαστού Μαρίας Βαρελάκη, Πρωτοδίκου, επί των θεμάτων αποδείξεων και ανταποδείξεως της ως άνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-7-1997 και με αριθμ. πρωτ. 342/22-7-1997 διεκδικητικής αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά των νυν δεύτερου και τρίτης των εγκαλούντων Α και Β αντίστοιχα, σχετικά με οικόπεδο κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ...... επαρχίας ...... και δη στην περιοχή ......, εντός του ομώνυμου οικισμού και επί της από 24-2-1998 και με αριθμ. πρωτ. 94/24-2-1998 πρόσθετης παρέμβασης του πρώτου εγκαλούντα Ψ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων υπέρ των εναγόμενων (νυν δεύτερου και τρίτης των εγκαλούντων) στην άνω υπ' αριθμ. 342/22-7-1997 αγωγή, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα παρακάτω αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας γεγονότα, τα οποία περιέχονται στην με αριθμό 40/2000 Έκθεση Εισηγήσεως του Πρωτοδικείου Χανίων. 2) Στον ...... ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που έταξε η με αριθμό ως άνω απόφαση 173/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των Ειρηνοδικών Πειραιά Α. Αντωνογιαννάκη (την 17-6-2002) και Ελένης Αναματερού (την 5-11-2002) ως εντεταλμένων δικαστών, επί των θεμάτων αποδείξεως και ανταποδείξεως της προαναφερθείσας αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα γεγονότα, τα οποία περιέχονται στην με αριθμό 15/2002 Εισηγητική Έκθεση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία έχει καταχωρηθεί στα βιβλία Εισηγήσεων του Πρωτοδικείου Χανίων την 18-11-2002 με αριθμ. πρωτ. 72/2002 και όπως ειδικότερα τα γεγονότα αυτά περιέχονται στο διατακτικό της παρούσσας. Στην κατάθεση των πιο πάνω ψευδών γεγονότων κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες προέβησαν οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορούμενων ενώ εγνώριζαν την αναλήθεια τους και τη σχετική με αυτά αλήθεια που συνιστάται στο ότι το επίδικο ανήκε από πολλά χρόνια πριν στον Γ και ότι στη συνέχεια περιήλθε στον πρώτο εγκαλούντα Ψ μέχρι που ο τελευταίος το πώλησε στους δεύτερο και Τρίτη των εγκαλούντων Α και Β, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και οι δικαιοπάροχοι του (Δ, κλπ) δεν είχαν ασκήσει ποτέ ούτε οι ίδιοι, ούτε άλλοι στο όνομα τους καμία απολύτως πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο, αλλά αντίθετα έβλεπε ότι το επίδικο ήταν περιφραγμένο με σιδερένιους πασσάλους (αρχικά) και με συρματόπλεγμα στη συνέχεια και τελευταία με τσιμεντένιο τοιχίο από τον πρώτο εγκαλούντα, χωρίς καμία απολύτως αντίδραση του πρώτου κατηγορουμένου, ότι έβλεπε το επίδικο να καλλιεργείται από τον πρώτο εγκαλούντα και τον δικαιοπάροχο πατέρα του, ότι η μητέρα του Ε δεν είχε μισθώσει ποτέ ούτε από τον πρώτο εγκαλούμενο, ούτε από κανένα άλλο το επίδικο, ούτε πλήρωσε ουδέποτε οποιαδήποτε εισφορά προς τον ΤΟΕΒ για το επίδικο και ποτέ δεν είχε δέσει τα ζώα του πρώτου κατηγορουμένου εντός του επίδικου τμήματος. 3) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος προκάλεσε με πρόθεση στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 και στον τρίτο κατηγορούμενο Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις πιο πάνω διαπραχθείσες από αυτούς άδικες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα με φορτικότητα, πειθώ, υποσχέσεις, προτροπές και συμβουλές παρότρυνε και έπεισε στα ...... την 29 Σεπτεμβρίου 2000, την 27 Νοεμβρίου 2000 και την 25 Ιανουαρίου 2001 το δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει τα ως άνω εκτεθέντα ψευδή γεγονότα και στον Πειραιά την 17 Ιουνίου 2002 και την 5 Νοεμβρίου 2002 τον τρίτο κατηγορούμενο να καταθέσει τα ως άνω εκτεθέντα ψευδή γεγονότα και να αποκρύψουν την αλήθεια ενώ εγνώριζαν τόσο αυτοί (δεύτερος και ο τρίτος κατηγορούμενος) όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος την αναλήθεια των γεγονότων αυτών. Σχετικά με την αναλήθεια όλων αυτών που κατέθεσαν οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και την πρόθεση του τρίτου των κατηγορουμένων να προκαλέσει τους πρώτο και δεύτερο τούτων να καταθέσουν τα ως άνω ψευδή πραγματικά περιστατικά ρητά κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας καταθέτοντας πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αναλήθεια των κατατεθέντων εκ μέρους των δύο πρώτων των κατηγορουμένων".
Από την ανωτέρω περικοπή δεν προκύπτει και μάλιστα αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατάθεση της μοναδικής μάρτυρος υπερασπίσεως και συζύγου του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1, η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, η οποία ούτε καν μνημονεύεται σε κάποιο σημείο του κειμένου του αιτιολογικού της απόφασης. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας (άρθρα 18, 46 και 224 παρ.1 και 2 του ΠΚ), φέρονται ότι τελέσθηκαν την 29-9-2000 και 25-1-2001, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 8-4-2009, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (29-4-2009), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών, εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.), και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων 1) Χ2 και 2) Χ1, ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις. Επομένως, κατά τα λοιπά για τις μη παραγραφείσες πράξεις, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 642/9-4-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων Χ2 και Χ1 για τις μερικότερες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί την 29-9-2000 και 25-1-2001. Και,

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή