Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2325 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτη, με την επίκληση των λόγων, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) της απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει αιτιολογία και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση περί αναβολής, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και κληθεί μάρτυρας. Δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν επιτράπηκε στο συνήγορο του κατηγορουμένου, που τον εκπροσωπούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2325/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 3277/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1869/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπό του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα και στις 15-11-2001, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων που κατάρτισε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά τον ανωτέρω χρόνο, κατάρτισε επτά (7) πλαστές συναλλαγματικές αποδοχής της εγκαλούσας μηνύτριας Ψ, θέτοντας στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή της κατ' απομίμηση, χωρίς κανένα προς τούτο δικαίωμα και χωρίς εντολή ή συναίνεσή της. Ειδικότερα, κατάρτισε επτά συναλλαγματικές ποσών 500.000, 450.000, 450.000, 450.000, 398.000, 400.000 και 450.000 δραχμών και λήξεως στις 30-4-2002, 30-5-2002, 31-5-2002, 30-6-2002, 30-7-2002, 3-7-2002 και 30-6-2002, αντίστοιχα, εκδόσεως του ιδίου με ημερομηνία 15-11-2001 και στη θέση της υπογραφής του αποδέκτη των ως άνω συναλλαγματικών έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ως άνω εγκαλούσας μηνύτριας, εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της, τούτο δε έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους και κυρίως τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA ότι οι ως συναλλαγματικές είχαν γίνει αποδεκτές από την ως άνω εγκαλούσα μηνύτρια, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες και συνεπαγόταν την υποχρέωση της εγκαλούσας να πληρώσει τις συναλλαγματικές στο κομιστή τους κατά τη λήξη τους, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση των ως άνω πλαστών συναλλαγματικών εμφανίζοντας αυτές στην τράπεζα ALPHA και προεξοφλώντας αυτές για τη χορήγηση πιστώσεως στην επιχείρησή του. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα και κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2001, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και να χρηματοδοτηθεί παράνομα με το ποσό των ως άνω πλαστών συναλλαγματικών, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω συναλλαγματικές ήταν πλαστές κατά την υπογραφή της αποδέκτριάς τους, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του καταστήματος της τράπεζας ALPHA στην Καλλιθέα Αττικής ότι οι προαναφερθείσες επτά (7) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 3.098.000 δραχμών, είχαν νόμιμα γίνει αποδεκτές από την μηνύτρια Ψ και ήταν καθόλα γνήσιες και έτσι τους παραπλάνησε και τους έπεισε να παραλάβουν τις συναλλαγματικές στον λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα τους και να τον πιστώσουν με το ποσό τους, βλάπτοντας έτσι τόσο την περιουσία της τράπεζας ALPHA με το αντίστοιχο ποσό των 3.098.400 δραχμών που τον πίστωσε, όσο και την περιουσία της εγκαλούσας μηνύτριας που φέρεται να οφείλει το ποσό αυτό ως αποδέκτρια των συναλλαγματικών στην ως άνω τράπεζα και η οποία έχει ήδη υποβληθεί και θα υποβληθεί και στο μέλλον σε έξοδα δικηγόρων και σε δικαστικές δαπάνες για να μην πληρώσει τις ως άνω πλαστές συναλλαγματικές. Τέλος, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ. και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης που κατηγορείται, σύμφωνα με το διατακτικό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, ήτοι της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση και της απάτης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27, 94, 98 παρ.1, 216 παρ.1 και 386 παρ. 1α' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε τις επίμαχες επτά (7) συναλλαγματικές ποσού εκάστης 500.000, 450.000, 450.000, 450.000, 398.000, 400.000, και 450.000 δραχμών και λήξεως 30-4-2002, 30-5-2002, 31-5-2002, 30-6-2002, 30-7-2002, 30-7-2002 και 30-6-2002, αντίστοιχα και έθεσε επί των σωμάτων αυτών στη θέση του αποδέκτου την υπογραφή της εγκαλούσας, χωρίς τη γνώση και την προηγούμενη συναίνεσή της. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι πρόθεση του αναιρεσείοντος, ήταν να παραπλανήσει τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας ALPHA BANK, στον οποίο και τις εμφάνισε, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, φέρουν την πραγματική και γνήσια υπογραφή της εγκαλούσας και επίσης, ότι με την από μέρους αυτής αποδοχή των συναλλαγματικών, της δημιουργούσε, την υποχρέωση να πληρώσει κατά τη χρονολογία λήξης τους, τις ενσωματούμενες σε αυτές χρηματικές αξίες. Αιτιολογείται ακόμη, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων έκανε χρήση αυτών των συναλλαγματικών, και τις οποίες στη συνέχεια προεξόφλησε, προκειμένου να πιστωθεί ο προσωπικός του λογαριασμός με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Επιπρόσθετα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων από πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας κατά το συνολικό ποσό των 3.098.000 δραχμών, αφού παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας, ότι οι εμφανισθείσες απ' αυτόν επτά(7) συναλλαγματικές ήσαν γνήσιες και είχαν γίνει αποδεκτές από την εγκαλούσα. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του, πέτυχε να παραπλανήσει τον αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο, και στη συνέχεια να του προεξοφλήσουν τις επίμαχες συναλλαγματικές και να πιστωθεί ο τραπεζικός του λογαριασμός με το ισόποσο των 3.098.000 δραχμών, προς βλάβη τόσο της περιουσιακής κατάστασης της Τράπεζας, η οποία πίστωσε το λογαριασμό του, κατά το ισόποσο χρηματικό ποσό, όσο και εκείνης της εγκαλούσας, την οποία εμφάνισε ως οφειλέτιδα του ως άνω χρηματικού ποσού, έναντι της πληρώτριας Τράπεζας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος, για αναβολή της συζητήσεως της υπόθεσης, δέχθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ.3 του Κ.Π.Δ, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις, μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ.2 του ίδιου άρθρου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου είναι επαρκή για να μορφώσει το Δικαστήριο αυτό πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση επί της υποθέσεως και δεν χρειάζεται να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως για να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και ο μάρτυρας Α που είχε εξετάσει πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος ως μάρτυρα υπερασπίσεώς του, αφού η κατάθεσή του περιέχεται στα αναγνωστέα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά ούτε και προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ως προς την πλαστότητα της υπογραφής της εγκαλούσας Ψ, στις επίδικες συναλλαγματικές, αφού η πλαστότητα της υπογραφής της αποδεικνύεται επαρκώς από τις καταθέσεις της ίδιας και των λοιπών μαρτύρων που γνωρίζουν τη γραφή και την υπογραφή της. Επομένως, ενόψει τούτων, το σχετικό αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις που υποβλήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου, λόγω και του υπάρχοντος κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, κρίνεται παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του πλήρη και ειδική αιτιολογία αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για τους επικαλούμενους απ' αυτόν πιο πάνω λόγους, ως εκ περισσού δε διέλαβε τη σκέψη ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής, αφού εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα και με σαφήνεια οι λόγοι εκείνοι, για τους οποίους δεν επιβαλλόταν η διενέργεια της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά και δεν κρινόταν αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να κληθεί και εξεταστεί ο παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος θα πρέπει να σημειωθεί, ότι με πρόταση του αναιρεσείοντος είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και του οποίου η κατάθεση, ως ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνώσθηκε. Επίσης, η από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό. 'Ετσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ζήτησε να αναγνωριστούν σ' αυτόν (κατηγορούμενο) τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. α' και ε' του Π.Κ", χωρίς, όμως, να καταθέσει εγγράφως τον εν λόγω ισχυρισμό του για την αναγνώριση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και χωρίς να αναπτύξει προφορικά αυτόν. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με την, μέχρι το χρόνο τέλεσης των άνω πράξεων, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του, καθώς και εκείνα (περιστατικά), σχετικά με την επικαλούμενη καλή συμπεριφορά του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις εν λόγω πράξεις του, ως εκ περισσού δε το δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη του. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, α) περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο κατά το σκέλος που πλήττει την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, όσο και κατά το σκέλος της απόρριψης του αιτήματος αναβολής, αλλά και του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και β) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Τέλος, από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη συζήτηση έφεσής του κατά καταδικαστικής γι' αυτόν απόφασης, εκπροσωπείται από το συνήγορό του που έχει ειδική προς τούτο εντολή, η εκπροσώπησή του αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, δίδεται δε από τον ίδιο και όχι από το συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Ο τελευταίος, από την δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, δεν αποκτά ταυτόχρονα την ιδιότητα και δικονομική θέση του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις τυχόν υποβαλλόμενες από το δικαστήριο, αντί γι' αυτόν, ερωτήσεις. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου, τον οποίο εκπροσωπούσε ο συνήγορος αυτού, έδωσε το λόγο στον συνήγορό του, ο οποίος και ανέπτυξε την υπεράσπισή του, χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του, στη συνέχεια δε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, έδωσε τελευταία το λόγο στον συνήγορο ο οποίος ζήτησε την επιβολή του ελάχιστου της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί σ' αυτόν, ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, εντεύθεν δε είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως. Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 9207 από 16-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 3.277/30-3-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή