Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2479 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2479/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 20087 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 673/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 331/19.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
I) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 58/2008 βούλευμα δέχθηκε εφέσεις πολιτικώς εναγουσών κατά του 3979/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα και τον Χ1, πολιτικό μηχανικό, κάτοικο Αθηνών, για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση (βλ. βουλεύματα).
II) Το παραπεμπτικό αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως τόσο στον κατηγορούμενο, όσο και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Κουτρομάνου (βλ. από 8-2-2008 και 7-4-2008 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως). Την 19-2-2008, ημέρα Τρίτη, εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 37/19-2-2008 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή είναι εμπρόθεσμη, αφού κατά τον χρόνο άσκησης (18-2-2008), δεν είχε επιδοθεί ακόμα νομίμως το αναιρεσειβαλλόμενο βούλευμα, αφού η επίδοση στον αντίκλητο έγινε όπως προαναφέρω στις 7-4-2008.
III) Στην 37/19-2-2008 έκθεση αναίρεσης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων διαλαμβάνει δύο (2) λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την μη παράθεση των αποδεικτικών μέσων και β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς την μη παράθεση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία παραπέμπεται και συγκεκριμένα των άρθρων 45 και 386 Π.Κ. (βλ. έκθεση αναίρεσης).
Ως προς τον β' λόγο η κρινομένη αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού ο προβαλλόμενος λόγος είναι μη νόμιμος. Γιατί η παράλειψη αναγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αποτελούσε κατά το παρελθόν αυτοτελή λόγο αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 484 §1δ' Κ.Π.Δ., πλην όμως καταργήθηκε με το άρθρο 42 Ν.3160/2003 (ΦΕΚ Α' 165/30-6-2003). Πρέπει συνεπώς ως προς τον β' λόγο, η κρινομένη αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 §1 Κ.Π.Δ.). Αντιθέτως η αναίρεση πρέπει να εξεταστεί ουσιαστικά ως προς τον α' λόγο, που προβλέπεται από το άρθρο 484 §1δ' Κ.Π.Δ., όπως ήδη ισχύει, αφού ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως και στρέφεται κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για κακούργημα.
IV) Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. δ') του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτούν ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε το Συμβούλιο την παραπεμπτική κρίση του (Α.Π. 93/2006). Πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα (Α.Π. 2367/2005).
V) Στην προκειμένη περίπτωση από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, συμπεριέλαβε και δικές του αιτιολογίες, χωρίς όντως αναφορά των αποδεικτικών μέσων που εκτίμησε, όμως παραπέμπει και στηρίζει την παραπεμπτική του κρίση στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, αφού αναφέρει ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην Εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων ..., πρέπει να εξαφανιστεί το προσβαλλόμενο 3979/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να παραπεμφθούν κ.λ.π. ..." (βλ. σκεπτικό). Στο σκεπτικό εξάλλου της Εισαγγελικής πρότασης ρητώς αναφέρονται ως προς το κρίσιμο ζήτημα τα εξής: "... Επειδή από τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα, λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ..." (βλ. β' όψη 5ου φύλλου του βουλεύματος).
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο α' λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστικό Συμβούλιο, δεν έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την 251/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η απόφαση αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των "εγγράφων" που αξιολογήθηκαν και δεν υπήρχε ανάγκη ή υποχρέωση του Συμβουλίου, να προσδιορίσει τι ακριβώς προκύπτει από κάθε ένα από τα αξιολογηθέντα έγγραφα. Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί , ως προς τον α' λόγο, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση, ότι είναι βάσιμος κάποιος από τους λόγους αναίρεσης, που αυτεπαγγέλτως ερευνώνται.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω I) Να απορριφθεί ως μερικώς απαράδεκτη και μερικώς ουσιαστικά αβάσιμη η 37/2008 αναίρεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 κατά του 58/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και II) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9-6-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τα αποδεικτικά μέσα , πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς θεμελιώνεται από το Συμβούλιο Εφετών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα από το Συμβούλιο ουσιαστική ποινική διάταξη, καθώς και εκείνες που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη συντάσσεται το Συμβούλιο . Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και δέχθηκε κατ' ουσία την από 20.1.2006 έφεση των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών κατά του υπ' αριθ. 3979/2003 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για να καταλήξει στο περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη αποδεικτικό πόρισμά του, το Συμβούλιο με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα ,λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων". Επισημαίνεται ότι στην ανωτέρω ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που κατ' αυτήν θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος. Έτσι το Δικαστικό Συμβούλιο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη του και την 251/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η απόφαση αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των ''εγγράφων'' που αξιολογήθηκαν και δεν υπήρχε ανάγκη ή υποχρέωση τούτου ,να προσδιορίσει τι ακριβώς προκύπτει από κάθε ένα από τα αξιολογηθέντα έγγραφα . Είναι συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστικό Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω απόφαση. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1δ' Κ.Π.Δ. διότι δεν αναγράφονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 Π.Κ. που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία παραπέμπεται είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού μετά την κατάργηση με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 3160/2003 της περιπτώσεως δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 484 του Κ.Π.Δ. ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 37/19-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 58/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή