Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2624 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Η έκθεση του τεχνικού συμβούλου δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Το Δικαστήριο όμως υποχρεούται χωρίς να την αναφέρει ειδικά να την συνεκτιμήσει και την αξιολογεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού προκύπτει πρόδηλα η προηγούμενη ανάγνωσή της ως εγγράφου. Απορρίπτει.




Αριθμός 2624/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδριόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 590/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.550/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15.4.2008 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας ....., η πολιτικώς ενάγουσα στην υπόθεση αυτή Ψ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και έγινε η συζήτηση αυτής. Η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ενώ εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Χ. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν, και οι σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Επισημαίνεται ότι η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Η αβεβαιότητα αυτή επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων της πραγματογνωμοσύνης. Αντίθετα, ως προς την έκθεση του τεχνικού συμβούλου το Δικαστήριο υποχρεούται, χωρίς να τη μνημονεύει ειδικά, να τη συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Τέλος, λόγο αναίρεσης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 590/2007 απόφασης, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία γίνεται και κατωτέρω λόγος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στη ....., στις 28.1.2002, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης της. Συγκεκριμένα, ως ιδιοκτήτρια οικοδομής επί της οδού ....., της οποίας η υδρορροή είχε σπάσει σε ανεξακρίβωτο από τη διενεργηθείσα προανάκριση χρόνο, δεν φρόντισε για την επισκευή αυτής, όπως όφειλε λόγω της ιδιότητάς της ως ιδιοκτήτριας της οικοδομής αυτής και εξ αυτού του λόγου υπεύθυνης για τη συντήρηση του ευρισκομένου έμπροσθεν του ακινήτου της πεζοδρομίου και του υποστρώματος αυτού και μπορούσε να πράξει, ώστε να διοχετεύονται τα νερά της βροχής στο αποχετευτικό σύστημα της πόλης, αλλά τα νερά διοχετεύονταν στα θεμέλια της οικοδομής της και στο κάτω απ' το παρακείμενο αυτής πεζοδρόμιο, με συνέπεια να υποστεί σταδιακή καθίζηση το έδαφος. Αποτέλεσμα της απρονοησίας αυτής της κατηγορουμένης ήταν, κατά τη διέλευση από το πεζοδρόμιο πεζής της εγκαλούσας Ψ, να υποχωρήσει μία πλάκα αυτού και να πέσει το δεξί πόδι της εγκαλούσας εντός της δημιουργηθείσας οπής, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, ως και αυτή για τη νόμιμη παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησής της λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο Λάρισας, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αποδιδόμενης σ'αυτήν αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους υπολογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί εξέταση πολιτικώς ενάγουσας, μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή της την από 20.10.2006 χαρακτηριζόμενη απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) "έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού .....", που ορίστηκε από το Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, κατόπιν της από 14.3.2006 αίτησης της ιδίας, λεκτέα τα εξής: Η ειρημένη έκθεση, που δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού δεν έγινε κατ' εντολή κάποιας δικαστικής αρχής, αλλά, κατά τα ανωτέρω, με αίτησή της, μετά τη διεξαγωγή της πρωτοβάθμιας δίκης και την καταδίκη της, και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της στην αιτιολογία της απόφασης, εφόσον δεν αποτελεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, ιδιαίτερο αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα από το Εφετείο έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και έτσι είναι πρόδηλο ότι συνεκτιμήθηκε η έκθεση αυτή μ' αυτά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 590/8.5.2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή