Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 894 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Αποπλάνηση ανηλίκου.




Περίληψη:
Αποπλάνηση παιδιού νεότερου των 13 ετών. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Έννοια ασελγών πράξεων. Εσφαλμένη ερμηνεία άρθρου 339 ΠΚ. Ακυρότητα από κακή παράσταση πολιτικής αγωγής δεν υπάρχει όταν η μητέρα παρίσταται για λογαριασμό του τέκνου της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 894/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 339 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και δεκατρία έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη, με φυλάκιση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1, 118 παρ. 2 ΠΚ συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί έγκληση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο (ήδη 18ο)έτος το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του μόνον ο παθών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου είναι οι γονείς του, που έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, την οποία ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και το δικαίωμα της εγκλήσεως. Έτσι, σε περίπτωση εγκλήματος, το οποίο στρέφεται κατά ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα υποβολής της απαιτούμενης για την κίνηση της ποινικής διώξεως εγκλήσεως επιφυλάσσεται από το νόμο στους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι πρέπει, κατ' αρχήν, να υποβάλουν την έγκληση αυτή από κοινού, αφού σταθμίσουν αν το αληθές συμφέρον του τέκνου είναι να διωχθεί ο δράστης ή, δια της άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, να μείνει ατιμώρητος. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Επομένως, προκειμένου για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη επιμέλειας του προσώπου του με επείγοντα χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την ως άνω τρίμηνη προθεσμία για υποβολή της, μπορεί να υποβάλει εγκύρως και ο ένας μόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος σε βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε διάσταση με τον άλλο γονέα. Και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, εγκύρως υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο (αμέτοχο) γονέα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1517 ΑΚ, που ορίζει ότι αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή διορίζεται ειδικός επίτροπος, διότι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων του ανηλίκου, ο μη διαπράξας την κατά του ανηλίκου αξιόποινη πράξη γονέας του δεν βρίσκεται προ διλήμματος, να αποσιωπήσει την σε βάρος του τέκνου του τελεσθείσα από τον άλλο γονέα αξιόποινη πράξη ή να καταμηνύσει το δράστη γονέα και σύζυγό του, και δεν συντρέχει εντεύθεν ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, της συγκρούσεως συμφερόντων. Τέλος, κατά το άρθρο 344 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Ν. 3064/2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), για να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ), απαιτείται έγκληση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 34,35,36,37,38,39 και 40/1-4-2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά του, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και της απολογίας του κατηγορουμένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τις ποινικώς αξιόλογες πράξεις της αποπλάνησης παιδιών, ήτοι α) σε βάρος της θυγατέρας του Θ1 που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατος έτος της ηλικίας της και β) σε βάρος της θυγατέρας του Θ2 η οποία είχε ήδη συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεώτερη των δεκαπέντε ετών, χωρίς να συντρέχει περίπτωση στο πρόσωπο του κανενός ελαφρυντικού, λόγω της πιο κάτω αναλυτικώς εκτιθέμενης ακραίας, παραβατικής συμπεριφοράς του. Ειδικότερα, αποδείχτηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι ο κατηγορούμενος με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε τα πιο κάτω περισσότερα ποινικά αδικήματα ήτοι: ι) Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του δέκατου τέταρτου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ1 η οποία γεννήθηκε την 29-6-1991" εντός του δωματίου της και στο σαλόνι της οικίας τους στην ..., τη θώπευε στα απόκρυφα σημεία του σώματος της, έθετε το δάχτυλο του στο αιδοίο της, προσέτριβε το πέος του στα γεννητικά της όργανα, εκσπερμάτωνε μπροστά της για ηδονισμό και με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2004 έως και το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005 με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του ενδέκατου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ2, η οποία γεννήθηκε την 4-1-1994" εντός του δωματίου της στην οικία τους στην ..., τη θώπευε στα απόκρυφα σημεία του σώματος της, έθετε το δάχτυλα του στο αιδοίο της, την ανάγκαζε σε πεολειχία, προσέτριβε το πέος του στα γεννητικά της όργανα, εκσπερμάτωνε μπροστά της, για ηδονισμό και με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος και η μάρτυρας Σ1 συνήλθαν σε γάμο από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα παιδιά τους, ..., Θ1, ... και Θ2, που γεννήθηκαν το 1990, στις 29.6.1991 το 1992 και στις 4.1.1994 αντίστοιχα. Το Σεπτέμβριο του 2000 η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε, δεδομένου ότι η Σ1 αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην ..., τα δε ως άνω παιδιά τους συνέχισαν ναδιαμένουν με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω οικία. Έκτοτε, η Σ1 συνάντησε τα παιδιά της το Φεβρουάριο του 2005 (Καθαρή Δευτέρα) στην ... και συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να περάσει τις διακοπές του Πάσχα με τις πιο πάνω θυγατέρες της στην ..., όπου διέμενε εκείνη. Μετά από μερικές ημέρες, όπως κατέθεσε η Σ1, η προαναφερθείσα Θ1, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της, της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της, από τότε που έφυγε αυτή (μητέρα τους) από τη συζυγική κατοικία το Σεπτέμβριο του 2000, ερχόταν (ο κατηγορούμενος) και πείραζε αυτή και την αδελφή της, ερχόταν στο δωμάτιο τους και έβαζε το πουλί του στο πουλί τους. Η Θ2 της είπε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πουλί του στο στόμα της και κατούρησε. Η μητέρα των κοριτσιών, Σ1, κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, πήρε τις θυγατέρες της για τις εορτές του Πάσχα του 2005 για 15 ημέρες. Στη συνέχεια, τα κορίτσια τέθηκαν, με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου, υπό την επιμέλεια της γιαγιάς τους (μητέρας της μητέρας τους) μέχρι το τέλος του σχολικού έτους και συγκεκριμένα μέχρι το Σεπτέμβριο του 2005 όταν τα πήρε η μητέρα τους στην .... Η μικρή της θυγατέρα (η Θ2) είπε στη μητέρα της ότι είχε ξυπνήσει μια φορά και είδε τον πατέρα τους να πηγαίνει στο κρεβάτι της μεγάλης (της Θ1). Επίσης, η μητέρα τους κατέθεσε στο ακροατήριο ότι τα ανωτέρω της τα επανέλαβαν τα κορίτσια της και αργότερα, δηλαδή από το Σεπτέμβριο του 2005 και μετά, όταν είχε την επιμέλεια των θυγατέρων της αυτών. Ειδικότερα της είπαν ότι έτριβε το πιπί της Θ1 και ότι έπεφτε ένα κίτρινο υγρό και ότι έβαζε το πουλί του στο στόμα της Θ2 και κατουρούσε. Τα ανωτέρω τα είχαν ειπεί προηγουμένως και στην ως άνω γιαγιά τους κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο σπίτι της. Στο ακροατήριο, η μεγάλη θυγατέρα του κατηγορουμένου, Θ1, κατέθεσε ότι όταν το 2000 έφυγε από τη συζυγική κατοικία η μητέρα της, άρχισε ο κατηγορούμενος να την πειράζει σεξουαλικά. Ακούμπαγε το πουλί του στο δικό της, της έπιανε τους γλουτούς και τους μηρούς και έριχνε υγρά από το πουλί του στην κοιλιά της. Την χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα, τη φιλούσε στο στόμα όπως φιλάνε οι άνδρες τις γυναίκες. Ερχόμενος μεθυσμένος στο σπίτι, την ξύπναγε και την πείραζε, αφού προηγουμένως ανέβαινε από πάνω της και όλα αυτά γίνονταν πολλές φορές. Η αδελφή της, Θ2, κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι την πείραζε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα τις έβγαζε τα εσώρουχα, αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει και τα δικά του, την χάιδευε στα γεννητικά όργανα και στα στήθη, έβαζε το πέος του στο στόμα της και μία φορά την είχε "κατουρήσει στο στόμα". Άλλοτε έπαιζε το πουλί του καθόν χρόνο ήταν ξαπλωμένος και το έτριβε στο δικό της πουλί και στη συνέχεια "την κατουρούσε". Ο ίδιος άλλοτε όντας ξαπλωμένος την σήκωνε και την είχε στα πόδια του παίζοντας το πουλί του μέχρι να βγάλει υγρά. Οι ως άνω αξιόποινες σε βάρος της Θ2 πράξεις, όπως κατέθεσε η ίδια στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2004 και 2005. Οι ως άνω καταθέσεις των παθόντων ανηλίκων είναι διατυπωμένες με παιδική αθωότητα, λογική και αντίληψη και έχουν λογικό ειρμό, το δε περιεχόμενο κάθε μίας εξ αυτών συμφωνεί απόλυτα με το περιεχόμενο της άλλης και επαληθεύεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης της μητέρας τους και ενισχύεται από το περιεχόμενο της από 28-3-2008 βεβαίωσης της ψυχολόγου του Κέντρου Υγείας ... του Γενικού Νοσοκομείου ..., η οποία παρέχει ψυχολογική θεραπευτική υποστήριξη στα ως άνω ανήλικα από τις 26-2-2008. Με τη βεβαίωση αυτή, η εν λόγω ψυχολόγος, περιγράφει το μέγεθος της φοβικής διάθεσης που έχει κάθε ένα από τα ανήλικα και ιδίως η Θ2 απέναντι στον πατέρα τους-κατηγορούμενο, συνεπεία των όσων έχουν βιώσει από την ως άνω ακραία εγκληματική συμπεριφορά του. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να έχει ροπή προς τη διάπραξη εγκλημάτων της γεννετήσιας ελευθερίας και ζωής. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθ. 6/1985 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Σύρου καταδικάστηκε σε φυλάκισης 2 ετών για ασελγή πράξη σε βάρος άρρενος ανηλίκου που ήταν νεότερο των 15 ετών, δηλαδή για παρά φύση εκούσια σε βάρος του ανηλίκου συνουσία. Κατόπιν εφέσεως του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμό 8-9/1987 απόφαση του, τον απήλλαξε παύοντας την ποινική δίωξη μετά από τη δήλωση του ανηλίκου τότε παθόντος και της μητέρας του ότι τον συγχωρούν και ανακαλούν την έγκληση και την οποία ανάκληση αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος. Ο εναγόμενος με έγκληση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου ισχυρίστηκε ότι η κατ' αυτού μήνυση, για το ως άνω αδίκημα, της μητέρας του ως άνω ανηλίκου ήταν ψευδής, ζητώντας την ποινική δίωξη αυτής και άλλων τινών για συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία μάρτυρα, ψευδή ανωμοτί κατάθεση και ψευδή καταμήνυση. Όμως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου με την υπ' αριθ. 164/1987 απόφαση του, απάλλαξε όλους τους τότε κατηγορούμενους επειδή ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την τότε έγκληση του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και επειδή για τα λοιπά αδικήματα δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις. Αντίθετα, η άποψη του κατηγορουμένου και των μαρτύρων της υπεράσπισης ότι οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις των ανηλίκων θυγατέρων του κατηγορουμένου κατ' αυτού ήταν υποβολιμαίες εκ μέρους της μητέρας τους, δεν ευρίσκει έρισμα στη λογική. Τούτο δε καθόσον α) είναι αδύνατο σε τόσο μικρά παιδιά να υποδειχθεί το περιεχόμενο των καταθέσεων τους διαχρονικά, δίχως να πέσουν σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια των καταθέσεων τους, είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων και β) επειδή στο πρόσωπο της μητέρας των ανηλίκων δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε διάθεση εκδικήσεως κατά του κατηγορουμένου, αφού είχε πλέον διαζευχθεί από αυτόν και έχει δρομολογήσει από πολλών ετών νέα ομαλή οικογενειακή σχέση με άλλο σύντροφο, ο οποίος αγαπά και φροντίζει τις ως άνω ανήλικες θυγατέρες αυτής, οι οποίες έκτοτε αισθάνονται ασφαλείς και ευχαριστημένες με τη ζωή που βιώνουν. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση στον οποίο, στη συνέχεια, επέβαλε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιών κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 117 παρ. 1, 344 και 339 παρ. 1 στοιχ. α' β' και γ' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Επαρκώς αιτιολογεί το Δικαστήριο και την κρίση του, όσον αφορά την εμπρόθεσμη υποβολή από την εγκαλούσα της έγκλησης με βάση την οποία ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, όσον αφορά τις επί μέρους πράξεις της αποπλάνησης σε βάρος της ανήλικης Θ1 για το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως τις 15-10-2002, κατά το οποίο η πράξη αυτή εδιώκετο κατ' έγκληση, με την αιτιολογία ότι "Το Σεπτέμβριο του 2000 η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε, δεδομένου ότι η Σ1 αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην ..., τα δε ως άνω παιδιά τους συνέχισαν να διαμένουν με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω οικία. Έκτοτε, η Σ1 συνάντησε τα παιδιά της το Φεβρουάριο του 2005 (Καθαρή Δευτέρα) στην ... και συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να περάσει τις διακοπές του Πάσχα με τις πιο πάνω θυγατέρες της στην ..., όπου διέμενε εκείνη. Μετά από μερικές ημέρες, όπως κατέθεσε η Σ1, η προαναφερθείσα Θ1 , σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της, της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πατέρας της, από τότε που έφυγε αυτή (μητέρα τους) από τη συζυγική κατοικία το Σεπτέμβριο του 2000 ερχόταν ο (κατηγορούμενος) και πείραζε αυτή και την αδελφή της, ερχόταν στο δωμάτιο τους και έβαζε το πουλί του στο πουλί τους. Η Θ2 της είπε ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το πουλί του στο στόμα της και κατούρησε. Η μητέρα των κοριτσιών, Σ1, κατόπιν συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, πήρε τις θυγατέρες της για τις εορτές του Πάσχα του 2005 για 15 ημέρες". Από τα παραπάνω τα οποία διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της απόφασης του σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο, με την παραπάνω επαρκή αιτιολογία, δέχεται ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση για την σε βάρος της ανήλικης Θ1 αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, για πρώτη φορά, περί το τέλος Φεβρουαρίου του έτους 2005. Με την παραδοχή αυτή είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 117 & 1 και 344 του ΠΚ, όπως το δεύτερο ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 του ν. 3064/2002, δεν στερείται δε η παραπάνω απόφαση νομίμου βάσεως, κατά το μέρος αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν αρκέστηκε μόνο στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων από αυτά, ειδικώς και επιλεκτικώς κατονομαζόμενα, αλλά έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων, όπως αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Εξαίρονται βέβαια στην αιτιολογία της ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κρίθηκαν ότι έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική αξία ,όπως οι καταθέσεις στο ακροατήριο των παθουσών ανηλίκων και η από ... βεβαίωση της ψυχολόγου του Κέντρου Υγείας... του Γενικού Νοσοκομείου ..., αλλά λαμβάνονται συγχρόνως υπόψη και συνεκτιμώνται και οι λοιπές ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, καθώς και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για αρκετά από τα οποία, όπως το ακριβές απόσπασμα της υπ' αριθ. 181/25-6-2007 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Σύρου, η υπ'αρίθ.6/1985 απόφαση του Μ.Ο.Δ Αιγαίου, η υπ'αρίθ. 8-9/1987 αμετάκλητη απόφαση του Μ.Ο.Ε Αιγαίου καθώς και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως είναι αβάσιμη η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος. Καθόσον αφορά τις αιτιάσεις του, σύμφωνα με τις οποίες ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η ειδική έκθεση των λόγων, για τους οποίους το παραπάνω δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είναι αθώος, ειδικά από τα αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος επικαλέστηκε, τα οποία και προσδιορίζει, αυτές είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται με αυτές η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται και η αιτίαση κατά την οποία το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των εδαφίων β' και γ' του άρθρου 339 του ΠΚ, ειδικά ως προς τις μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις αποπλάνησης της θυγατέρας του Θ2, με το να δεχθεί στο σκεπτικό της απόφασης ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές "β) σε βάρος της θυγατέρας του Θ2, η οποία είχε συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεώτερη των 15 ετών..." δηλαδή πράξεις που υπάγονται στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 γ' ΠΚ, και να τον καταδικάσει για την παράβαση του άρθρου 339 β' ΠΚ δηλαδή για πράξεις που αφορούν πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του 11ου,καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και τούτο γιατί δεν διαλαμβάνονται στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης τέτοιες ασάφειες, καθόσον ρητώς αναφέρεται υπό το στοιχείο 2 του σκεπτικού, όπου περιγράφονται αναλυτικά οι ασελγείς πράξεις τις οποίες ενήργησε ο αναιρεσείων εις βάρος της ανήλικης Θ2, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο 2004 έως και το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005, ότι "με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενήργησε ασελγείς πράξεις σε πρόσωπο που είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του ενδέκατου έτους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, ασελγούσε στη θυγατέρα του Θ2, η οποία γεννήθηκε την 4-1-1994, εντός του δωματίου της στην οικία τους στην...", ενώ η αναφερόμενη στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης φράση ότι η παθούσα Θ2 είχε ήδη συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας της, πλην όμως ήταν νεότερη των δεκαπέντε ετών, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Τέλος από τη επισκόπηση της από 25-4-2005 εγκλήσεως, που υποβλήθηκε από την εγκαλούσα, μητέρα των ανηλίκων, που γεννήθηκαν, αντίστοιχα, την 29-6-1991 και την 4-1-1994, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα σ' αυτά, με βάση την οποία ασκήθηκε η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε την 25-4-2005 δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από τότε που η ίδια έλαβε γνώση της αποπλάνησης της ανήλικης θυγατέρας της Θ1 και του προσώπου του δράστη και συνεπώς το Δικαστήριο, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για τις μερικότερες πράξεις που προαναφέρθηκαν, δεν υπερέβη την εξουσία του και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου απορριπτέος είναι και ο, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου που προκλήθηκε από την 8-9/1987 αμετάκλητη απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αιγαίου και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, συνομολογεί δε και ο αναιρεσείων, αφορά πράξη εντελώς διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 34,35,36,37,38,39,40/1-4-2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή