Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1468 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Μαστροπεία.




Περίληψη:
Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε καταδικαστική απόφαση μαστροπείας. Όχι λόγος αναιρέσεως για την ουσία της υποθέσεως. Προκύπτει αναμφίβολα ότι έλαβε υπόψη της αναγνωσθέν έγγραφο χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται ειδικά (στην απόφαση) τι προέκυψε από αυτό. Όχι ακυρότητα, λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως (171 § 1 Κ.Π.Δ.), εκ του ότι ο Εισαγγελέας δεν πρότεινε επί του τύποις δεκτού της εφέσεως εφόσον το δικαστήριο την έκαμε τύποις δεκτή. Όχι 211 Α του ΚΠΔ, εάν προκύπτει ότι το δικαστήριο την καταδικαστική του κρίση στήριξε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα μνημονευόμενα κατ’ είδος και όχι μόνο στην απολογία συγκατηγορουμένου και μάλιστα για άλλη πράξη. Απορρίπτει.





Αριθμός 1468/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κώνστα, περί αναιρέσεως της 1623/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 9/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 349 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο (παροτρύνσεις, πιέσεις κλπ) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων κλπ) παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη αποφάσεως αυτής να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (εκ της χρήσεως του όρου γυναίκες, δεν προκύπτει το αντίθετο), ούτε η γυναίκα να είναι "αμέμπτων" ηθών, είναι όμως αναγκαίο να μην είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε πλείονα πρόσωπα, άνευ εκλογής δηλ. η παροχή κατά συνήθεια σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, αντί χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία. Κατ' επάγγελμα ενεργεί ο δράστης όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από κερδοσκοπία δε ενεργεί ο δράστης με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ή ενός αθεμίτου κέρδους θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού όμως σε χρήμα, ανεξαρτήτως της επιτεύξεώς του, ενώ δεν δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της τελέσεως της πράξεως και κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Εξ άλλου, η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις γενικώς, που τα θεμελίωσαν, κατά το είδος των χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, ή εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως (Ολ.ΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, το οποίο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία- ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και άρα δεν γίνεται λόγος περί λήψεως υπ'όψη απολογίας του- (εδέχθη), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 1623/2007 αποφάσεώς του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην...... από τις αρχές του έτους 2000 έως την 20-11-2002, καθημερινά, ενεργώντας από πρόθεση με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος κατ'επάγγελμα και με σκοπό τον πορισμό κέρδους, προήγαγε στην πορνεία γυναίκες. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε κέντρο διασκεδάσεως στο ..... Πατρών, με την επωνυμία "......" και είχε προσλάβει ως υπαλλήλους έντεκα (11) αλλοδαπές γυναίκες και δη τις: 1) Γ1 , 2) Γ2, 3) Γ3, 4) Γ4, 5} Γ5, 6) Γ6 7) Γ7, 8) Γ8, 9) Γ9, 10) Γ10, 11) Γ11, οι οποίες δεν ήσαν χαρακτηρισμενες ως πόρνες τις εξέδιδε καθημερινά στο πιο πάνω χρονικό διάστημα, παροτρύνοντας αυτές να εκδίδονται με χρήματα με πολλούς άνδρες ανεπίλεκτα μέσω τηλεφωνικών ραντεβού που έκλεινε μαζί τους με το υπ" αριθμ........ κινητό του τηλέφωνο, αποβλέποντας σε πορισμό εισοδήματος. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι προέτρεπε τις εν λόγω αλλοδαπές γυναίκες στην ανεπίλεκτη παράδοση του σώματός τους προς ασέλγεια και στην κατά συνήθεια παροχή σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό ανδρών, καθημερινά, αντί χρημάτων και με σκοπό την προσπόριση εισοδήματος, αφού αποδείχθηκε ότι για κάθε τέτοια ερωτική επαφή ο κατηγορούμενος απαιτούσε το ποσό των 150€, από το οποίο ο ίδιος κρατούσε 120€ και τα υπόλοιπα τα ελάμβανε η εκδιδόμενη γυναίκα. Την εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου αντιλήφθηκε η Ασφάλεια Πατρών και μέσω του πιο πάνω κινητού τηλεφώνου ο μάρτυρας αστυνομικός ........ ήλθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού τον ρώτησε με ποία από τις αλλοδαπές ήθελε να συνευρεθεί ερωτικά έναντι των 150€ και αυτός τον άφησε να διαλέξει ο ίδιος, του έκλεισε ραντεβού για τις 20-11-2002 και ώρα 16:00' στη διασταύρωση των οδών ..... και ....... πλησίον καφετερίας την οποία διηύθυνε ο γιος του κατηγορουμένου Ε1. Στο ραντεβού πήγε η αλλοδαπή Γ1 με την οποία μετέβησαν στο Ξενοδοχείο "......", όπου της έδωσε ως αμοιβή το ποσό των 150€, όπως είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο, και όταν, εκείνη άρχισε να βγάζει τα ενδύματά της αυτός της ανακοίνωσε την ιδιότητά του τότε η αλλοδαπή του εκμυστηρεύτηκε ότι από τα 150€ αυτή έπαιρνε τα 30€ και τα υπόλοιπα ο κατηγορούμενος και ότι αυτή και η αδελφή της Γ9 και οι άλλες αλλοδαπές έκαναν την ίδια δουλειά με την πίεση του κατηγορουμένου.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πιο πάνω πράξεως. Δεν αποδείχθηκε από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, γι' αυτό και το σχετικό αίτημά του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά που εδέχθη στην ποινική διάταξη (349 παρ. 3 ΠΚ) που εφάρμοσε. Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπ'όψη του μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν. Από την τελευταία αυτή περικοπή αναμφιβόλως προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και την υπ'αριθμ. 240-241/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αφού και αυτή ως έγγραφο χαρακτηρίζεται και ως τοιούτο ανεγνώσθη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται τι προέκυψε ειδικότερα από αυτή. Εντεύθεν και ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος το μεν ότι, καίτοι δια της άνω 240-241/2003 αποφάσεως είχαν απαλλαγεί της κατηγορίας ότι κατά διάφορον χρόνον από αυτόν της προσβαλλομένης εξεδίδοντο επ'αμοιβή χωρίς να κατέχουν πιστοποιητικό ασκήσεως επαγγέλματος οι εκ των ανωτέρω αλλοδαπών 2α, 3η, 4η, 10η, και 11η, η προσβαλλομένη τον κήρυξε ένοχο για προαγωγή στην πορνεία, χωρίς να απαντά επί ποίου συγκεκριμένου στοιχείου εστηρίχθη προκειμένου να διαφοροποιήσει την κρίση της, αφού έτσι σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης "γρονθοκοπείται με το σκεπτικό και το διατακτικό της άνω απαλλακτικής εν μέρει απόφασης, το δε ότι, καίτοι η τελευταία αυτή κήρυξε τον κατ/νο ένοχο από κοινού με τον Χ1 για το ότι προήγαγε στην πορνεία (μόνο) δύο εκ των ανωτέρω αλλοδαπών, την 1η και 9η, η προσβαλλομένη απόφαση τον κήρυξε ένοχο ως μόνον αυτουργό για την προαγωγή στην πορνεία έντεκα (11) αλλοδαπών γυναικών, ως άνω, αποτελούν αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Εκ της διατάξεως του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ β' ΚΠοινΔ, κατά την οποίαν απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο και κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο πάγο ακόμη προκαλείται εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο... σε συνδυασμό με την του άρθρου 138 παρ.2 ιδίου Κώδικος κατά την οποίαν πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά την διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν τον λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας... καθώς και οι παρόντες διάδικοι. σαφώς συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέως περί του τύποις δεκτού της εφέσεως, δεν δικαιούται να προβάλει ο κατηγορούμενος εφ'όσον έγινε αυτή τυπικά δεκτή, ως μη έχων, εντεύθεν, έννομο συμφέρον, ούτε βεβαίως να ληφθεί υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως. 'Οθεν και ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, κατά τον οποίον έλαβε χώραν ακυρότης, διότι το δικαστήριον, το οποίον εξέδωσε την προσβαλλομένην απόφαση, έκρινε τύποις δεκτή την έφεση, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος εις τον Εισαγγελέα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 211 Α' ΚΠοινΔ, το οποίο προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.8 του Ν. 2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από την διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' ιδίου Κωδ. προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση όχι μόνο στις από 20-11-2002 εκθέσεις εξετάσεως των κατηγορουμένων Γ9, και τις από 20-11-2002 όμοιες των Γ1 και Ε1, (κατηγορουμένων) μάλιστα, όχι για την ίδια πράξη, την οποίαν αφορά η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και στα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα λοιπά έγγραφα, όπως αναφέρονται στα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο Πατρών δεν παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 211 Α' σε συνδ. με άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' ΚΠοινΔ και ως εκ τούτου δεν εδημιουργήθη εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ κατά το δεύτερον σκέλος του, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1623/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή