Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 257 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απάτη. Πρέπει να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απαράδεκτος η αιτίαση με την οποία επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αναίρεση. Ο ’ρειος Πάγος κρίνει ότι έγγραφα μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την παραδοχή τυπικά της έφεσης η πρωτόδικος ατονεί και η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο, που έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 257/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, για αναίρεση της με αριθμό 199,199α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με συγκατηγορούμενο τον ... .

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Εξ άλλου από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 199,199α/2008 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των ληφθέντων υπ' όψη αποδεικτικών μέσων και δη "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής: Ο ήδη αποβιώσας εγκαλών Θ1 διατηρούσε από το έτος 1975 μηχανουργείο επισκευής πλοίων και μηχανών στη .... Στο διάστημα από 1.8.2001 μέχρι 30.4.2001, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, ο εγκαλών ήρθε σε επαφή με τον 1ο των εκκαλούντων Χ1, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, που τον σύστησε ο επίσης πολ.μηχανικός Μ1, που ήταν γνώριμος και των δύο, και του ανέθεσε έναντι αμοιβής την έκδοση νέας άδειας του μηχανουργείου που είχε παύσει ισχύουσα από 15ετίας περίπου, αλλά ο εγκαλών λόγω του ότι ήταν ασθενής - έπασχε από λευχαιμία, συνεπεία της οποίας και απεβίωσε - είχε αμελήσει να την ανανεώσει, αφού προηγουμένως ο 1ος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν σε θέση να επιτύχει την έκδοση νέας άδειας του μηχανουργείου από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας Πειραιώς, για λογαριασμό της εταιρείας "... Ο.Ε.", στην οποία μετείχε ο εγκαλών και στην οποία ανήκε το μηχανουργείο και εισέπραξε ως προκαταβολή το ποσό των 500.000 δραχμών. Ακολούθως μέσα στο ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ο 1ος κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι είχε ολοκληρώσει τις απαιτούμενες ενέργειες, είχαν εκδοθεί και πληρωθεί τα σχετικά παράβολα, είχε υπογραφεί η άδεια και επέκειτο η έκδοση και παράδοσή της στον εγκαλούντα, ζήτησε δε και έλαβε από τον τελευταίο, μέσω του ως άνω Μ1, ποσό 700.000 δραχμών ακόμα για διάφορα έξοδα, όπως είπε, ενώ εισέπραξε από τον ίδιο τον εγκαλούντα και άλλο ποσό 500.000 δραχμών για την αξία των παραβόλων, όπως επίσης του είπε. Όμως, η άδεια δεν εκδόθηκε ποτέ, διότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε προβεί σε καμιά σχετική ενέργεια, αλλά είχε δημιουργήσει τις ανωτέρω παραστάσεις στον εγκαλούντα ψευδώς, για να πείσει τον τελευταίο να του καταβάλει τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 1.700.000 δραχμών ή 4.990 ευρώ, κατά τα οποία ωφελήθηκε παρανόμως με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 386 παρ. 1α Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου, μάρτυρες, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγγραφα, χωρίς να εξαιρεθεί κάποιο εξ αυτών. Επίσης αναφέρονται οι άνω παραστάσεις των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ο σκοπός και η αποκόμιση περιουσιακού οφέλους υπό του αναιρεσείοντος και η βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος αντιστοίχως ως και ο δόλος του αναιρεσείοντος προς τούτο. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "δεν έλαβεν υπ' όψη του και δεν ανέγνωσε ούτε και αξιολόγησε την υπ' αριθμ. ... απόδειξη είσπραξης του ... ποσού 1.350 ευρώ, την οποίαν είχε υποβάλει ο ίδιος ο μηνυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου", είναι αβάσιμη, διότι ο ’ρειος Πάγος κρίνει τα έγγραφα της προσβαλλομένης και μόνο, και από αυτήν δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη και πάλι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου τοιούτον έγγραφο, το οποίο πολλώ, μάλλον, (ότι) δεν ανεγνώσθη και δεν αξιολογήθη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ.1, 3 και 4 Κ.Π.Δ., μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, με την οποία προσεβλήθη στο σύνολο της η πρωτόδικος απόφαση, η τελευταία ατονεί και η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν έρευνα, στην πριν από την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανεκκλήτως επί εκείνων των μερών, που αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης από αυτήν εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό δε μέρος με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ιδία της καταθέσεως του Θ1 ως και των προσκομισθέντων υπό του κατηγορουμένου εγγράφων στο Εφετείο, ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τελευταίου δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 199-199α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή