Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 247 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εμπρησμός, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.




Περίληψη:
Εμπρησμός με ενδεχόμενο δόλο. Διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου του Α.Π. και προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως. Απορρίπτει αίτημα να διαταχθεί από το Συμβούλιο του Α.Π. νέα αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης κατά βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης.




Αριθμός 247/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο το Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 581/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 282/22.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ'αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 50/14-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..... δια πληρεξουσίου η οποία είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με ημερομηνία 8-7-2005 έφεση του κατά του με αριθμ. 206/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικαστεί για εμπρησμό με ενδεχόμενο δόλο από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και για διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της, έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της υπέρβασης εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1, α, β και δ ΚΠΔ).
Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα α. δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η από μέρους του αναιρεσείοντα γνώση του επικινδύνου του μεταφερομένου φορτίου η οποία γνώση προέρχεται από το με αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας ''Σύνδεσμος'' β. ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναφέρεται στην αιτίαση περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιορίστηκε αναιτιολόγητα και δέχθηκε σαν πηγή γνώσης του επικινδύνου του φορτίου το παραπάνω αναφερθέν τιμολόγιο αποστολής αναφέροντας ότι η μοναδική αποστολή του τιμολογίου είναι ότι αποτελεί στοιχείο της έκδοσης της φορτωτικής και όχι οποιαδήποτε άλλη χρήση ή πληροφόρηση, και αναφέροντας συγχρόνως την υποχρέωση του αποστολέα να γνωστοποιήσει γραπτά στον μεταφορέα το είδος και την επικινδυνότητα του φορτίου αποποιούμενος μετά ταύτα την ευθύνη του από τον οποιονδήποτε κίνδυνο ήθελε προκύψει από το μεταφερόμενο φορτίο. 3. ότι δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν είχε απωθήσει από την συνείδηση του τα προκύψαντα αποτελέσματα από την ανάφλεξη του φορτίου το οποίο μετέφερε το αυτοκίνητο του και τον κίνδυνο που προκλήθηκε στους επιβάτες του πλοίου και τη διατάραξη των δια πλοίου συγκοινωνιών με κίνδυνο για ανθρώπους. 4. ότι απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του στο Συμβούλιο Εφετών Κρήτης και 5. απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμο- σύνης. Έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνιστά τον εκ του άρθρου 484 & 1 στ. β Κ.Π.Δ., απορρέοντα λόγο αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 168/2000, ΑΠ 891/2000). Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 στοιχ. α' ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαϊά τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κάθειρξη αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση είναι η πρόκληση κοινού κινδύνου, που υπάρχει όταν η πυρκαϊά απειλεί ευρύτερο κύκλο ξένων πραγμάτων διαφόρων ιδιοκτητών και σε έκταση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των υστέρων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στοιχεία τέλεσης του εγκλήματος αυτού είναι εκτός των άλλων η πυρκαϊά να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών κύκλο ή ανθρώπων και δόλος συνιστάμενος στην θέληση να προξενηθεί πυρκαϊά και στη γνώση ότι από αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε ανθρώπους αρκούντος και του ενδεχομένου (ΑΠ 569/2000, ΑΠ 1825/2003). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 291 ΠΚ Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα? β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο?. Εξάγεται ότι για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της διατάραξης της ασφαλείας σιδηροδρόμων πλοίων και αεροσκαφών απαιτείται η με οποιοδήποτε τρόπο, με πράξη, ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας προς αποτροπή ή καταστολή του κινδύνου διατάραξη της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης ή εναέριας συγκοινωνίας με συνέπεια τη δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ζωής ή υγείας ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση του εγκλήματος ή επέλευση του κινδύνου αρκούσης της δυνατότητας επέλευσης αυτού για δε την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος αρκούντος και του ενδεχομένου (500/2003, ΑΠ 1055/2005).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26 και 27 ΠΚ στις οποίες γίνεται λόγος περί των ειδών του δόλου προκύπτει ότι ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης αν και κατευθύνει την βούληση και τις ενέργειες του σε κάποιο αξιόποινο αποτέλεσμα γνωρίζει ότι από τις ενέργειες του μπορεί να προκληθεί και άλλο αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο αποδέχεται (ΑΠ 1977/1985, ΑΠ 519/1987) η αποδοχή δε αυτή ως ενδεικτικός παράγων προσδιορισμού του βαθμού της αποδοχής του πιθανολογούμενου αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη κρίνεται κυρίως με αντικειμενικά δεδομένα από τα οποία αφ' ενός μεν θα κριθεί το ποσοστό επικινδυνότητας το οποίο ο δράστης είχε υπ' όψη του κατά την ενέργεια της συγκεκριμένης πράξης και αφ' ετέρου το βουλητικό στοιχείο του δράστη περί του αν τα αποτελέσματα της πράξης ευρίσκονται μέσα στα πλαίσιο της βούλησης του τα οποία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν όταν ο δράστης προβαίνει σε εγχείρημα με πάρα πολύ υψηλό ποσοστό κινδύνου οπότε είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η αποδοχή των αποτελεσμάτων της πράξης του ευρίσκεται μέσα στην από την αρχή επιδειχθείσα βούληση του (Ανδρουλάκης Π.Χ ΜΑ19, Α Χαραλαμπάκης Π.Χ ΜΕ -1189).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση η οποία μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπ' όψη δέχθηκε ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Το επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο ''.....'' της ναυτιλιακής εταιρείας Μινωϊκές γραμμές εκτελούσε στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003 δρομολόγιο από ..... προς ..... . Την 03.22 και περί τα σαράντα μίλια από το λιμάνι προορισμού του εξερράγη πυρκαϊά στον με αριθμ. τρία κύριο χώρο στάθμευσης οχημάτων. Το σύστημα αυτόματης δι' ενεργοποιήσεως του συστήματος πυρόσβεσης με νερό τέθηκε σε λειτουργία και επί τόπου έσπευσε άγημα μελών του πληρώματος προς κατάσβεση της πυρκαϊάς όπως επίσης έγινε και συγκέντρωση των 1400 επιβατών και των 117 μελών του πληρώματος στους προκαθορισμένους σταθμούς για πιθανή εκκένωση του πλοίου. Μετά την επιτυχή καταστολή της πυρκαϊάς διαπιστώθηκε ότι αυτή άρχισε από το με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι είχαν προκληθεί από την πυρκαϊά φθορές σε άλλα μεταφερόμενα φορτηγά αυτοκίνητα όπως και ζημιές σε καλώδια και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό του πλοίου από την οποία αιτία προκλήθηκε βραχυκύκλωμα με συνέπεια να παρουσιαστεί δυσλειτουργία των οργάνων στην διακυβέρνηση του πλοίου εξ αιτίας της οποίας χάθηκε ο έλεγχος του πηδαλίου του πλοίου για χρονικό διάστημα πλέον των 23 λεπτών, διάστημα κατά το οποίο το πλοίο κατέστη ακυβέρνητον και πραγμάτωσε περιστροφή συνεπεία των ρευμάτων και του ανέμου με συνέπεια την από μέρους του πλοιάρχου ακινητοποίηση του για ορισμένο χρονικό διάστημα και τελικά το πλοίο εισέπλευσε στο λιμάνι προορισμού του με τις δικές του δυνάμεις μετά από αρκετή καθυστέρηση. Η πυρκαϊά κατά τον χρόνο καταστολής της εντοπίστηκε όπως αναφέρθηκε στο με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα και στη συνέχεια μετά τις γενόμενες αυτοψίες και πραγματογνωμοσύνες από τους αναφερόμενους στο προσβαλλόμενο βούλευμα πραγματογνώμονες καθ' ένας από τους οποίους ερεύνησε το παραπάνω ρυμουλκούμενο και το φορτίο του κατέληξαν ότι η σημειωθείσα πυρκαϊά οφείλεται στην ανάφλεξη του μεταφερόμενου από το όχημα αυτό φορτίου. Από την έρευνα του φορτίου του οχήματος διαπιστώθηκε ότι το όχημα αυτό μετέφερε ποικιλία φορτίου, όπως φάρμακα, καλλυντικά, οινοπνευματώδη ποτά, διαφημιστικούς αναπτήρες με πιεζοηλεκτρικό μηχανισμό, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ξύλινα έπιπλα καθώς και πέντε κιβώτια των είκοσι πλαστικών φιαλών του ενός κιλού εκάστη Περυντρόλ (υπεροξείδιον του υδρογόνου) σε πυκνότητα 50% και ένα κιβώτιο πλαστικών φιαλών του ενός κιλού οι οποίες περιείχαν φαρμακευτική ακετόνη καθαρότητας 99 %. Τα παραπάνω μεταφερόμενα είδη του Περυντρόλ και της φαρμακευτικής ακετόνης είναι το πρώτο εξαιρετικά δραστικό οξειδωτικό και το δεύτερο ιδιαίτερα εύφλεκτο και αλληλεπιδρούν. Τα φορτία αυτά κατατάσσονται στην κατηγορία των επικινδύνων φορτίων για τα οποία πρέπει η μεταφορά να γίνεται με ιδιαίτερες προφυλάξεις και με συσκευασίες ανθεκτικές συσκευασίες οι οποίες πρέπει να εξασφαλίζουν πλήρη στεγανότητα, ανθεκτικότητα κατά την μεταφορά όπως και ότι τα δύο φορτία πρέπει να τοποθετούνται σε αρκετά μεγάλη μεταξύ τους απόσταση και η στοιβασία τους πρέπει να γίνεται σε ανοικτό κατάστρωμα και όχι σε κλειστό χώρο και με τις προφυλάξεις και τα μέτρα τα οποία προβλέπονται από τον κανονισμό θαλάσσιας μεταφοράς επικινδύνων φορτίων, και για τον σκοπό αυτό πρέπει να γίνεται κατάλληλη σήμανση όπως και δήλωση του επικινδύνου φορτίου. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι το με αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο όχημα ανήκε στον αναιρεσείοντα και διαχειριζόταν από την εταιρεία ''Δίολκος Ιδιότυπος Μεταφορική Εταιρεία Εθνικών Μεταφορών'' Ε.Π.Ε με διαχειριστή τον ίδιο και εκτελούσε μεταφορά για λογαριασμό της Εταιρείας ''Δελ-Κα Μεταφορική Προμηθευτική'' ΕΠΕ της οποίας ένας από τους δύο διαχειριστάς ήταν ο αναιρεσείων η οποία είχε καταρτίσει συμφωνία μεταφοράς με την εταιρεία ''Σύνδεσμός Ανώνυμη Εισαγωγική και Εμπορική Εταιρεία Παραφαρμακευτικών και Καλλυντικών Προϊόντων'' της οποίας εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Χ2. Για την μεταφορά αυτή εκδόθηκε φορτωτική από την ''Δελ-Κα Μεταφορική Προμηθευτική'' ΕΠΕ δηλ. τον αναιρεσείοντα βάσει του με αριθμ. ..... τιμολογίου της εταιρείας ''Σύνδεσμος ΑΕΕΕ'' στην οποία αναφέρονταν ότι μεταφέρονταν φάρμακα.
Στο τιμολόγιο αυτό αναφερόταν ότι μεταξύ του φορτίου το οποίο παραδόθηκε για μεταφορά περιέχονταν και τα παραπάνω επικίνδυνα είδη, του Περυντρόλ και Ακετόνης κατ' είδος και κατά ποσότητα ενώ στην φορτωτική η οποία εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα τα επικίνδυνα αυτά είδη αναφέρονταν σαν φάρμακα, τουτέστιν το φορτίο από είδος επικίνδυνο και υποκείμενο σε ειδικές ρυθμίσεις και περιορισμούς για τη μεταφορά μετατράπηκε με τον χαρακτηρισμό αυτό από τον αναιρεσείοντα σε απλό ακίνδυνο φορτίο φαρμάκων.
Το προσβαλλόμενο βούλευμα κάνει σχετικές σκέψεις περί του ότι ο αναιρεσείων γνώριζε του ότι το όχημα του μετέφερε το επικίνδυνο φορτίο από το οποίο προκλήθηκε η πυρκαϊά και ότι η γνώση του προερχόταν από το παραπάνω τιμολόγιο και ότι ενήργησε παρά την γνώση των κινδύνων που εγκυμονούσε η μεταφορά αυτή αποδεχόμενος τους οποιουσδήποτε κινδύνους εκ της μεταφοράς αυτής προκειμένου να μη χάσει τους πελάτες του απαντώντας στον αναιρεσείοντα στα όσα αναφέρει περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν είχε απαντήσει σχετικά περί του αν αυτός είχε απωθήσει ή όχι το αποτέλεσμα από την συνείδηση του γεγονός το οποίο όπως αναφέρθηκε και παραπάνω είναι πραγματικό.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση, αναφέροντας και αναλύοντας άμα και τις διατάξεις βάσει των οποίων παραπέμπεται τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων παραπονείται και αναφέρει ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται αναφορά και δεν παρατίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου ισχυριζόμενος ότι δεν του είχε επιδοθεί σχετική ανακοίνωση επικινδύνου φορτίου από την εταιρεία που πραγματοποιούσε την μεταφορά και ότι δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αποδεχόταν τα οποιοδήποτε αποτέλεσμα από την μεταφορά του επικίνδυνου φορτίου και ότι δεν είχε απωθήσει το αποτέλεσμα τούτο από την συνείδηση του. Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς ανεξάρτητα της έλλειψης τυπικής ανακοίνωσης του εντείλλαντος την μεταφορά, ο μεταφορέας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο αναιρεσείων έχει την ευθύνη της μεταφοράς όπως επίσης και την ευθύνη από την επέλευση του οποιουδήποτε αποτελέσματος από την πραγματοποιούμενη μεταφορά και κατά την εκτέλεση αυτής και ειδικά στην περίπτωση της μεταφοράς επικινδύνων φορτίων αρκεί να γνωρίζει την επικινδυνότητα του φορτίου ή να την έχει πληροφορηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και ότι η ευθύνη του αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός της έλλειψης της κατά πανηγυρικό τρόπο γνωστοποίησης της επικινδυνότητας του φορτίου, της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα έλλειψης ανακοίνωσης έχουσας μόνο έννομες συνέπειες μεταξύ αυτού και του φορτωτή σχέσεις. Το ότι το φορτίο ήταν επικίνδυνο και το ότι ο αναιρεσείων το γνώριζε προκύπτει από το ότι παραλαμβάνοντας το τιμολόγιο στο οποίο αναφέρονταν τα μεταφερόμενα επικίνδυνα είδη κατ' είδος και κατά ποσότητα και εκδίδοντας την φορτωτική, η οποία αποτελεί το μοναδικό ελεγκτικό μέσο του μεταφερόμενου φορτίου από τα λιμενικά όργανα, μετέτρεψε το επικίνδυνο φορτίο σε απλό ακίνδυνο αναγράφοντας γι'αυτό στην φορτωτική ότι μετέφερε φάρμακα αντί του επικινδύνου φορτίου το οποίο πράγματι αναγράφονταν στο συγκεκριμένο τιμολόγιο. Η ενέργειά του αυτή σε συνδυασμό με το ότι αυτός ενήργησε κατά τον τρόπο που ενήργησε για την πραγματοποίηση της μεταφοράς αντί οποιωνδήποτε κινδύνων για να μην χάσει το πελάτη φορτωτή όπως αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κρίθηκε αρκετό αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την επικινδυνότητα του μεταφερόμενου φορτίου αλλά και αποδεχόταν τους οποιουσδήποτε κινδύνους μεταξύ των οποίων και αυτοί οι οποίοι προέκυψαν και των οποίων η επέλευση ήταν σφόδρα πιθανή και τους οποίους αν λάβομε υπ'όψη και την επιδειχθείσα κατά τα άνω τρόπο περιφρόνηση της πιθανής διακινδύνευσης λόγω των κινδύνων που περιέκλειε αυτή η μεταφορά, προκύπτει ότι δεν είχε απωθήσει το γεγονός αυτό από τη συνείδησή του άλλα τουναντίον αποδεχόταν τα οποιαδήποτε αποτελέσματα αρκεί αυτός να πραγματοποιούσε την μεταφορά την οποία είχε αναλάβει.
Περαιτέρω πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι για την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση λόγω του ότι με πλήρη και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε το αίτημα του αυτό από το προσβαλλόμενο βούλευμα όπως και ο προβληθείς λόγος του ότι απορρίφθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα το αίτημα του για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης γιατί η ανάγκη διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης αλλά και κάθε αποδεικτικού μέσου απόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, το αίτημα του δε αυτό απορρίφθηκε με σαφή και πλήρη αιτιολογία, απορριπτομένου επίσης μετά ταύτα και του αιτήματος του για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
Ο αναιρεσείων υποβάλλει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση το οποίο πρέπει ν' απορριφθεί γιατί ο αναιρεσείων με την απολογία του τα υπομνήματα του κατά διάφορα στάδια της διαδικασίας, με την προηγηθείσα γενομένη δεκτή και την υπό κρίση αναίρεση έχει εκθέσει με επάρκεια και πληρότητα τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος ώστε να μην υπάρχει ανάγκη εμφάνισης του στο Συμβούλιο σας χωρίς κάτι τέτοιο να παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασή του.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 50/14-3-2008 αίτηση του Χ1 έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Να απορριφθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 25-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην υπ'αρ. 50/2008 αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αρ. 293/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, διατυπώνεται αίτημα του αναιρεσείοντος, το μεν για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων, το δε για να επιτραπεί στο συνήγορό του να αναπτύξει προφορικά την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο. Το πρώτο αίτημα είναι νόμιμα, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 Κ.Π.Δ., πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, κατά τρόπο διεξοδικό αναπτύσσει τις απόψεις του στην πολυσέλιδη αναίρεσή του, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο να μην προσφέρει ο,τιδήποτε επί πλέον, αντιθέτως, το δεύτερο αίτημα, είναι μη νόμιμο, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται η δυνατότητα στο συνήγορο του κατηγορουμένου να αναπτύσσει προφορικά την υπόθεση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου).
Ι. Η εκ του άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και του αρθρ. 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, μ£ την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 484 § 1 στοιχ, β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται, η δε αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου και υποδηλοί τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, η συνδρομή όμως του στοιχείου της αποδοχής πρέπει να διαπιστώνεται και δεν τεκμαίρεται από το βαθμό πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, η ύπαρξη πάντως ιδιαίτερα υψηλού βαθμού πιθανότητας προβλέψεως του αποτελέσματος, παρέχει ισχυρή ένδειξη για τη ψυχική στάση του δράστη και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, με παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική Πρόταση, έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντα και του συγκατηγορουμένου του, για τις πράξεις του εμπρησμού με ενδεχόμενο δόλο, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, και για διατάραξη ασφαλείας πλοίων με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 264 περ. β', 291 παρ. 1 περ. β Π.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 6, 3, 18, 19, 24, 25 παρ. 3, 28 Π.Δ. 405/96, 30 παρ. 12 Ν.Δ. 136/46, σε συνδ. με άρθρα 2, 23, 23, 24 ΚΥΑ 378/94. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, αφού προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "To επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο ..... της ναυτιλιακής εταιρείας Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ εκτελούσε το δρομολόγιο .....- ..... στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003 και περί ώρα 03.22', ενώ έπλεε σε απόσταση σαράντα ναυτικών μιλίων περίπου από το λιμένα ....., εξερράγη πυρκαϊά στον υπ' αριθμ. τρία κύριο χώρο σταθμεύσεως οχημάτων, έπειτα δε από συναγερμό πυρός του συστήματος πυρανιχνεύσεως του πλοίου, αφ' ενός τέθηκε σε εφαρμογή ο σχεδιασμός αντιμετωπίσεως πυρκαϊάς, δι' ενεργοποιήσεως του συστήματος πυροσβέσεως με νερό και δια της επί τόπου κατασβέσεως με αντλία νερού και πυροσβεστήρες, από άγημα μελών του πληρώματος φερόντων ειδικές ενδυμασίες και συσκευές και αφ' ετέρου προωθήθηκε η συγκέντρωση των επιβατών στους καθορισμένους σταθμούς, προς πιθανή εκκένωση του πλοίου με τα σωστικά μέσα. Στη διάρκεια καταστολής της πυρκαϊάς εντοπίσθηκε το σημείο ενάρξεως της, στο υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο ασυνόδευτο όχημα, τούτο δε επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια α) από τη συνταχθείσα το Μάρτιο 2004 έκθεση του ορισθέντος στις 19-11-2003 από τη Λιμενική προανακριτική Αρχή πραγματογνώμονα ....., πλοίαρχου του Λιμενικού Σώματος, ηλεκτρολόγου-μηχανολόγου, ο οποίος επιθεώρησε το πλοίο αυθημερόν (19-11-2003) και διαπίστωσε την ύπαρξη εστίας πυρκαϊάς στο έμφορτο όχημα, την καύση του προστατευτικού καλύμματος του οχήματος από μουσαμά, εκ των έσω προς τα έξω και την πρόκληση επιφανειακών φθορών στα παρακείμενα του υπ' αριθμ. ..... συρομένου, οχήματα, εκ μεταφοράς της φωτιάς σε αυτά, β) από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ημερομηνία 20-11-2003 του πυρονόμου ....., εγχειρισθείσα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηρακλείου στις 21-11-2003, με την οποία ο πραγματογνώμων επεξηγεί ότι η απαρχή της πυρκαϊάς τοποθετείται στο χώρο στοιβασίας των εμπορευμάτων του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου (ανεξαρτήτως της απουσίας στην έκθεση αυτή, επακριβούς περιγραφής των αιτίων της πυρκαϊάς, λόγω μη αξιολογήσεως στην αρχική φάση, στην οποία διεξήχθη η πραγματογνωμοσύνη του, της επιδράσεως του φορτίου φιαλιδίων περυντρόλ, κατά τα κατωτέρω παρατιθέμενα), γ) από τη διενεργηθείσα στις 25-11-2003 πραγματογνωμοσύνη του ....., σημαιοφόρου του Λιμενικού Σώματος, με κύριο αντικείμενο την ανεύρεση τυχόν εκρηκτικών υλών, σχετιζομένων με την πυρκαϊά, ως προς την οποία συνέταξε έκθεση, αποφαινόμενος ότι η εστία της πυρκαϊάς και δύο επί μέρους εστίες, ηυρίσκοντο επί του φορτίου του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου (χωρίς φυσικά να ανακαλυφθούν ευρήματα χρήσεως εκρηκτικών υλών), δ) συμπέρασμα περί του αντιθέτου δεν δύναται να συναχθεί από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χημικού ..... με ημερομηνία 20-11-2003, αφού ναι μεν κατέστη ανέφικτο να διαγνώσει ο πραγματογνώμων τη σχέση μεταξύ της επικινδυνότητας του φορτίου του υπ' αριθμ. Ρ 21515 ρυμουλκούμενου και της προκλήσεως της πυρκαϊάς, ελλείψει εξειδικευμένων γνώσεων και εμπειρίας, όμως στην έκθεση πιστοποιείται ο εντοπισμός στα εμπορεύματα που μετεφέροντο με το ρυμουλκούμενο, φιαλών ακετόνης και περυντρόλ, που κατατάσσονται στις επικίνδυνες ουσίες, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 378/1994 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 705). Σημειωτέον ότι ο Χ1, προβάλλοντας την καθαρώς προσωπική του άποψη ότι η φωτιά δεν προξενήθηκε επί του υπ' αριθμ. .....οχήματος, αλλά επεκτάθηκε έξωθεν σε αυτό, ζήτησε από τον Ανακριτή τη διενέργεια αυτοψίας - πραγματογνωμοσύνης (επαναφέροντας παλαιότερο αίτημά του για διενέργεια αυτοψίας στο όχημα), δια του από 26-11-2004 απολογητικού υπομνήματος, χωρίς να γίνει τούτο αποδεκτό από τον Ανακριτή, η άρνηση του οποίου, ουδεμία επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας, ο δε κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να προσφύγει έως την περαίωση της ανακρίσεως, στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (άρθρο 307 περ. γ' ΚΠΔ., βλ. ΑΠ 498/2001, Π.Λογ. 2001 1350), τούτο όμως δεν έπραξε. Ως επακόλουθο της εξαπλώσεως του πυρός, καταστράφηκαν τα εμπορεύματα του υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενου και υπέστη αυτό ζημίες, όπως και τα παραπλεύρως σταθμευμένα φορτηγά, προκλήθηκαν φθορές σε καλώδια και στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό του πλοίου, αλλά και αλλοίωση του χρωματισμού στην εξωτερική του πλευρά, πλησίον της εστίας της πυρκαϊάς, ενώ λόγω της απογυμνώσεως των μεταλλικών αγωγών των καλωδίων και επαφής τους, επήλθε βραχυκύκλωμα, εξ αιτίας του οποίου παρουσιάσθηκε δυσλειτουργία των οργάνων στην αίθουσα διακυβερνήσεως του πλοίου και απωλέσθηκε ο έλεγχος του πηδαλίου στις 03.27.21 (της 19ης-11-2003) επί είκοσι τρία λεπτά, χρονικό διάστημα στη διάρκεια του οποίου, το πλοίο πραγμάτωσε περιστροφή υπό την επήρεια των ρευμάτων και του ανέμου, γεγονότα που οδήγησαν τον πλοίαρχο στην απόφαση ακινητοποιήσεως του πλοίου για ορισμένο χρόνο. Ακολούθως το πλοίο κατέπλευσε στο λιμένα ..... στις 06.40' και μεταξύ των ωρών 08.00' περίπου και 10.10' έλαβε χώρα η αποβίβαση των επιβατών με κλίμακες, που παραχωρήθηκαν από τον Αερολιμένα, κατάλληλα προσηρμοσμένες στα πρυμναία πλευρικά τοιχώματα του κατωτάτου καταστρώματος του πλοίου, ενώ οι καταπέλτες άνοιξαν ύστερα από την επιτυχή ολοκλήρωση της καταβιβάσεως των επιβατών στην ξηρά, διότι ενωρίτερα υφίστατο πιθανότητα αναζωπυρώσεως υπό την επίδραση του οξυγόνου, όπως άλλωστε εμφαίνεται και από τις αναζωπυρώσεις στο υπ' αριθμ. ..... όχημα, ακόμη και μετά την απομάκρυνση του από το πλοίο. Από τα προμνησθέντα συμβάντα και προεχόντως από την πυρκαϊά και κατά δεύτερο λόγο από την απότοκο αυτής παροδική ακυβερνησία του πλοίου, οι χίλιοι τεσσαράκοντα επιβάτες του πλοίου και τα εκατό δέκα επτά μέλη του πληρώματος, διέτρεξαν καίριο κίνδυνο, καθ' όσον η γενίκευση της πυρκαϊάς ήταν δυνατή, εάν ανεφλέγοντο τα ελαστικά των σταθμευμένων στο πλοίο οχημάτων, ένεκα της πυρακτώσεως του δαπέδου, με πιθανή κατάληξη τη βύθιση του πλοίου, ο κίνδυνος ωστόσο αποτράπηκε χάρη στην έγκαιρη και αποτελεσματική επέμβαση του πληρώματος και στην κατάσβεση (ύφεση) του πυρός, κατά συνέπεια δε στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων του εμπρησμού, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους. Περαιτέρω με το υπ' αριθμ. ..... ρυμουλκούμενο, ιδιοκτησίας του Χ1 (που είχε εισφερθεί κατά χρήση στην εκτελέσασα τη συγκεκριμένη μεταφορά, εταιρεία ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ, με διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο το Χ1 (βλ. σχετική καταχώριση στο υπ' αριθμ. 8354/21-9-2001 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ), μεταφερόταν μια μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων, όπως φάρμακα, καλλυντικά, οινοπνευματώδη ποτά, διαφημιστικοί αναπτήρες με πιεζοηλεκτρικό μηχανισμό, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, ξύλινα έπιπλα, καθίσματα από αλουμίνιο, καθώς και πέντε κιβώτια των είκοσι πλαστικών φιαλών, ενός χιλιόγραμμου εκάστη, της χημικής ουσίας περυντρόλ (υπεροξειδίου του υδρογόνου) σε πυκνότητα 50%, εξαιρετικά δραστικού οξειδωτικού και ένα κιβώτιο των είκοσι πλαστικών φιαλών, ενός χιλιόγραμμου εκάστη, φαρμακευτικής ακετόνης με καθαρότητα 99%, ιδιαίτερα εύφλεκτης. Η συσκευασία του περυντρόλ και της ακετόνης είχε γίνει από την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (της οποίας ο Χ2 ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος, βλ. σχετική ανακοίνωση του Νομάρχη Αθηνών στο υπ' αριθμ. 9418/26-114999 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ) και για τη μεταφορά τους με κόμιστρο στο ....., προς παράδοση στον αγοραστή, μαζί με άλλα φαρμακευτικά είδη, καταρτίσθηκε συμφωνία με την εταιρεία ΔΕΑ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ (της οποίας ο Χ1 είναι εις εκ των δύο διαχειριστών και νόμιμος συνεκπρόσωπός της (βλ. σχετική καταχώριση στο υπ' αριθμ. 3736/20-6-1996 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ), τόσον όμως η συσκευασία όσον και η μεταφορά (η εκτέλεση της οποίας ανατέθηκε από την εταιρεία ΔΕΑ-ΚΑ ΕΠΕ στην εταιρεία ΔΙΟΛΚΟΣ ΕΠΕ), πραγματώθηκαν άνευ τηρήσεως των διατάξεων των άρθρων 1 αρ. 11, 7 παρ. παρ. 1 και 2, 18 εδ. α', 19, 22, 23 παρ. 1, 26 παρ. παρ. 2, 3 και 4, 27, 38, 40 και 44 παρ. 2 και του παραρτήματος Γ' παρ. παρ. 1, 3, 4, 6, 7, 8 ΠΔ 405/1996 "Κανονισμός φορτώσεως, εκφορτώσεως, διακινήσεως και παραμονής επικίνδυνων ειδών σε λιμένες και μεταφορά αυτών δια θαλάσσης", αφού 1) η σήμανση επικινδυνότητας των ως άνω εμπορευμάτων ήταν ελλιπής, διότι δεν αναγραφόταν στις συσκευασίες η κλάση (3.1 για την ακετόνη, 5.1 για το περυντρόλ), 2) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του παραρτήματος Γ' του ΠΔ 405/1996 μεταφοράς τους "σε περιορισμένες ποσότητες με Ε/Γ ή Ε/Γ-ο/Γ πλοία", δεδομένου ότι σε αυτήν την περίπτωση η ακετόνη θα έπρεπε να είχε συσκευασθεί σε μεταλλικά δοχεία μεγίστης ποσότητας ενός λίτρου εκάστη ή σε υάλινα και πλαστικά δοχεία μεγίστης ποσότητας πεντακοσίων χιλιοστών του λίτρου έκαστο (ενώ εν προκειμένω κάθε πλαστική φιάλη ακετόνης είχε βάρος ενός χιλιόγραμμου) και το περυντρόλ θα έπρεπε να είχε συσκευασθεί σε δοχεία μεγίστης ποσότητας πεντακοσίων γραμμαρίων (ενώ εν προκειμένω κάθε φιάλη περυντρόλ είχε βάρος ενός χιλιογράμμου), 3) οι συσκευασίες δεν ήταν ασφαλείς και ανθεκτικές, ώστε να αποκλείεται η εκφυγή του περιεχομένου τους, 4) η μεταφορά του περυντρόλ, του οποίου το συνολικό βάρος ανερχόταν σε εκατό χιλιόγραμμα, σε επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο, ασφαλώς δεν εμπίπτει στην έννοια της μεταφοράς επικίνδυνης ουσίας "σε περιορισμένες ποσότητες σε πλοία", σύμφωνα με το παράρτημα Γ' του ΠΔ 405/1996, 5) η στοιβασία του φορτίου στο υπ' αριθμ. ..... όχημα δεν ήταν η ενδεδειγμένη, καθότι τα ξύλινα έπιπλα άφηναν κενά αέρα στο εσωτερικό του φορτίου και επί πλέον η τοποθέτηση των εμπορευμάτων δεν επέτρεπε τις μικρομετακινήσεις και τριβές, 6) δεν έλαβε χώρα διαχωρισμός της ακετόνης από το περυντρόλ και φόρτωσή τους σε διαφορετικούς χώρους, προς αποφυγή αλληλοαντιδράσεως, λόγω της χημικής μη συμβατότητός τους, επιπροσθέτως δε συμπεριλήφθηκαν στο φορτίο και άλλα εύφλεκτα υλικά, που απαριθμήθηκαν πριν, 7) παραλείφθηκε η υποβολή δηλώσεως προς τη Λιμενική Αρχή και τους υπευθύνους του πλοίου, περί φορτώσεως επικίνδυνων υλών. Αιτία προκλήσεως της πυρκαϊάς στο υπ'αριθμ. ..... όχημα αποτέλεσε, η διαρροή περυντρόλ, που επέφερε την έκλυση θερμότητας δι'εξωθερμικής αντιδράσεως με τα φαρμακευτικά προϊόντα, τις μεταλλικές επιφάνειες των συσκευών και την ακετόνη, ως και παρεπομένως τη δημιουργία φλόγας, σε τοπικό περιβάλλον πλούσιο σε οξυγόνο, παραχθέν από το περυντρόλ. Στις 31-3-2006 ο Χ2 επισύναψε στην αίτηση αναιρέσεως την από 27-3-2006 τεχνική έκθεση του χημικού-ερευνητή ....., συνταχθείσα με αίτηση του ιδίου και της εταιρείας του στην οποία υποστηρίζεται ότι οι φιάλες συσκευασίας είναι ανθεκτικές και ότι η πυρκαϊά της 19ης -11-2003 δεν προκλήθηκε από διαρροή περυντρόλ ή ακετόνης, αλλά από άλλο μεταφερόμενο είδος, που δεν μπορεί να εντοπισθεί με βεβαιότητα, όμως ο έλεγχος από τον ..... φιαλών που λήφθηκαν από την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ στον αμέσως προ της 27ης-3-2006 χρόνο (των οποίων μάλιστα δεν διασαφηνίζεται το βάρος ή ο όγκος του περιεχομένου τους) δεν είναι βέβαια, ενδεικτικός της καταστάσεως των φιαλών, που είχαν χρησιμοποιηθεί στη μεταφορά, στην οποία εκδηλώθηκε η πυρκαϊά, ενώ οι απόψεις που διατυπώνονται στην έκθεση για τα αίτια της πυρκαϊάς, είναι επισφαλείς, αφού παραγνωρίζεται ότι η εστία της φωτιάς εντοπίσθηκε στο σημείο τοποθετήσεως των κιβωτίων με τις φιάλες περυντρόλ και ακετόνης, δεν αξιολογείται το ότι ανευρεθείσες, μετά την πυρκαϊά, στο φορτίο του ρυμουλκούμενου, φιάλες ακετόνης, μη θιγείσες από τη φωτιά, ήταν κενές και ακόμη, αποσιωπάται η κατά μη προβλεπόμενο τρόπο συσκευασία, σε ποσότητες μεγαλύτερες των κανονικών, του περυντρόλ και της ακετόνης, με συνέπεια την ύπαρξη υψηλού κινδύνου για την ασφάλεια της μεταφοράς. Σε εναρμόνιση λοιπόν με τα προαναλυθέντα, παραίτιοι της διαπράξεως των εγκλημάτων του εμπρησμού, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και της διαταράξεως της ασφάλειας πλοίου, πράξεως από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, είναι οι ήδη κατηγορηθέντες, 1) Χ2, ο οποίος υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, ευθύνεται για την ακατάλληλη συσκευασία, μη συνάδουσα με τις νόμιμες προδιαγραφές, των επικίνδυνων υγρών ακετόνης και περυντρόλ, τις οποίες προδιαγραφές για την κανονική θαλάσσια μεταφορά τους, αναμφίβολα γνώριζε, ως εκ της επαγγελματικής εμπειρίας του, από τις 16-6-1997, οπότε άρχισε η ισχύς του ΠΔ 405/1996 και εφεξής, καθώς και για την αποδοχή της παράνομης μεταφοράς τους στο λιμένα ..... με επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο, παραδίδοντας τα εμπορεύματα στο μεταφορέα στις 17-11-2003, δηλαδή την προτεραία εκτελέσεως του πλου, χωρίς να καταρτίσει δήλωση φορτώσεως επικίνδυνων ουσιών, 2) Χ1, ο οποίος υπό τις προμνημονευθείσες ιδιότητες ενός εκ των διαχειριστών και νόμιμου συνεκπροσώπου της εταιρείας ΔΕΑ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ και του διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ, ευθύνεται για την απαγορευμένη μεταφορά των επικίνδυνων ουσιών, με πλοίο της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας, αποφεύγοντας φυσικά τη δήλωση επικινδυνότητας των εισκομισθέντων στο πλοίο ειδών, ως και για τη μη ασφαλή τοποθέτηση των εμπορευμάτων στο φορτηγό, δια της αναμείξεως της ακετόνης με το περυντρόλ και με εύφλεκτες ύλες και δια της επικαλύψεως με βαρέα αντικείμενα, εξ αιτίας δε της συνδρομής των ανωτέρω αιτιών, έγινε η αφή του πυρός καθ' ον τρόπο περιγράφηκε ήδη. Συναφώς ο ισχυρισμός του Χ1 ότι είχε άγνοια του περιεχομένου των δεμάτων, που παρέδωσε προς μεταφορά η εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, διότι τα δέματα της ακετόνης και του περυντρόλ στερούντο σημάνσεως επικίνδυνων υλικών, τον οποίο επαναλαμβάνει και ο υπ' αυτού προταθείς μάρτυρας ....., υπάλληλοι της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, ελέγχεται (ο ισχυρισμός) ως ανακριβής καθότι στο υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ τα συγκεκριμένα είδη είχαν αναγραφεί λεπτομερώς, ο δε Χ1 αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του γεγονότος τούτου, όπως εμφαίνεται από την υπ' αριθμ. ..... φορτωτική της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός του τιμολογίου - δελτίου αποστολής της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ, στην εν λόγω φορτωτική ωστόσο και στην από 18-11-2003 κατάσταση αποστολής αγαθών της εταιρείας ΔΕΛ-ΚΑ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, το παραδοθέν φορτίο της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ περιγράφεται με το γενικό όρο "φάρμακα", κατά σαφή παράβαση του άρθρου 19 παρ. 5 ΠΔ 405/1996, με το οποίο καθιερώνεται υποχρέωση αναγραφής σε όλα τα έγγραφα, που αφορούν στη μεταφορά επικίνδυνων ειδών με πλοία, της τεχνικής ονομασίας τους, και της κατατάξεως, ενέργεια του Χ1, που ενδεικνύει διάθεση συγκαλύψεως της μεταφοράς ακετόνης και περυντρόλ, ενώ εξ άλλου η σήμανση επικινδυνότητας επί των φιαλιδίων (ατελής πάντως) και η αναγραφή του περυντρόλ και της ακετόνης στο τιμολόγιο - δελτίο αποστολής δημιουργούν επαρκές πλαίσιο παραδοχής ότι η ονομασία και η ένδειξη επικινδύνου είδους, είχαν τεθεί και στα χαρτοκιβώτια συσκευασίας του περυντρόλ και της ακετόνης (τα οποία ας σημειωθεί ότι καταστράφηκαν στην πυρκαϊά). Από πλευράς υποκειμενικής θεμελιώσεως, οι κατηγορούμενοι έπραξαν με ενδεχόμενο δόλο, έχοντας έκαστος τούτων, (εδώ ας τονισθεί ότι τέλεσαν τις πράξεις, ενεργούντες κεχωρισμένως, χωρίς συναπόφαση), ως παραυτουργοί και όχι με συναυτουργική δράση, όπως μη ορθώς δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου), επίγνωση ότι η μεταφορά επικίνδυνων ουσιών, με πλοίο της ακτοπλοΐας, ενείχε υψηλό ποσοστό κινδύνου αναφλέξεως του φορτίου και εντεύθεν υποβολής των επιβατών και του πληρώματος σε διακινδύνευση της ζωής και της υγείας και παρεμβολής δυσχερειών στην ασφαλή εκτέλεση του ταξιδιού, αποδέχθηκαν ωστόσο τον κίνδυνο, συμβιβαζόμενοι με μία τοιαύτη προοπτική, προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά των δεμάτων ακετόνης και περυντρόλ με το επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο, η οποία (σε περίπτωση αποκαλύψεως του περιεχομένου των δεμάτων προ της επιβιβάσεως του φορτηγού στο πλοίο ή κατά τη διάρκεια της επιβιβάσεως), θα απέβαινε αδύνατη, με συνέπεια την καθυστέρηση παραδόσεως στον παραλήπτη στο ..... και την επαύξηση του κόστους μεταφοράς, με ειδικό δρομολόγιο οχηματαγωγού πλοίου. Κατά ταύτα οι κατηγορούμενοι, αν και ήταν αντιληπτή η σοβαρή πιθανότητα προκλήσεως των εγκληματικών αποτελεσμάτων, δεν απώθησαν αυτά από τη συνείδηση τους, αλλά τα επιδοκίμασαν, με κίνητρο την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους κατ' επωφελή, πλην παράνομο τρόπο και προέβησαν στις πράξεις τους, το δε επιχείρημα ότι η βαρύτητα των εγκλημάτων και οι οικονομικές επιπτώσεις τους, έναντι του κέρδους από την επίμαχη μεταφορά, συνιστούν αντένδειξη για τον ενδεχόμενο δόλο των κατηγορουμένων, δεν αληθεύει, αφού εάν δεν εκτελείτο η μεταφορά των ειδών περυντρόλ και ακετόνης, διεκυβεύετο η εμπορική συνεργασία της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ με τον πελάτη της στο Ηράκλειο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ ΣΥΝ ΠΕ, αλλά και η εμπορική συνεργασία των εταιριών ΔΕΛ-ΚΑ, ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ, ΔΙΟΛΚΟΣ ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΠΕ με την εταιρεία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ. Ετέρωθεν ευθύνη άλλων προσώπων για τα υπό ενασχόληση εγκλήματα του εμπρησμού και της διαταράξεως της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και μάλιστα του πλοιάρχου, του υπευθύνου φορτώσεως ή άλλων μελών του πληρώματος του πλοίου ....., δεν προέκυψε, δοθέντος ότι δεν έλαβε χώρα δήλωση φορτώσεως επικίνδυνων ειδών, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ΠΔ 405/1996 και το παράρτημα Γ' αριθμός 8 ιδίου ΠΔ και το άρθρο 12 παρ.3ι' Γενικού Κανονισμού Λιμένος 14/1997, με επακόλουθο, ο εντοπισμός των επικίνδυνων υλών που περιείχοντο στο υπ' αριθμ. ..... φορτηγό να είναι ανέφικτος, εξ αιτίας του περιορισμένου χρόνου φορτώσεως στο πλοίο, των οχημάτων και της προσθήκης καλύμματος στο ανοικτό τμήμα του φορτηγού, στερεώς προσδεδεμένου. Επιπροσθέτως ο Χ2, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΕΕΕ και διευθύνων την επιχείρηση αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 Αγορανομικού Κώδικα, στην Αθήνα στις 18-11-2003, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 378/94 απόφαση του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου, που εγκρίθηκε με την ταυτάριθμη κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 705/20-9-1994), αφού η συσκευασία, σε μορφή πλαστικών φιαλιδίων, της ταξινομημένης ως επικίνδυνης ουσίας περυντρόλ (διαλύματος υπεροξειδίου του υδρογόνου 50%), δεν ήταν κατασκευασμένη κατά τρόπο αποκλείοντα την απώλεια του περιεχομένου, με συνέπεια τη διαρροή του στη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς από τον ..... στο ..... στις 18 προς 19 Νοεμβρίου 2003, διέθεσε δε στην αγορά την προλεχθείσα ποσότητα εκατό φιαλών περυντρόλ, βάρους ενός χιλιόγραμμου εκάστη, στο Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Κρήτης ΣΥΝ ΠΕ, που εδρεύει στο ....., βάσει του υπ' αριθμ. ..... τιμολογίου - δελτίου αποστολής. Σε συνάρτηση με τα προπαρατεθέντα. το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1 προς διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, που εξετάζεται στο πλαίσιο της κυριαρχικής κρίσεως του Συμβουλίου Σας, είναι αβάσιμο, καθ' όσον α) η αναζήτηση των υπαιτίων για τις υπό ενασχόληση αξιόποινες πράξεις έγινε κατά τη δίοδο της διεξαχθείσης προανακρίσεως και κυρίας ανακρίσεως και απαγγέλθηκε κατηγορία εναντίον των δύο κατηγορουμένων, η δε εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού επαληθεύει την ορθότητα της ως άνω θέσεως, β) το υπ' αριθμ. ..... φορτηγό ερευνήθηκε υπό εκάστου των πραγματογνωμόνων ....., ....., ..... και δεν υπάρχει λόγος νέας αυτοψίας - πραγματογνωμοσύνης και γ) η υπ' αριθμ. 83/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία απορρίφθηκαν αγωγές επιβατών του πλοίου ..... στο δρομολόγιο .....- .....της 18ης προ 19η Νοεμβρίου 2003 και αγωγή ιδιοκτήτη βλαβέντος οχήματος κατά της εταιρείας ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ, του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, δεν λήφθηκε υπ' όψη από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου κατά την έκδοση του πληττομένου βουλεύματος, προσκομίσθηκε δε το πρώτον με την παρούσα έφεση του Χ1 και άρα, η υποτιθεμένη παρατυπία, της αξιολογήσεως από το Δικαστή, αποδεικτικών στοιχείων προερχομένων από την ποινική δικογραφία, αλυσιτελώς προβλήθηκε ως λόγος εφέσεως του Χ1 και (ως λόγος) συμπληρωματικής ανακρίσεως, πέραν του ότι οι διάδικοι της αστικής δίκης μπορούσαν να λάβουν αντίγραφα της ανακριτικής δικογραφίας, ως τρίτοι έχοντες έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 147 εδ.τελ.ΚΠΔ. Επειδή κατ' ακολουθία όσων αναπτύχθηκαν έως τώρα, οι κρινόμενες εφέσεις είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, επειδή το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1, που διατυπώθηκε στο από 8-7-2005 υπόμνημα εφέσεως, περί εμφανίσεως του στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι έχει επαρκώς αναλύσει τις απόψεις του με το από 26-11-2004 απολογητικό υπόμνημα, αλλά και με το προαναφερθέν υπόμνημα εφέσεως του, ενώ οι προταθέντες από αυτόν δύο μάρτυρες εξετάσθηκαν από τον Ανακριτή".
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση, αναφέρονται και συγχρόνως αναλύοντας τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 264 περ. β', 291 παρ. 1 περ. β Π.Κ., σε συνδ. με τα άρθ. 2 παρ. 6, 3, 18, 19, 24, 25 παρ. 3, 28 Π.Δ. 405/96, 30 παρ. 12 Ν.Δ. 136/46 και αρ. 2, 23, 23, 24 ΚΥΑ 378/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι στο προσβαλλόμενο Βούλευμα δεν γίνεται αναφορά και δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου και ως εκ τούτου αποδέχονταν το οποιοδήποτε αποτέλεσμα από τη μεταφορά αυτή και κατ' επέκταση, ότι δεν είχε απωθήσει το αποτέλεσμα που επήχθε από τη συνείδησή του. Ο ισχυρισμός αυτός, αναφορικά με την αποδιδόμενη έλλειψη αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, καθόσον, πλήρως αιτιολογείται, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, ότι αυτός γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου που του παραδόθηκε προς μεταφορά, κυρίως από το τιμολόγιο που του παρέδωσε η ενδιαφερόμενη εταιρεία, στο οποίο σαφώς αναφέρονταν η επικινδυνότητα της μεταφοράς της ακετόνης και του περυντρόλ. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως το ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε το οποιοδήποτε αποτέλεσμα που θα προήρχετο από την επιχειρούμενη μεταφορά η δε αποδοχή αυτή τεκμηριώνεται με τη μη απώθηση του προαναφερθέντος αποτελέσματος από τη συνείδησή του, γεγονός που προκύπτει εκτός των άλλων και από το πραγματικό περιστατικό που επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι δηλαδή αυτός, όταν παρέλαβε το τιμολόγιο της ενδιαφερόμενης εταιρείας, εξέδωσε φορτωτική, η οποία αποτελεί το μοναδικό, από απόψεως ελέγχου, μέσο του μεταφερόμενου φορτίου από τα Λιμενικά Όργανα και στην οποία (φορτωτική) αυτός μετέτρεψε το επικίνδυνο φορτίο της ακετόνης και του περυντρόλ σε απλό φορτίο, αναγράφοντας ότι μετέφερε φάρμακα. Τέλος, υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στα αιτήματα που υπέβαλε ο αναιρεσείων και απορρίφθηκαν, δηλαδή τη διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Οι λοιπές αιτιάσεις αναφορικά με το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστικό Συμβούλιο.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Απόλυτη ακυρότητα του Βουλεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Π.Δ., η οποία δημιουργεί λόγον αναιρέσεως κατά του Βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο παραλείψει αδικαιολόγητα να διατάξει την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου, ο οποίος τη ζήτησε, όχι όμως και όταν το αίτημα αυτό απορρίφθηκε για ορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στο σχετικό βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων), έχει επαρκώς αναλύσει τις απόψεις του με το από 26.11.2004 απολογητικό του υπόμνημα, αλλά και με το από 8.7.2005 υπόμνημα εφέσεώς του, ενώ και οι δύο μάρτυρες που πρότεινε εξετάσθηκαν από τον Ανακριτή και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο, το σχετικό αίτημά του, για εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, προς παροχή διευκρινίσεων. Ενόψει, τούτων, αιτιολογημένα απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, δεν παραβίασε το άρθρο 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ του ΚΠολΔ, ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί από το Συμβούλιο τούτο νέα αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη, είναι μη νόμιμο, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για παροχή διευκρινίσεων και προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως από το συνήγορό του.

Απορρίπτει το αίτημα για διενέργεια νέας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης.

Απορρίπτει την υπ' αρ. 50/14.3.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αρ. 293/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή