Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1546 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην αθωωτική απόφαση. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δεν συνάγεται ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, επιπλέον δε και γιατί η ελλιπής αυτή αιτιολογία είναι και αντιφατική.





Αριθμός 1546/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποιν.Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Δέτση Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 32-33/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λευκάδας. Με κατηγορούμενο τον Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαχρήστου.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λευκάδας με την υπ' αριθμ. 32-33/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1215/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως" που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή κατά τα προεκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των άνω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη.
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν. δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα; ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε. Ακόμη, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται; ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο. Πλην όμως πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται στο αν το δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη υπόψη μερικών μόνο από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λευκάδας, με την υπ' αριθμ. 32, 33/2007 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα αθώο κατά πλειοψηφία, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση. Με την κρινόμενη αίτηση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για την ως άνω πράξη, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της αποφάσεως αυτής παρατίθεται η ακόλουθη αιτιολογία: "Όσον αφορά την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση προέκυψαν τα ακόλουθα: Για πρώτη φορά η ανήλικη φέρεται να είπε στη μητέρα της για επίμεμπτες πράξεις του πατέρα της, το έτος 1999, δηλαδή σε ηλικία ένδεκα ετών. Η αντίδραση της μητέρας ξενίζει, καθόσον αυτή δεν φαίνεται να έδωσε σημασία, ούτε έλαβε μέτρα ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε ενέργεια του κατηγορουμένου σε βάρος της ανήλικης, δίνει δε ως εξήγηση αυτού, το ότι η ανήλικη "πήρε πίσω" τους ισχυρισμούς της, η εξήγηση όμως αυτή δεν είναι αρκετή να δικαιολογήσει την έλλειψη αντίδρασης και προσοχής εκ μέρους της μητέρας. Η ίδια κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήδη από το 1999 είχε εθίσει την κόρη του στο αλκοόλ και στο τσιγάρο, κάτι που διαπίστωσε στη συνέχεια αυτή, όμως αυτό αντίκειται στην κοινή πείρα και λογική διότι δεν είναι νοητό να διαφεύγουν της προσοχής της μητέρας ενός κοριτσιού ηλικίας 11-12 ετών συμπτώματα χρήσης τέτοιων ουσιών. Εξάλλου, σύμφωνα με τις καταθέσεις μητέρας και κόρης, μεταξύ του κατηγορουμένου και της κόρης του υπήρχε ιδιαίτερα στενή σχέση, η ανήλικη Ψ1 εμπιστευόταν τον πατέρα της, του εκμυστηρευόταν τα πάντα, όταν δε έφευγε για ταξίδι στενοχωριόταν ιδιαίτερα και περνούσε αρκετός χρόνος για να συνηθίσει στην απουσία του πατέρα. Αντιθέτω, η σχέση με τη μητέρα δεν ήταν ιδιαίτερα στενή, γεγονός δυσεξήγητο, αν ληφθεί υπόψη ότι με τη μητέρα διέμενε τον περισσότερο χρόνο, ενώ ο πατέρας ήταν παρών για 3-4 μήνες κατ' έτος το πολύ. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η ίδια η μητέρα κατέθεσε επί λέξει "... η κόρη μου δεν είχε εκτίμηση στο πρόσωπο μου" και "... στον πατέρα της έλεγε τα πάντα σε μένα όχι". Κρίσιμο επίσης για την αξιοπιστία μητέρας και κόρης, είναι και το αναφερθέν από αυτές, αλλά και από τον αδελφό της Ψ1 και την αδελφή της μητέρας της, (... και ....), ότι δηλαδή η ανήλικη Ψ1, πριν ακόμη μιλήσει στη μητέρα της, είχε εμπιστευτεί σε τρίτα πρόσωπα τις σε βάρος της πράξεις του πατέρα της, όπως το Διευθυντή του σχολείου και καθηγήτριες που της παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα. Τούτο δεν κρίνεται αληθές, διότι δεν έγινε καμία αναφορά σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, ούτε υπήρξε κάποια καταγγελία τρίτου προσώπου σε δημόσια αρχή, όπως θα ήταν το λογικό και αναμενόμενο, αλλά και γενικώς, όπως συνάγεται από τις λοιπές καταθέσεις, δεν είχε ακουστεί οτιδήποτε στη μικρή κοινωνία του Α...., μέχρις ότου η ίδια η μητέρα της Ψ1 άρχισε να κοινολογεί σε άλλους το ζήτημα. Ανεξαρτήτως αυτών, είναι παράξενο η ανήλικη Ψ1, ηλικίας 14 ετών το 2002, να μην έχει ενδοιασμούς να εκμυστηρευτεί μια τραγική και οδυνηρή εμπειρία σε τρίτα και εντελώς άσχετα πρόσωπα και να αποφεύγει να μιλήσει στη μητέρα της. Ούτε δίνεται καμία πειστική εξήγηση γιατί αποφάσισε εν τέλει να μιλήσει στη μητέρα της δύο εβδομάδες μετά την αναχώρηση του πατέρα της. Σημειώνεται επίσης; ότι ο χρόνος παραμονής της ανήλικης με τη μητέρα, χωρίς την παρουσία του πατέρα, ήταν τόσο μεγάλος, ώστε οπωσδήποτε ήταν αρκετός για να εξουδετερώσει τυχόν φόβους και ενδοιασμούς της ανήλικης που την εμπόδιζαν να μιλήσει στη μητέρα παρόντος του πατέρα. Όσον αφορά τις λοιπές συνθήκες της οικογένειας πρέπει να αναφερθούν και τα εξής: Οι σχέσεις του ζεύγους γενικά ήταν ανεκτές και διαταράχθηκαν τα τελευταία τρία έτη (πριν το επίμαχο γεγονός), οπότε "θύμιζαν πεδίο μάχης". Ο κατηγορούμενος είχε υψηλά εισοδήματα από την εργασία του, διέθετε δε για τις ανάγκες της οικογένειας του περίπου 8.000-10.000€ μηνιαίως, όπως προκύπτει από σειρά εμβασμάτων που προσκομίζονται. Είχε ανεγείρει πολυτελή οικία στο ....., εξοχικό στο ..., είχε σκάφος αναψυχής και γενικά η οικογένεια του ζούσε πλουσιοπάροχα. Διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό μετά της συζύγου, καθώς και άλλον τραπεζικό λογαριασμό κοινό αυτού, της συζύγου του και της μητέρας της. Από τους λογαριασμούς αυτούς η σύζυγος του ανέλαβε μεγάλα χρηματικά ποσά, άνω των 200.000 ευρώ, ευθύς μετά το γεγονός των "καταγγελιών" εκ μέρους της κόρης τους Ψ1". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, διότι η πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του ΜΟΔ δεν εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους δεν πείσθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την παραπάνω πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση. Έκρινε αναξιόπιστη την κατάθεση της παθούσας δεχόμενη ότι η καταγγελία της δεν είναι αληθής, διότι δεν έγινε καμία αναφορά σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, ούτε υπήρξε κάποια καταγγελία τρίτου προσώπου σε δημόσια αρχή, περιστατικά όμως τα οποία αναιρούνται από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και ειδικότερα από την από ... βεβαίωση παιδοψυχιατρικής εκτίμησης και παρακολούθησης της παιδοψυχιάτρου ..... από την οποία προκύπτει ότι "σε συνάντηση ...ο ίδιος ο πατέρας της ...αποδέχτηκε ότι έκανε όλα τα παραπάνω που λέγονται από την Ψ1 σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση, δηλώνοντας ότι το κίνητρο του ήταν να διδάξει την κόρη του ο ίδιος...". Παρά όμως την τυπική στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δημιουργείται ασάφεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι η πλειοψηφία έλαβε και αυτήν υπόψη της, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση της. Επιπλέον, η ελλιπής αυτή αιτιολογία είναι και αντιφατική. Ενώ το ΜΟΔ ομόφωνα κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο για τη συρρέουσα πράξη της αιμομιξίας κατ' εξακολούθηση, δεχόμενο ως σαφή την κατάθεση της παθούσας ότι δεν έγινε συνουσία (και συνακόλουθα αιμομιξία), (η οποία εμμένει για το υπόλοιπο σκέλος της κατηγορίας του βιασμού), με την έννοια ότι την εξανάγκαζε να ανέχεται και να ενεργεί μαζί του διάφορες ασελγείς πράξεις, ιδιαίτερης βαρύτητας, όπως πεολειχία, αιδοιολειχία, εκσπερμάτιση επί του σώματος της, απειλώντας την με κοινολόγηση του γεγονότος αυτού, με όλες τις δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες, στο κεφάλαιο περί βιασμού, όλως αντιφατικά η πλειοψηφία δέχεται ότι δεν έχουν λάβει χώρα οι πράξεις αυτές, θεωρώντας αναξιόπιστη την κατάθεση της παθούσας. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου μοναδικού λόγου αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, να γίνει δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους (άρθρο 519 του ΚΠΔ), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 4-7-2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 32, 33/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λευκάδας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή