Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1365 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.




Περίληψη:
Απάτη άρθρο 386 § 1 Π.Κ. Κατάθεση χρημάτων στην Τράπεζα. Την κυριότητα των χρημάτων αποκτά η Τράπεζα. Ορθή καταδίκη πληρεξουσίου καταθέτιδος, ο οποίος μετά το θάνατο της και την παύση της πληρεξουσιότητας παρέστησε ψευδώς σε υπάλληλο τράπεζας ότι εξακολουθεί να ισχύει το πληρεξούσιο και εισέπραξε μέρος της κατάθεσης, Απόρριψη αναιρετικών λόγων 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε. Αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών - έννοια αυτοτελών ισχυρισμών. Μη προβολή νομίμως. Δεν υπάρχει υποχρέωση δικαστηρίου να απαντήσει. Αστικής φύσεως ζητήματα. Επίλυση από ποινικό δικαστήριο. Πότε υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα πολιτικού δικαστηρίου. Παρεμπίπτουσα κρίση ποινικού δικαστηρίου παύσεως της πληρεξουσιότητας λόγω θανάτου. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Έγκληση η αξιόποινη πράξη της απάτης (άρθρο 386 § 1 Π.Κ.) που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Απόρριψη αναιρετικού λόγου 510 § 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ.





Αριθμός 1365/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη-Εισηγητή, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ανδρέα Τσόλια ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αθανασιάδη, για αναίρεση της 582/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Εξ άλλου, αν γίνει κατάθεση χρημάτων στην Τράπεζα υπέρ τρίτου, ήτοι σε προσωπικό λογαριασμό που τηρεί στην Τράπεζα ο τρίτος, από τη στιγμή της καταθέσεως και καθ' όλο το χρονικό διάστημα που τα χρήματα μένουν κατατεθειμένα στην Τράπεζα, σύμφωνα με τα άρθρα 806, 810 ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923, περί "ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιριών", την κυριότητα των χρημάτων αυτών αποκτά και έχει η τράπεζα, ο δε τρίτος, ως δικαιούχος των χρημάτων, έχει ενοχικό δικαίωμα να αξιώσει την από το λογαριασμό του ανάληψη των χρημάτων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ζούσε πολλά χρόνια με τη γιαγιά του γ1, η οποία διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό ταμιευτηρίου. Η γ1 με το ..... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Θεοδώρου Διβάρη-Αυγεροπούλου παρέσχε στον κατηγορούμενο εγγονό της την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων, να κάνει αναλήψεις χρημάτων από τον λογαριασμό αυτόν. Την 20η Νοεμβρίου 2000 απεβίωσε η εντολέας και μη συναγομένου του αντιθέτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, με το θάνατο της έπαυσε και η ως άνω παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα. Όμως, την επομένη ημέρα, ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στο Υποκατάστημα Αμαρουσίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και αφού παρέστησε ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι η γιαγιά του ζούσε και ότι το πληρεξούσιο εξακολουθούσε να ισχύει, υπογράψας επί πλέον και τη σχετική με ημερομηνία .... υπεύθυνη δήλωση, έπεισε αυτόν και του κατέβαλε από τον ως άνω λογαριασμό το ποσό των 580.000 δρχ. Με την ενέργεια του αυτή ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποκομίσει και απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ποσό των 580.000 δρχ., το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως, καθόσον δεν εδικαιούτο, λόγω παύσεως της πληρεξουσιότητας, να το αναλάβει από την Τράπεζα, κατά το ίδιο δε ποσό έβλαψε αντιστοίχως την Τράπεζα, η οποία, ως θεματοφύλαξ, οφείλει να αποδώσει το ίδιο ποσό και στους κληρονόμους της αποβιωσάσης καταθέτιδος. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης με το ελαφρυντικό, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επειδή τα χρήματα που ανέλαβε διέθεσε για μερική εξόφληση των εξόδων κηδείας της γιαγιάς του και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε. Ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς αιτιολογεί ότι έπαυσε η ισχύς του ανωτέρω πληρεξουσίου, δια του θανάτου της γ1, αφού απ' αυτό δεν συνάγονταν το αντίθετο, και έτσι απέκρουσε εκ του πράγματος τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η πληρεξουσιότητα ήταν αμετάκλητη και ορθώς δέχθηκε ότι από την πράξη αυτού ζημιωθείσα είναι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως κυρία των κατατεθέντων σ' αυτή χρημάτων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασής, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής όταν όμως ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί νομίμως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί εμπράκτου μετάνοιας, στηριζόμενο στα άρθρα 378 και 393 ΠΚ.
Συνεπώς δεν υπάρχει σφάλμα του Εφετείου που δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε χωρίς αιτιολογία και ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η υπέρβαση εξουσίας. Υπάγεται δε στο λόγο αυτό αναιρέσεως και η περίπτωση που το ποινικό δικαστήριο έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (περ,. β'). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να λύσει θέμα αστικής φύσεως εμφανιζόμενο ως προκαταρκτικό, εφόσον όμως δεν υπάρχει ειδική διάταξη αποκλείουσα αυτήν την εξουσία. Τούτο συμβαίνει μόνο για τα ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 320, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ, οπότε για να χωρήσει η ποινική δίωξη απαιτείται υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε παρεμπιπτόντως το ζήτημα της παύσεως της πληρεξουσιότητας του αναιρεσείοντος, λόγω θανάτου της εντολέως του, δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος ότι το Εφετείο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για πράξη, για την οποία δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η αξιόποινη πράξη της απάτης ο του άρθρου 386 § 1 ΠΚ διώκεται αυτεπαγγέλτως. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2007 αίτηση του χ1, περί αναιρέσεως της 582/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή