Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 930 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 930/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημητρίου, 2)Χ2, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μπέλτσιο και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, για αναίρεση της 58/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με πολιτικώς ενάγουσα την "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG-EUROBANIC ERGASIAS A.E", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Γιαννίδη και Δημήτριο Κλειδαρά. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Φεβρουαρίου 2005, 4 Μαρτίου 2005 και 11 Μαρτίου 2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 504/2005.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως από 4-3-2005, 11-3-2005 και 28-2-2005 των κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ1, αντιστοίχως, κατά της 58/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, προκαλείται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Η ακυρότητα αυτή, όμως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠοινΔ, προκαλείται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικής αγωγής ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί, κατά το άρθρο 68 Κ.Ποιν.Δ, ως προς τον τρόπο κι το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της στο ποινικό δικαστήριο και όχι για άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις, όπως εκείνη που υπάρχει όταν αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα δεν έχει την εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1655/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, κηρύχθηκαν αθώοι οι αναιρεσείοντες, οι μεν δύο πρώτοι και ο συγκατηγορούμενός τους .... για απιστία κατ΄ εξακολούθηση από κοινού, ο πρώτος και κατά μόνας, ο δε τρίτος για ηθική σ΄ αυτήν αυτουργία πράξη την οποία εφέροντο ότι τέλεσαν από 12-9-1997 έως 30-10-2000 σε βάρος της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS A.E. Κατά της αποφάσεως αυτής και μόνον ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, με δήλωση του στο Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας (Έκθεση 67/2003), κατά τη συζήτηση της οποίας, στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, εμφανίσθηκε και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, προς υποστήριξη της κατηγορίας, η ανωτέρω Τράπεζα, η οποία είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα και πρωτοδίκως, εκπροσωπούμενη από τους Ιωάννη Παπαγεωργίου και Δημήτριο Παπαδόπουλο, δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου. Το Εφετείο δέχθηκε την παράσταση αυτή, αφού απέρριψε το αίτημα αποβολής της, που υπέβαλε ο εκ των κατηγορουμένων Χ1, το οποίο επιστήριξε στην έλλειψη αποφάσεως (πρακτικού) του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας για τη χορήγηση πληρεξουσιότητας στα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα προς εκπροσώπησή της. Ήδη οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν με τις ένδικες αιτήσεις την-μετά την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα-καταδικαστική γι΄ αυτούς 58/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παράνομης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, διότι, ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι, που δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της Τράπεζας, δεν προσκόμισαν στο δικαστήριο αντίγραφο του πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα των υπογραφών των μελών του, εκ του οποίου να προκύπτει ότι δόθηκε από το Διοικητικό αυτό Συμβούλιο εντολή προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της Τράπεζας ..... να χορηγήσει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, που ο τελευταίος χορήγησε στα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, με το .... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... με βάση το οποίο δηλώθηκε η παράσταση της Τράπεζας, ούτε, περαιτέρω, προσκόμισαν αντίγραφο του καταστατικού της Τράπεζας, από το οποίο να προκύπτει η δυνατότητα του Διοικητικού Συμβουλίου της να ορίσει μέλος του για την εκπροσώπησή της, καθώς και η έκταση των εξουσιών του μέλους αυτού. Οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, δεύτερος της αιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του της αιτήσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος και τέταρτος της αιτήσεως του τρίτου αναιρεσείοντος, δεν ανάγονται στην έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, για να παραστεί στο Εφετείο προς υποστήριξη της κατηγορίας, ούτε στη μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας για τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αυτής αγωγής, αλλά αναφέρονται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας από τα ως άνω φυσικά πρόσωπα, που προέβησαν στη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, η οποία, όμως, δεν δημιουργεί κατά τα ανωτέρω, ακυρότητα και άρα αναιρετικό λόγο. Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Εξάλλου, το δικαστήριο, όταν εμφανίζεται στο ακροατήριο κάποιος ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου και υπό την ιδιότητα αυτή δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής και διορίζει προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο, οφείλει να ερευνήσει κατά πόσον ο εμφανισθείς έχει όντως την άνω ιδιότητα όταν δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με το κατωτέρω περιεχόμενο. Πράττει δε τούτο δια της έρευνας του καταστατικού του νομικού προσώπου και αν τηρήθηκαν οι σ΄ αυτό διατυπώσεις, κατόπιν των οποίων ο εμφανισθείς είναι εκείνος ο οποίος εκπροσωπεί κατά το καταστατικό το νομικό πρόσωπο για τη συγκεκριμένη ενέργεια. Όταν, όμως, ο εμφανιζόμενος εγχειρίζει στο δικαστήριο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προερχόμενο από νόμιμο εκπρόσωπο νομικού προσώπου, που του δίνει την εξουσία να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για το νομικό πρόσωπο, τότε, εφόσον στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος ότι ο δίδων την πληρεξουσιότητα ενεργεί με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, το δικαστήριο δεν ερευνά το κατά πόσον αυτός έχει όντως την ιδιότητα αυτή. Υποχρεούται το δικαστήριο σε τέτοια έρευνα αν ο συμβολαιογράφος δεν βεβαιώνει την ιδιότητα του δίδοντος την πληρεξουσιότητα ως νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αλλ΄ απλώς καταχωρίζει τη δήλωσή του ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναγνωσθέντος από το Εφετείο 15289/2004 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει σ΄ αυτό ότι ο ....., που έδωσε μ΄ αυτό την εντολή και πληρεξουσιότητα στους Ιωάννη Παπαγεωργίου και Δημήτριο Παπαδόπουλο να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της Τράπεζας, ενεργούσε με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Τράπεζας. Επομένως, δεν ανέκυπτε υποχρέωση του Εφετείου να ερευνήσει αν ο ..... ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της Τράπεζας, κατά τα προεκτεθέντα.

ΙΙΙ.- Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως του Χ1 αποδίδεται στο Εφετείο ότι έλαβε υπόψη, προς απόρριψη του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής αιτήματος, το υπ΄ αριθμ. 6360/27-6-2003 ΦΕΚ - τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ, όπου δημοσιεύθηκε, κατά τις παραδοχές του, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που όρισε τον ..... για να εκπροσωπεί την Τράπεζα στα δικαστήρια, το οποίο, όμως, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄Κ.Ποιν.Δ). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που αμέσως ανωτέρω εκτέθηκαν, ως αναγόμενος στην πληρεξουσιότητα των ως άνω Ιωάννη Παπαγεωργίου και Δημητρίου Παπαδόπουλου προς εκπροσώπηση στη δίκη της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, για την οποία αρκούσε το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. IV.- Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως του Χ2 πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παράνομης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής στο Εφετείο και για υπέρβαση εξουσίας εκ της μη αποβολής της, με την ειδικότερη αιτίαση ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο εμφανισθείς Ιωάννης Παπαγεωργίου είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ατομικώς και όχι για την Τράπεζα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως και των πρακτικών της (1655/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων) προκύπτει ότι ο εμφανισθείς στην πρωτοβάθμια δίκη Ιωάννης Παπαγεωργίου "δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για λογαριασμό της Τράπεζας κατά των εναγομένων-κατηγορουμένων και ζητεί να υποχρεωθούν να της καταβάλουν 44 ευρώ ο καθένας σαν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσαν....", δήλωση από την οποία είναι σαφές ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής έγινε για λογαριασμό της Τράπεζας και όχι ατομικώς για τον Ιωάννη Παπαγεωργίου. V.- Από τα άρθρα 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε, διότι διαφορετικά παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: Α) Από την ενότητα των κατά το κατηγορητήριο αναγνωστέων εγγράφων τα: " 9) η από 1-2-2001 βεβαίωση, 15) η από 12-12-2001 προσφυγή κατά Υπ. Περιβ. μετά των σχετικών εγγράφων, 16) η από 12-12-2001 προσφυγή κατά Γεν. Γραμ. Περιφ. μετά των σχετικών εγγράφων, 17) η από 7-11-2001 προσφυγή κατά Υπ΄Περιβ. μετά των σχετικών εγγράφων, 18) η από 15-25-2002 προσφυγή κατά Πανεπ. Πατρών μετά των σχετικών εγγράφων, 23) σχετικός φάκελος 8ης πιστοποίησης για την πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών Περιφ. Θεσσαλ. ΔΕΚΕ, 44) ένσταση τεχν. Ετ " και Β) Από την ενότητα των επίσης αναγνωσθέντων εγγράφων τα: "4) Η αύξηση ορίου ανοικτού λογαριασμού του Χ1, 5) Οι από 1998-2000 συμβάσεις εργασίας 8) Βιβλίο πρακτικής κοινοποιήσεων - επιδόσεων της Τράπεζας Εργασίας". Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ΄ αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Η προδήλως εσφαλμένη ένδειξη της χρονολογίας "15-25-2002" του υπό τον αριθμό 18, αντί της επ΄ αυτού υπάρχουσας "15-2-2002", όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, δεν καθιστά αμφίβολη την ταυτότητα τούτου, αφού άλλη "προσφυγή κατά Πανεπ. Πατρών" δεν αναγνώσθηκε. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως του Χ3 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Κ.Ποιν.Δ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι από την ως άνω περιγραφή δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως του Χ2, με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι στην προμετωπίδα της, όπου συνήθως, και άνευ ανάγκης, αναγράφεται η πράξη για την οποία εισάγεται σε δίκη ο κατηγορούμενος, αναγράφεται ότι εισήχθη να δικασθεί με την κατηγορία της απάτης, ενώ καταδικάσθηκε για απιστία. Ο λόγος αυτός, πρέπει, να απορριφθεί διότι η ανωτέρω ένδειξη στερείται έννομης επιρροής, μη αποτελούσα τμήμα ούτε του σκεπτικού ούτε του διατακτικού της αποφάσεως. VII.- Το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, που επιβάλλει την ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ΄ αυτό εγγράφων, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της διαδικασίας αν τα έγγραφα αυτά δεν αναγνωσθούν και δεν δημιουργείται εκ τούτου λόγος αναιρέσεως, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωσή τους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε να τα αναγνώσει ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως του κατηγορουμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 141, 142 του ίδιου Κώδικα, τα πρακτικά της συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν, πλην άλλων, τις προτάσεις που υποβάλλουν οι διάδικοι, προφορικώς ή εγγράφως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της ίδιας ως άνω αιτήσεως του Χ2 προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει τα έγγραφα που αναφέρονται σ΄ αυτήν (αίτηση), καίτοι αυτά προσκομίσθηκαν από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τη συγκεκριμένη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλε αίτημα για ανάγνωση οποιουδήποτε εγγράφου και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε ν΄ αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα διότι, κατ΄ εκτίμηση, δεν του δόθηκε ο λόγος για να προβεί σε παρατηρήσεις επί των αναγνωσθέντων εγγράφων αμέσως μετά την ανάγνωση τούτων, αλλά μετά και την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως και, ακόμη, διότι από τη βεβαίωση στα πρακτικά της δίκης ότι δόθηκε ο λόγος, για να προβούν σε παρατηρήσεις επί των αναγνωσθέντων εγγράφων, "σε όλους τους παραπάνω", δημιουργείται αμφιβολία σε "ποιους παραπάνω" δόθηκε ο λόγος. Και κατά την αιτίαση αυτή ο ανωτέρω τέταρτος λόγος της αιτήσεως του Χ2 είναι αβάσιμος, καθόσον η μεν βεβαίωση "σε όλους τους παραπάνω" εννοεί προδήλως όλους τους παράγοντες της δίκης και δεν καταλείπει καμία αμφιβολία, από δε τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 21) προκύπτει ότι εδίδετο ο λόγος από τον Πρόεδρο σε όλους τους παράγοντες της δίκης "μετά την ανάγνωση του κάθε εγγράφου". Το γεγονός ότι η περί του τελευταίου βεβαίωση έχει περιληφθεί στα πρακτικά μετά τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και όχι μετά την παράθεση των εγγράφων, είναι χωρίς σημασία. VIII.- Κατά το άρθρο 390 Π.Κ. , όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση, με το άρθρο 32 παρ. 2 Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ΄ αυτό λέξεως "πρόθεση" με τη λέξη "γνώση" και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως της από το δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος είτε επιδιώκει, είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην υπό διαχείριση ξένη περιουσία και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής, κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α΄ ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, επί δε ηθικής αυτουργίας, πρέπει, να συντρέχουν: α)πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής πειθώ, φορτικότητα συμβουλή, εντολή, απειλή κ.α, β)διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της και γ)δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. ΙΧ.- Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Ειδικά στην περίπτωση ηθικής αυτουργίας υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας όταν εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση, εκτός από τα ανωτέρω, ο τρόπος και τα μέσα προκλήσεως στο φυσικό αυτουργό της αποφάσεως για την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε, με τον τρόπο και τα μέσα αυτά, σε άλλον την απόφαση αυτή. Επίσης, όπου ο νόμος απαιτεί άμεσο δόλο (γνώση), όπως στην απιστία του άρθρου 390 ΠΚ, πρέπει, να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση η ύπαρξη τέτοιου δόλου. Χ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, αφού δέχθηκε ότι κατά την έννοια του άρθρου 390 ΠΚ περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και η δημιουργία συγκεκριμένης καταστάσεως κινδύνου για την υπό διαχείριση περιουσία, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη, εν συνεχεία δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 κατά το διάστημα από 12-9-1997 έως 30-10-2000 ήταν υπάλληλοι της πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας, στην οποία είχε συγχωνευθεί η προηγούμενη εργοδότιδά τους "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε". Ο Χ2 ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος των .... και ο Χ3 υποδιευθυντής και προϊστάμενος των χορηγήσεων του ιδίου υποκαταστήματος.
Συνεπώς (δυνάμει συμβάσεως) ως υπάλληλοι της εργοδότιδάς τους είχαν την επιμέλεια και διαχείριση των εργασιών και της περιουσίας της ανωτέρω τράπεζας στο υποκατάστημα των ..... Ωστόσο, αυτοί στα .... με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, ενεργώντας από κοινού ως ομάδα, γιατί είχαν στενές σχέσεις και κοινές επιδιώξεις, ζημίωσαν με γνώση την περιουσία της εργοδότιδάς τους τράπεζας ως εξής: 1.- Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΟΜΙΚΗ ΑΤΕ" που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπρόσωπος και διαχειριστής της ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 είχε την εποχή εκείνη αναλάβει με σύμβαση δημοσίου έργου στα .... την κατασκευή νέας πτέρυγας του νοσοκομείου της πόλης. Τελικά εγκατέλειψε το έργο και κηρύχθηκε έκπτωτη, ήδη δε με την υπ΄ αριθ. 910/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως τόσο η εταιρία όσο και ο Χ1. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, που ενεργούσαν από κοινού ως ομάδα με κοινές επιδιώξεις, στις 12-9-1997 χορήγησαν στην ανωτέρω εταιρία μία εγγυητική επιστολή για ποσό 170.000.000 δρχ. που θα τη χρησιμοποιούσε για το έργο του νοσοκομείου. Την εγγυητική αυτή επιστολή τη ζήτησε ο συγκατηγορούμενος τους Χ1. Οι κατηγορούμενοι τη χορήγησαν χωρίς, ωστόσο, να λάβουν προηγουμένως τα αναγκαία και προβλεπόμενα από τα εγκριτικά όρια της Τράπεζας καλύμματα ώστε να εξασφαλισθεί η περιουσία της. Το υποκατάστημά τους, προκειμένου να εκδώσει την εγγυητική αυτή επιστολή, απευθύνθηκε λόγω του μεγάλου ύψους της στο ανώτερο κλιμάκιο στην Αθήνα, διότι υπερέβαινε το όριο του υποκαταστήματος (38.500.000 δρχ.). Ζήτησαν λοιπόν οι κατηγορούμενοι να πληροφορηθούν αν εγκρίνεται η χορήγηση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής και να θεσπίσει (το ανώτερο κλιμάκιο) τους όρους και τις προϋποθέσεις εκδόσεώς της. Έτσι το εν λόγω κλιμάκιο με τον από 8-9-1997 καθορισμό ορίου καθόρισε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της εγγυητικής επιστολής και επέτρεψε στους κατηγορούμενους να δώσουν αυτή μόνο αν τηρηθούν οι προϋποθέσεις που όρισε. Ειδικότερα όρισε ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο με τον όρο της δέσμευσης μετρητού καλύμματος 100% αρχικά, δηλαδή κατά την έκδοση και παράδοση της εγγυητικής επιστολής στον τρίτο κατηγορούμενο. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν τις εντολές αυτές και, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας τους, εξέδωσαν και παρέδωσαν στον Χ1 την εγγυητική επιστολή χωρίς να λάβουν κανένα κάλυμμα και χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενεχυρίαση και δέσμευση του καλύμματος στο όριο που όρισε το ανώτερο κλιμάκιό τους........... Κατά το χρόνο εκείνο ο Χ1 κανένα λογαριασμό δεν είχε στην τράπεζά τους. Ενεργώντας έτσι οι κατηγορούμενοι είναι σαφές ότι έθεσαν σε κίνδυνο την περιουσία της τράπεζας, αφού χωρίς κάλυμμα ή άλλη εξασφάλιση ήταν βέβαιος ο κίνδυνος ότι η τράπεζα δεν θα είχε ασφαλή τρόπο να αναλάβει το ποσό της εγγυητικής επιστολής αν κατέπιπτε, παρά μόνο με τη διενέργεια ενός αβέβαιου και πολυέξοδου δικαστικού αγώνα. Αλλά οι κατηγορούμενοι δεν περιορίστηκαν μόνο σ΄ αυτό: Στα μεταγενέστερα της έκδοσης της εγγυητικής επιστολής έγγραφα με την ονομασία "εγκρίσεις ορίων" βεβαίωσαν ψευδώς στα ανώτερα κλιμάκια ότι δήθεν έλαβαν από την εταιρία του Χ1 το κάλυμμα. Έτσι λ.χ. στις "εγκρίσεις ορίου" με ημερομηνία 30-7-1998, 25-11-1999 και 13-7-2000 διαβεβαιώνουν ψευδώς ότι λήφθηκε το κάλυμμα. Διαβεβαίωναν επίσης ότι η συναλλακτική πορεία του πελάτη (Χ1 και της εταιρίας του) ήταν καλή. Έτσι, το ανώτερο κλιμάκιο πείσθηκε και μείωσε το κατά 100% ποσοστό καλύμματος για την επιστολή αυτή στο μισό (50%) δηλαδή σε 85.000.000 δρχ. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι ούτε και αυτό το όριο τήρησαν, αλλά άφησαν τον Χ1 να παραλάβει την εγγυητική επιστολή χωρίς κανένα κάλυμμα. Τις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προς τα ανώτερα όργανα της τράπεζας ότι έλαβαν το κάλυμμα εξακολούθησαν οι κατηγορούμενοι και όταν στις 13-10-1998 ο ενεργήσας την επιθεώρηση του υποκαταστήματος τους επισήμανε την παράλειψή τους. Απάντησαν πάλι ψευδώς ότι το κάλυμμα λήφθηκε......... Τελικά ο Χ1 δεν αποδείχθηκε αξιόχρεος και η εγγυητική επιστολή κατέπεσε αργότερα υπέρ του Δημοσίου. Η πολιτικώς ενάγουσα αναγκάσθηκε να πληρώσει στο Δημόσιο 101.000.000 δρχ. Έτσι η διακινδύνευση της περιουσίας της που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι υπάλληλοί της τελικά υλοποιήθηκε και υπέστη την ανωτέρω ζημία. 2.- Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι........ με την ίδια ιδιότητα προέβησαν στη σύναψη με τον τρίτο και άλλων συμβάσεων δανείου που αναφέρονται κατωτέρω. Δηλαδή, αμέσως μετά τα προαναφερόμενα χρηματοδότησαν και πάλι την εταιρία του (ουσιαστικά τον ίδιο) κατά παράβαση των εντολών που είχαν για την ασφαλή κατάρτιση δανειακών συμβάσεων και κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας τους. Ειδικότερα, η εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου εκτελούσε διάφορα δημόσια έργα και προκειμένου να λάβει δανειοδότηση από τις τράπεζες προσκόμιζε ενώπιον των οργάνων τους τις σχετικές πιστοποιήσεις των αντίστοιχων δημοσίων έργων. Απ΄ αυτές προέκυπτε ποίο ποσό δικαιούνταν να λάβει από το Δημόσιο για το έργο ως εργολαβική αμοιβή. Η τράπεζα μπορούσε να τον δανειοδοτήσει μέχρι ένα ποσοστό από το ποσό της πιστοποίησης, αφού προηγούμενα εξασφάλιζε την εκ του δανείου απαίτησή της κατά τον εξής πάγιο τρόπο: Πρώτα υπέγραφε με τον δανειοδοτούμενο σύμβαση εκχωρήσεως της κατά του Δημοσίου απαίτησής του και στη συνέχεια κοινοποιούσε τη σύμβαση εκχωρήσεως στο Δημόσιο για να λάβει γνώση και με την αναγγελία να ολοκληρωθεί η εκχώρηση. Μετά ταύτα και μόνο εκταμίευε το ποσό του δανείου και το κατέβαλε στον εργολάβο-πελάτη. Αυτή ήταν η πάγια τακτική που τηρούσε και η πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα και την είχε καταστήσει γνωστή στα στελέχη της με τις υπ΄ αριθ. ΔΕ-45/17-2-1989 και 199/1-12-1994 εγκυκλίους της. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση και πάλι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δεν τήρησαν καμία από τις ανωτέρω διατυπώσεις που είχαν καθορισθεί με μόνο σκοπό την εξασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας της. Αντίθετα, για να ευνοήσουν και πάλι τον Χ1 εκταμίευαν αμέσως τα ποσά των κατωτέρω δανείων και του τα κατέβαλαν είτε παραλείποντας εντελώς την σύναψη σύμβασης εκχώρησης είτε καταρτίζοντας μεν τέτοια σύμβαση πλην όμως κοινοποιώντας την μετά την εκταμίευση και καταβολή του ποσού του δανείου, οπότε ο δανειολήπτης εργολάβος μπορούσε άνετα να εισπράξει μετά το ποσό του δανείου και το ποσό της πιστοποίησης από το Δημόσιο, όπως και πράγματι έκανε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Χ1. Άλλωστε στην "εξυπηρέτηση" αυτή κατέτεινε κατόπιν απαιτήσεώς του η καταχρηστική τακτική των κατηγορουμένων. Ειδικότερα:
(α).- Στις 14-4-1999 ο Χ1 προσκόμισε την υπ΄ αριθ. 9 πιστοποίηση (εντολή) προς πληρωμή που αναφερόταν σε έργο που εκτελούσε στην Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου της Πάτρας. Οι κατηγορούμενοι με βάση ακριβώς την πιστοποίηση αυτή του χορήγησαν δάνειο (στην εταιρία του) για ποσό 21.539.158 δρχ. Το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε και το έλαβε χωρίς να τηρηθεί καμία από τις ανωτέρω εξασφαλιστικές προϋποθέσεις. Ούτε καν σύμβαση εκχωρήσεως δεν υπογράφτηκε. Αυτό που καθιστά σαφώς αντιληπτές τις προθέσεις και τα ελατήρια των κατηγορουμένων για την ανωτέρω "εξυπηρέτηση" είναι το ότι το ποσό της πιστοποιήσεως ο Χ1 το είχε προεισπράξει από το Δημόσιο ήδη από τις 5-4-1999. (β).- Στις 4-6-1999 ο Χ1 προσκόμισε πάλι στους συγκατηγορουμένους του την υπ΄ αριθ. 18 πιστοποίηση (εντολή) για ποσό 99.200.000 δρχ. που αφορούσε το ίδιο ως άνω έργο. Οι κατηγορούμενοι πάλι με βάση ακριβώς την πιστοποίηση αυτή του χορήγησαν δεύτερο δάνειο (στην εταιρία του) για ποσό 30.061.800 δρχ. Το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε και το έλαβε χωρίς πάλι να τηρηθεί καμία από τις ανωτέρω εξασφαλιστικές προϋποθέσεις. Ούτε καν σύμβαση εκχωρήσεως δεν υπογράφτηκε.
(γ).- Στις 28-6-2000 ο Χ1 προσκόμισε πάλι στους συγκατηγορουμένους του την υπ΄ αριθ. 33 πιστοποίηση (εντολή) για ποσό 54.472.000 δρχ. που αφορούσε το έργο επεκτάσεως του νοσοκομείου ..... Οι κατηγορούμενοι πάλι με βάση ακριβώς την πιστοποίηση αυτή του χορήγησαν και τρίτο δάνειο (στην εταιρία του) για ποσό 45.000.000 δρχ. Το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε και το έλαβε χωρίς πάλι να τηρηθεί με πληρότητα η εξασφαλιστική διαδικασία. Ο δανειολήπτης υπέγραψε μεν σύμβαση εκχώρησης πλην όμως αυτή κοινοποιήθηκε στο Δημόσιο καθυστερημένα, Δηλαδή στις 6-7-2000, όταν πλέον ο Χ1 είχε λάβει το ποσό του δανείου και συγχρόνως είχε εισπράξει από το Δημόσιο στις 28-6-2000 την αμοιβή του........ Με τις ανωτέρω παραλείψεις και ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία της τράπεζας διακινδυνεύοντας την περιουσία της, αφού τα χορηγηθέντα δάνεια χωρίς την τήρηση των εξασφαλιστικών όρων κατέστησαν επισφαλή προς είσπραξη. Τελικά η τράπεζα δεν μπόρεσε να εισπράξει τις απαιτήσεις της. Έτσι η διακινδύνευση της περιουσίας της που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της υλοποιήθηκε και υπέστη ισόποση με τα δάνεια ζημία. Για τη συγκάλυψη των καταχρηστικών τους ενεργειών και την παραπλάνηση της τράπεζας οι κατηγορούμενοι προέβησαν πάλι σε ψεύδη. Η γενόμενη στο υποκατάστημα .... επιθεώρηση στο από 5-10-1999 πόρισμά της διαπίστωσε την απουσία καταρτίσεως συμβάσεων εκχωρήσεως. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι και οι δύο απάντησαν σ΄ αυτό εν γνώσει τους ψευδώς ότι προσκομίστηκαν οι πράξεις εκχώρησης από τον δικαστικό επιμελητή. Αποκρύβουν όμως ότι στις δύο περιπτώσεις δεν έγινε καθόλου εκχώρηση ενώ στην τρίτη κοινοποιήθηκε καθυστερημένα. Αλλά και στις εκτελέσεις ορίου από 21-9-1999 και 25-11-1999 οι κατηγορούμενοι, αναφερόμενοι στα υπερκείμενα αυτών κλιμάκια της τράπεζας, βεβαιώνουν ψευδώς ότι δεν έχουν χορηγήσει κανένα δάνειο στον Χ1. Επίσης στις 5-5-2000 εισηγούμενοι από κοινού στα ανώτερα κλιμάκια την αύξηση του ορίου του ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας του Χ1 παραπλανούν και πάλι τη διοίκηση βεβαιώνοντας ότι έχουν εξασφαλίσει με εκχωρήσεις τα ανωτέρω δάνεια. ........3) Ενώ είχαν μεσολαβήσει όλα αυτά και η οικονομική κατάσταση του Χ1 είχε καταστεί επισφαλής (ως χρόνος παύσεως των πληρωμών του ορίσθηκε με την πτωχευτική απόφαση η 30η Ιουνίου 1999), ο πρώτος κατηγορούμενος παρέβλεψε τα ανωτέρω και δεν προασπίσθηκε τα συμφέροντα της Τράπεζας, επιτρέποντας στον Χ1 να αναλάβει το σύνολο των καταθέσεων που είχε στο υποκατάστημά του σε λογαριασμούς συναλλάγματος ύψους 41.359, 77 USD και 175.824,09 GBP. Με την υπογραφή του επέτρεψε την ανάληψη, ενώ, αν διαχειριζόταν χωρίς κατάχρηση τα συμφέροντα της τράπεζας έπρεπε, ενόψει άλλωστε όλων των ανωτέρω, να περιορίσει τη ζημία της και να του δεσμεύσει τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα, συμψηφίζοντας τις εκατέρωθεν απαιτήσεις. Η παράλειψη αυτή ομολογείται από τον κατηγορούμενο. Είχε δε κάθε δικαίωμα να πράξει τα ανωτέρω δυνάμει του υπ΄ αριθ. 9 όρου της συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, στην οποία ο Χ1 είχε συμβληθεί και ατομικά ως εγγυητής της εταιρίας του. Με τον όρο αυτό προβλέφθηκε δυνατότητα υπέρ της τράπεζας να συμψηφίζει τις απαιτήσεις της με απαιτήσεις του δανειολήπτη από καταθέσεις του. Ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλειψε να εξασφαλίσει και με τον έσχατο αυτό τρόπο τα συμφέροντα της τράπεζας, διακινδυνεύοντας την περιουσία κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας μόνο και μόνο για να παράσχει στον Χ1 τη δυνατότητα να αναλάβει αζημίως και τις τελευταίες καταθέσεις του. Τελικά η τράπεζα δεν μπόρεσε να εισπράξει τις απαιτήσεις της κατά του Χ1 και της εταιρίας του. Έτσι η διακινδύνευση της περιουσίας της που προκάλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος υπάλληλος της, ενεργώντας τώρα μόνος, υλοποιήθηκε και η τράπεζα υπέστη ισόποση με τα δάνεια ζημία. Από τις προαναφερόμενες ενέργειες και παραλείψεις των δύο πρώτων κατηγορουμένων επήλθε βλάβη στην περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας. Η βλάβη της στην αρχή έλαβε τη μορφή της απειλής και διακινδύνευσης της περιουσίας της, η οποία επέφερε χειροτέρευση και μείωση της ενεστώσας αξίας της, διότι προέβη σε περιουσιακές επιδόσεις προς την εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου (δηλαδή τις χορηγήσεις της εγγυητικής επιστολής και των τριών δανείων), οι οποίες ήσαν επισφαλείς και αμφίβολες για την ικανοποίησή τους ακριβώς εξ αιτίας των παραλείψεων των δύο πρώτων κατηγορουμένων υπαλλήλων της. Άλλωστε, η από τους κατηγορουμένους υπέρβαση των ορίων που είχε χαράξει για τις ένδικες δικαιοπραξίες η εντολέας τράπεζα, συνιστά από μόνη της συγχρόνως και διακινδύνευση διότι από τη φύση τους οι δικαιοπραξίες αυτές είναι επικίνδυνες........... Η χειροτέρευση αυτή της περιουσίας της δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η τράπεζα έχει κατά του τρίτου κατηγορουμένου αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης, την οποία έχει υποστεί, εφ΄ όσον η επιδίωξη ικανοποιήσεώς της απαιτεί δικαστικούς αγώνες, οι οποίοι συνιστούν μορφή περιουσιακής βλάβης. Τελικά η βλάβη αυτή κατά τα προαναφερόμενα υλοποιήθηκε και η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη ζημία ίση με τα ποσά που κατέβαλε στο Δημόσιο για την κατεπεσούσα εγγυητική επιστολή και με τα ποσά που κατέβαλε στην εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου ως δάνειο. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, πράττοντας τα ανωτέρω χάριν των συμφερόντων του τρίτου συγκατηγορουμένου τους, γνώριζαν, γιατί και οι δύο είναι ευφυέστατοι και εμπειρότατοι στα αντικείμενα αυτά, ότι έτσι θα προκύψει απειλή και διακινδύνευση της περιουσίας της τράπεζας με την προαναφερόμενη έννοια, αποδέχονταν δε το αποτέλεσμα αυτό (της διακινδύνευσης) προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους που ήταν η "εξυπηρέτηση" του συγκατηγορουμένου τους. Το αν αποδέχονταν και την υλοποίηση της διακινδύνευσης ή όχι, πιστεύοντας πιθανόν ότι αυτή θα αποφευχθεί με την εκ των υστέρων καταβολή των οφειλομένων από τον Χ1 (διότι οι ίδιοι διατείνονται ότι σε καμία περίπτωση δεν ήθελαν να ζημιωθεί η τράπεζα), δεν ενδιαφέρει από την άποψη της πληρώσεως της υποκειμενικής υποστάσεως. Η αντικειμενική υπόσταση εν προκειμένω πραγματώθηκε, με την περιουσιακή ζημία υπό την μορφή της διακινδύνευσης της περιουσίας της τράπεζας. Ως προς αυτή υπάρχει σαφώς άμεσος δόλος των κατηγορουμένων και το υποκειμενικό καλύπτει το αντίστοιχο αντικειμενικό στοιχείο. Ο δόλος αυτός καθίσταται έκδηλα φανερός όχι μόνο από το ότι, λόγω της ευφυΐας και μεγάλης εμπειρίας τους, γνώριζαν με ακρίβεια τι συνεπάγονται οι πράξεις τους και αποδέχονταν κάθε συνέπεια, αλλά κυρίως: α)από το επανειλημμένο της καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας τους πάντοτε χάριν "εξυπηρετήσεως" του ίδιου προσώπου, πράγμα που σημαίνει επίμονη και πάση θυσία χρηματοδότηση αυτού και β)από την εκ των υστέρων, κατ΄ επανάληψη πάλι, παραπλάνηση των ανώτερων διοικητικών οργάνων της τράπεζας αναφορικά με τις επίμαχες παραλείψεις τους με την έκθεση εν γνώσει τους ψευδών γεγονότων προφανώς προς συγκάλυψη. Το επανειλημμένο των παραλείψεων και το επανειλημμένο της παραπλανήσεως της τράπεζας, σε συνδυασμό με την ταυτότητα πάντοτε του "εξυπηρετουμένου" προσώπου, φανερώνει αποδοχή του ανωτέρω ζημιογόνου για την τράπεζα αποτελέσματος. Τέλος ο δόλος τους ήταν κοινός γιατί μαζί αποφάσισαν τις πράξεις τους, δεδομένου ότι λειτουργούσαν ως ομάδα. Άλλωστε, ενεργώντας μεμονωμένα δεν θα ήταν σε θέση να επιτύχουν το στόχο τους, διότι ήταν αναγκαία η συνυπογραφή των σχετικών δικαιοπραξιών και από τους δύο............... Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις απιστίας εξ αιτίας της πειθούς που με πρόθεση άσκησε πάνω τους ο Χ1 Αυτός που είχε κάθε συμφέρον να απιστήσουν οι συγκατηγορούμενοί του σε βάρος της τράπεζας για να μπορέσει να χρηματοδοτηθεί η εταιρία του σε μία εποχή που είχε αρχίσει η κρίση της και είχε αρχίσει να παρουσιάζει παύση των πληρωμών της. Με συναντήσεις λοιπόν που είχε μαζί τους, ζήτησε και τους έπεισε (με ανταλλάγματα ή χωρίς ανταλλάγματα, δεν προέκυψε και είναι άλλωστε αδιάφορο) να παραλείψουν όσα παραπάνω σημειώθηκαν για να μπορέσει και από την τράπεζα να χρηματοδοτηθεί και από το Δημόσιο να εισπράξει τις πιστοποιήσεις των έργων. Άλλωστε κανείς νουνεχής υπάλληλος δεν αποφασίζει να απιστήσει σε βάρος του εργοδότη του χάριν τρίτου αν ο τρίτος δεν του το ζητήσει επίμονα. Αυτό συνάγεται με βεβαιότητα από το σύνολο των αποδείξεων, εκτιμώμενων υπό το πρίσμα της αρχής της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ. Τους έπεισε δε να προβούν στις προαναφερόμενες παραλείψεις, γνωρίζοντας όχι μόνο τον επιζήμιο (για την τράπεζα) χαρακτήρα τους, αλλά και ότι για να ικανοποιήσουν την απαίτησή του έπρεπε οι τραπεζικοί κατηγορούμενοι να υπερβούν οπωσδήποτε τα όρια της αντιπροσωπευτικής σχέσης τους, τα όρια δηλαδή που η τράπεζα τους είχε θέσει ως προϋποθέσεις εξασφάλισης των δικαιωμάτων της προτού προβούν σε χορηγήσεις σαν αυτές που αυτός αξίωνε. Τον επιζήμιο χαρακτήρα των παραλείψεων που ζητούσε τον γνώριζε πολύ καλά γιατί και ο ίδιος είναι επί μακρά σειρά ετών εργολήπτης δημοσίων έργων και άριστος γνώστης των τραπεζικών χορηγήσεων. Το ότι για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του έπρεπε να υπερβούν τα όρια που τους είχε θέσει η εργοδότιδά τους, επίσης, το γνώριζε και αυτό φαίνεται ότι εκείνος ήταν που αξίωνε ρητά να του χορηγηθεί λ.χ. η εγγυητική επιστολή χωρίς κάλυμμα. Άρα γνώριζε ότι η πρακτική της τράπεζας ήταν να υπάρχει οπωσδήποτε κάλυμμα. Μετά ταύτα το δικαστήριο κρίνει ότι οι αποδείξεις που συνελέγησαν είναι πλήρεις και δεν συντρέχει ανάγκη να αναβληθεί η δίκη για περισσότερες αποδείξεις προκειμένου να κληθούν οι μάρτυρες που ζήτησαν οι κατηγορούμενοι. Γι΄ αυτό το σχετικό αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους απιστίας από κοινού κατ΄ εξακολούθηση τους Χ2 και Χ3, τον πρώτο και κατά μόνας, και για ηθική στις πράξεις αυτές αυτουργία κατ΄ εξακολούθηση τον Χ1 και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία. ΧΙ.- Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον Κ.Ποιν.Δ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 98 και 390 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα, εκτίθεται στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, κατά το διάστημα από 12-9-1997 έως 30-10-2000 είχαν βάσει δικαιοπραξίας τη διαχείριση της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, ως διευθυντής και υποδιευθυντής, αντιστοίχως, του υποκαταστήματός της ...., ότι κατά την έκδοση και χορήγηση της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, αλλά και κατά τη χορήγηση των δανείων, κατά κατάχρηση της διαχειριστικής εξουσίας τους παρέβησαν τους κανόνες της επιμελούς διαχειρίσεως που διέπουν τις αντίστοιχες δραστηριότητες, αντιθέτως προς τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της εργοδότιδάς τους Τράπεζας και προς την πάγια τραπεζική τακτική, ότι επιπλέον ο πρώτος επέτρεψε να αναληφθούν οι καταθέσεις σε συνάλλαγμα του Χ1 παρά το ότι η οφειλέτης της Τράπεζας εταιρία του δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις φερεγγυότητας που εξασφάλιζαν την απαίτηση της Τράπεζας. Αιτιολογεί, επίσης, ότι η μη τήρηση από τους ανωτέρω κατηγορουμένους των προβλεπομένων εγγυήσεων και διασφαλίσεων, κατά τη χορήγηση της εγγυητικής επιστολής και των δανείων, συνιστούσε ανεπίτρεπτη στη συγκεκριμένη περίπτωση διακινδύνευση της περιουσίας της Τράπεζας και είχε ως συνέπεια την επισφάλεια των απαιτήσεών της, έτσι ώστε είχε προκληθεί έκτοτε μείωση της ενεστώσας περιουσίας της, η δε υλοποίηση του κινδύνου απλώς παγίωσε την ήδη προκληθείσα ζημία στο ύψος των 101.000.000 δρχ., που καταβλήθηκαν από την Τράπεζα στο Δημόσιο λόγω της καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής και των 175.211.158 δρχ. του αθροίσματος των μη αποδοθέντων δανείων. Παρατίθενται, ακόμη, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση των αυτών κατηγορουμένων ότι με τις ενέργειες και παραλείψεις τους ζημιώνουν την Τράπεζα. Αιτιολογείται, ειδικότερα, ότι προέβλεπαν ως αναγκαία συνέπεια των ενεργειών και παραλείψεών τους τη διακινδύνευση της περιουσίας της Τράπεζας και την αποδέχοντο ως τέτοια (αναγκαία) και όχι ενδεχόμενη. Με τις παραδοχές, περαιτέρω, ότι ο τρίτος αναιρεσείων-κατηγορούμενος με πειθώ ζήτησε και έπεισε τους δύο πρώτους να παραλείψουν τις εγγυήσεις που θα εξασφάλιζαν επαρκώς την Τράπεζα, αιτιολογείται ειδικώς η πρόκληση από τον τρίτο της αποφάσεως στους δύο πρώτους να διαπράξουν την πράξη της απιστίας που διέπραξαν και προσδιορίζονται τα μέσα και ο τρόπος προκλήσεως της αποφάσεων αυτής. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες καθόσον: α)ρητώς στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων και οι απολογίες των κατηγορουμένων, δηλαδή και η απολογία του τρίτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ως προς τον οποίο δεν ήταν αναγκαίο να επαναμνημονευθούν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα στο κεφάλαιο του σκεπτικού αναφορικά με τις παραδοχές για τον ηθικό αυτουργό τρίτο αναιρεσείοντα, β)η παραδοχή, ως προς τον ηθικό αυτουργό, ότι "ζήτησε" και "έπεισε" τους φυσικούς αυτουργούς δεν είναι αντιφατική αφού το ότι "ζήτησε" είναι λογικό προαπαιτούμενο του ότι "έπεισε", γ)δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων Χ1 ήταν αφερέγγυος και της άλλης παραδοχής ότι αυτός είχε τις μνημονευόμενες καταθέσεις σε συνάλλαγμα στο υποκατάστημα .... της πολιτικώς ενάγουσας, διότι η ύπαρξη των καταθέσεων αυτών δεν σημαίνει άνευ άλλου και φερεγγυότητα, για μια τόσο μεγάλου ύψους συναλλαγή, δ)δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι από τις ενέργειες και παραλείψεις τους θα προκύψει απειλή και διακινδύνευση της τραπεζικής περιουσίας και αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό (της διακινδυνεύσεως) και των εν συνεχεία της παραδοχής αυτής εκτιθεμένων στο σκεπτικό ότι "το αν αποδέχοντο και την υλοποίηση της διακινδυνεύσεως ή όχι, πιστεύοντας πιθανόν ότι αυτή θα αποφευχθεί με την εκ των υστέρων καταβολή των οφειλομένων .......δεν ενδιαφέρει από την άποψη πληρώσεως της υποκειμενικής αποστάσεως", διότι δια των τελευταίων διατυπώνεται σκέψη, υπό μορφή επιχειρήματος και άνευ ανάγκης αφού αρκούσε για την αιτιολόγηση του δόλου η πρώτη, και δεν αποτελούν παραδοχή ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι πίστευαν ότι δεν θα επέλθει ζημία της Τράπεζας, όπως, ειδικότερα υποστηρίζει αντιθέτως ο δεύτερος αναιρεσείων, ε)ο κίνδυνος της περιουσίας της Τράπεζας που δέχθηκε το Εφετείο ως περιουσιακή βλάβη της είναι ενεστώσα περιουσιακή ζημία και δεν μεταβάλλει την απιστία, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, από έγκλημα βλάβης σε έγκλημα διακινδυνεύσεως, στ)προσδιορίζεται η οριστική ζημία της Τράπεζας στα ως άνω ποσά και ζ)δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων. Οι αντίθετοι, εξάλλου, επί της ουσίας ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η αιτίαση, τέλος, του τρίτου αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν κατά τη νέα δικάσιμο οι αναφερόμενοι μάρτυρες, ανεξάρτητα από το ότι αναφέρεται σε αίτημα του συγκατηγορουμένου του Χ3 και όχι του ιδίου, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικαστήριο της ουσίας, στην ανέλεγκτη κρίση του οποίου ανάγεται η απόφαση για το αν έπρεπε να κληθούν ή όχι οι ως άνω μάρτυρες, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί να αποφασίσει, με την καταληκτική του σκεπτικού του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι "μετά ταύτα το δικαστήριο κρίνει ότι οι αποδείξεις που συνελέγησαν είναι πλήρεις και δεν συντρέχει ανάγκη να αναβληθεί η δίκη για περισσότερες αποδείξεις προκειμένου να κληθούν οι μάρτυρες που ζήτησαν οι κατηγορούμενοι". Χ
ΙΙ.- Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ λόγοι και των τριών ενδίκων αιτήσεων, συνακολούθως δε να απορριφθούν οι αιτήσεις αυτές και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583 Κ.Ποιν.Δ, 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 4-3-2005, 11-3-2005 και 28-2-2005 αιτήσεις των Χ2, Χ3 και Χ1 αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της 58/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή