Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1023 / 2006    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1023/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Λαμπρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Περιφερειακό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών – Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1865/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5761/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/11/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 8/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ΄ ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως. Εξάλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της ευνοίας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομική συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομική σύμβαση) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση. Σύμφωνα με την αρχή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 «περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας» (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των Σ.Σ.Ε. Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ, εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 «περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως» με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ. Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ. της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου. Με το Π.Δ. 152/17-4-1992 (ΦΕΚ Α΄ 73/8-5-1992) που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του ν. 1397/83 το εναγόμενο αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ και υπήχθη στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 και ν. 1397/1983. Με το άρθρο 9 του ν. 2345/1995 ορίστηκε ότι η Α 3β/Οικ. 10326/4-6-1990 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 424/Β/13-7-1990) αποτελεί τον Οργανισμό του ΝΠΔΔ «Περιφερειακό Αντικαρκινικό – Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ». Εντάξεις, μετατάξεις, που έχουν ήδη συντελεσθεί με βάση τον Οργανισμό αυτόν, από τη δημοσίευση του και αφορούν το νέο ΝΠΔΔ «Περιφερειακό Αντικαρκινικό-Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ», είναι ισχυρές από το χρόνο της πραγματοποίηση τους. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 και 3 του άνω Οργανισμού «Το προσωπικό (εκτός του ιατρικού) που υπηρετεί στο νοσοκομείο Κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 1397/1983 (ΦΕΚ 143 Α/1983) και τις διατάξεις του ν. 1476/1984 (ΦΕΚ 136 Α/1984), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 του ν. 1540/1985 (ΦΕΚ 67Α/1985) και την ερμηνευτική διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 1579/1985 (ΦΕΚ 217Α/1985)» (παρ. 2). «Όσοι από το προσωπικό του νοσοκομείου δεν συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλουν αίτηση για ένταξη, εξακολουθούν να υπηρετούν σε προσωρινές θέσεις, που συνιστώνται με απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος νόμου». (παρ. 2). Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ 1198/1972. Εξάλλου με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-88 επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδ. δικαίου στα Νοσοκομεία του ν.δ. 2593/53 που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν.1505/84 όπως τροπ. με το ν. 1810/88. Με το άρθρο 9 της άνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου εναγομένου, όταν λειτουργούσε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το νόμιμο εκπρόσωπό του είχε προσληφθεί στις 1-9-1979 η αναιρεσείουσα ενάγουσα, που ήταν διπλωματούχος ιολόγος και εργαζόταν στα ανοσολογικά και βιοχημικά τμήματα, ασχολούμενη με αναλύσεις σε βιολογικά υγρά προς διαπίστωση παρουσίας ιών, ορμονών, καρκινικών πρωτεϊνών και χειρισμό μηχανημάτων ακτινοβολίας. Όπως συνομολογείται η ενάγουσα εξακολούθησε να προσφέρει αυτές τις υπηρεσίες της, απασχολούμενη στα τμήματα που προαναφέρθηκαν του άνω νοσοκομείου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Μετά την οριστική δημοσιοποίηση του εναγομένου νοσοκομείου με το π.δ. 152/1992 η ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτηση για ένταξή της σε θέσεις που προέβλεπε ο Οργανισμός του νοσοκομείου που είχε καταρτισθεί με την Α3/οικ./10326/25-6-1990 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τις οποίες θα καταλάμβανε το προσωπικό που υπηρετούσε από τότε που θα ίσχυε ως Οργανισμός της συγκεκριμένης νοσοκομειακής μονάδας και του άνω κέντρου ογκολογικής έρευνας μετά τη μετατροπή τους σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Το εναγόμενο λόγω της μη υποβολής εκ μέρους της ενάγουσας αιτήσεως για ένταξη θεώρησε ότι ήθελε αυτή να συνεχίσει να προσφέρει της υπηρεσίες της στο νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ενόψει της μετατροπής του σε νπδδ από 7-5-1992 το εναγόμενο δεν μπορούσε στο διηνεκές να εξακολουθήσει να απασχολεί όσους από το προσωπικό του που δεν υπέβαλαν αίτηση για ένταξη τους σε οργανικές θέσεις του νοσοκομείου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρ΄ ότι εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του νοσοκομείου, αποφάσισε για του αρμοδίου οργάνου του ότι η ενάγουσα υπηρετούσε πλέον στην μετατραπείσα σε νπδδ άνω νοσοκομειακή μονάδα σε προσωρινή θέση που θα καταργούνταν όταν πρόκειταν να κενωθεί. Η υπαγωγή της ενάγουσας στο προσωπικό των προσωρινών θέσεων είχε σαν συνέπεια ότι υπήχθη αυτή στις διατάξεις του π.δ. 410/1988 και ότι οι αποδοχές της καθορίζονταν πλέον σύμφωνα με τις διατάξεις των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που εκδόθηκαν κατά τα άρθρα 1, 4, 8 παρ. 1 του νδ 1198/72 και ειδικότερα από τις διατάξεις της από 22-12-1988 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας που ανήκαν, όπως η ενάγουσα, σε εργασιακά σωματεία υπαγόμενα στη δύναμη της ΠΟΕΔΗΝ. Για την μισθολογική τακτοποίηση της ενάγουσας προήλθε το εναγόμενο σε κατάταξή της σε μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογα με τα τυπικά προσόντα αυτής και την προϋπηρεσία της και προσδιόρισε τις αποδοχές της σύμφωνα με τις διατάξεις της άνω ε.σ.σ.ε. και εκείνες του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/88, για το μισθολόγιο των υπαλλήλων των δημοσίων υπηρεσιών πριν από το μήνα Σεπτέμβριο 1993. Έπαυσε δε το εναγόμενο από τότε που υπήγαγε την ενάγουσα στο μισθολογικό καθεστώς της άνω σ.σ.ε της ΠΟΕΔΗΝ να εφαρμόζει ως προς αυτή τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανικών επιχειρήσεων όλης της χώρας, που είχαν αποτελέσει περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 31-12-1994, σύμφωνα με της από 14-4-1994 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων Χημικών, Βιομηχανικών επιχειρήσεων, όλης της χώρας». Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τις προαναφερθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγοι της αναιρέσεως για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, αναιρεθεί η απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5761/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή