Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1008 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ και Ε. Ειδικότερα, επιτρεπτώς συμπληρώνεται η αιτιολογία ως προς το χρόνο της παραγραφής από το διατακτικό μετά του οποίου αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην αιτιολογία ως προς τις αποδείξεις αρκεί η κατ’ είδος αναφορά (των αποδεικτικών μέσων), το ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Το ότι απαλλάχτηκε για την πράξη της απάτης δεν δημιουργεί αντίφαση, αφού τα πραγματικά περιστατικά της κάθε μιας δεν ταυτίζονται. Απορρίπτει.





Αριθμός 1008/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή [(ορισθέντα με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 103/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 115/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανόμενο ή τρίτο.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, (Πλημμελημάτων), που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, το οποίο την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που παραθέτει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι προέκυψαν τα εξής? "Ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε το έγκλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, και ειδικότερα κατάρτισε ψευδή έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα, κατάρτισε? α) δύο συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου και αποδοχής Γ1, στα ........ Αιδηψού, ποσού εκάστης 500.000 δρχ. λήξεως 31-8-2000 και 15-9-2002, αντίστοιχα, έθεσε την υπογραφή του Γ1 εν αγνοία του τελευταίου, όπως ο ίδιος ως μάρτυς εξεταζόμενος καταθέτει, παρουσιάζοντάς τον ως αποδέκτη, και β) δύο συναλλαγματικές εκδόσεως και ιδίου και αποδοχής του Γ2, στα Λουτρά Αιδηψού, ποσού εκάστης 500.000 δρχ. και λήξεως, αντίστοιχα, στις 18-8-2000, έθεσε την υπογραφή του Γ2, εν αγνοία του, στη θέση του αποδέκτη, παρουσιάζοντάς τον ψευδώς ως αποδέκτη. Των ανωτέρω δε πλαστών εγγράφων έκανε χρήση, διότι τα έθεσε σε κυκλοφορία και εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν με σαφήνεια και ακρίβεια από τους εξετασθέντες μάρτυρες και ενισχύονται από όλα τα αναγνωσθέντα ως άνω έγγραφα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατ/νο για το ότι στα ...... Αιδηψού, το Μάϊο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2000, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατήρτισε ψευδή έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, των εγγράφων δε αυτών έκανε χρήση και ειδικότερα σε α) δύο συναλλαγματικές εκδόσεως του κατ/νου και αποδοχής του Γ1, στα ....Αιδηψού, ποσού εκάστης 500.000 δρχ. λήξεως 31-8-2000 και 15-9-2002, αντίστοιχα, έθεσε την υπογραφή του Γ1, εν αγνοία του τελευταίου, παρουσιάζοντάς τον ψευδώς ως αποδέκτη, και β) δύο συναλλαγματικές εκδόσεως του ιδίου του κατ/νου και αποδοχής του Γ2 στα ... Αιδηψού, ποσού εκάστης 500.000 δρχ. και λήξεως, αντίστοιχα στις 18-8-2000, έθεσε την υπογραφή του Γ2, εν αγνοία του, στη θέση του αποδέκτη, παρουσιάζοντάς τον ψευδώς ως αποδέκτη. Των ανωτέρω δε πλαστών εγγράφων έκανε χρήση με τη θέση τους στην κυκλοφορία, ήτοι την παράδοσή τους στο μηνυτή.
Με αυτά που δέχτηκε στην προκειμένη περίπτωση το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται στην απόφαση αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 98, και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, επιτρεπτώς συμπληρώνεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως από το διατακτικό της, μετά του οποίου αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στις 8-5-2007, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία από τους αναφερόμενους στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης χρόνους Μάϊο, Ιούνιο, και Ιούλιο του 2000, τελέσεως κατ' εξακολούθηση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ούτε προβλήθηκε ένσταση ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος και παραγραφής. Με την παραδοχή δε ότι των ανωτέρω πλαστών εγγράφων έκανε χρήση ο κατηγορούμενος με την παράδοσή τους στο μηνυτή αυτονοήτως συνάγεται ότι τούτο έλαβε χώρα κατά τους ως άνω χρόνους, αμέσως μετά την κατάρτιση αυτών. Η αιτιολογία της αποφάσεως δεν είναι επιλεκτική, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατ' είδος αναφορά τους, η οποία, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι περιέχεται στη σελίδα 20, χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας καθενός και τι προέκυψε από το καθένα, αφού προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά για καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του. Στους εξετασθέντες μάρτυρες περιλαμβάνονται τόσο ο πολιτικώς ενάγων όσο και ο μάρτυρας υπερασπίσεως, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται οι μάρτυρες κατηγορίας και η κατάθεση του Γ1 δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεξετιμήθησαν οι λοιπές αποδείξεις. Με την πληττόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχτηκε αθώος για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Τα πραγματικά περιστατικά όμως που περιλαμβάνονται σ' αυτή δεν ταυτίζονται με αυτά για τα οποία καταδικάστηκε και έτσι δεν δημιουργείται αντίφαση. Τέλος δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδική αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή