Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 727 / 2016    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 727/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Ν. Κ., και 2)Σ. Ν. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Καλλίγερο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων: 1)Γ. Μ. Θ., κατοίκου ..., 2)Β. Μ. Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευστράτιου Σημαντήρη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1294/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 383/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την 10-10-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος κατά το υπό στοιχείο ι.α αναιρετικός λόγος και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στη διαταραχή αυτή είναι οι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της παλαιάς διάταξης του άρθρου 1719 περ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια, που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές. Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή περίπου της σύνταξης της διαθήκης "όχι ακριβώς και κατά το χρόνο συντάξεώς της", έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο. Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, κατά την οποία, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη έννομης σχέση, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ λόγος που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κυρία που στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελής. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ). Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα έγγραφα και οι καταθέσεις των μαρτύρων, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του, ούτε δε ιδρύει τον λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "... Η Χ. σύζυγος Ε. Τ., το γένος Μ. Θ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στην ... Αττικής στις 20-6-2004. Η αποβιώσασα κατέλιπε τη ...4-11-2003 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε στην κατοικία της ενώπιον της συμβολαιογράφου ...ς Βαλεντίνας Εμμανουήλ Δραγάτση και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 6054/3-12-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη της αυτή εγκατέστησε το σύζυγό της Ε. Τ., μη διάδικο στην παρούσα έκκλητη δίκη, κληρονόμο της: 1) επί του ιδανικού μεριδίου της στο ... διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου, επιφανείας 94,60 τ.μ., επί οικοδομής, που βρίσκεται στη ... Αττικής επί της οδού ..., 2) επί του ιδανικού μεριδίου της στο ... διαμέρισμα του έκτου ορόφου, επιφανείας 111 τ.μ., επί οικοδομής, που βρίσκεται στην ... Αττικής επί της οδού ... και 3) κατ’ επικαρπία στην διώροφη οικία της στο ... του Δήμου ... Νομού Ρεθύμνου. Με την ίδια διαθήκη της εγκατέστησε τους εναγόμενους αδελφούς της (Γ. Θ. και Β. Θ.) κληρονόμους της, κοινώς και αδιαιρέτως, κατά την ψιλή κυριότητα, στην ως άνω, διώροφη οικία της στο ... του Δήμου ... Νομού Ρεθύμνου. Ακολούθως, η αποβιώσασα κατέλιπε τη μεταγενέστερη, από 9-11-2003, ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το 6116/3-12-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης είναι, κατά λέξη, το εξής: "Η ΔΙΑΘίκη μου Εγώ η Χ. Τ. που έχω τό μυαλό μου γράφω τή διαθικη μου από το ... στης 9-11-3 η επιθιμια μου είναι τό Σπητι στό ... καί οτι δικεουμε να τό παρουν τά δελφια μου ο παπας Γ. και Β. Θ. μετά το θανατο μου, με τα προϊγουμενα που έγιναν στό σπίτι μου δεν συφωνον. Χ. Τ. Θ.". Με την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη της η κληρονομουμένη, σύμφωνα και με όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ανακάλεσε την προγενέστερη δημόσια διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της τους εναγομένους - εκκαλούντες, αδέλφιά της, ενώ, με την δημόσια διαθήκη της, η αποβιώσασα εγκατέστησε κληρονόμους της το σύζυγό της (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και τους εναγομένους - εκκαλούντες. Έτσι, με τις δύο αυτές διαθήκες της η κληρονομούμενη απέκλεισε από την κληρονομική διαδοχή τους ενάγοντες, οι οποίοι θα υπεισέρχονταν στην κληρονομιά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι δεύτερης τάξης, ως νόμιμα τέκνα της προαποβιωσάσης αμφιθαλούς αδελφής της Ε. συζύγου Ν. Κ. (άρθρ. 1814 ΑΚ).
Συνεπώς, για να κληθούν οι ενάγοντες στην κληρονομιά της αποβιωσάσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, απαιτείται η αναγνώριση της ακυρότητας αμφότερων των διαθηκών, για τις οποίες αυτοί ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες λόγω ανικανότητας, κατ’ άρθρ. 1719 αριθ. 3 ΑΚ, της κληρονομούμενης και ότι η από 9.11.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της είναι άκυρη, για τον επιπλέον λόγο, επειδή δεν έχει γραφεί εξολοκλήρου από την κληρονομουμένη και, συγκεκριμένα, λόγω μη ιδιόχειρης γραφής της χρονολογίας της από την τελευταία. Επομένως, προηγείται η εξέταση της εγκυρότητας της δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης και, μόνο, αν αυτή κριθεί άκυρη, θα ακολουθήσει η έρευνα της εγκυρότητας ή μη της ιδιόγραφης διαθήκης. Και τούτο, διότι στην περίπτωση που η δημόσια διαθήκη κριθεί έγκυρη, οι ενάγοντες δεν καλούνται στην κληρονομιά της αποβιωσάσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, είτε η μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη κριθεί έγκυρη, είτε κριθεί άκυρη (για οποιοδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους), αφού στη μεν πρώτη περίπτωση (δηλαδή αν είναι έγκυρη τόσο η δημόσια όσο και η ιδιόγραφη διαθήκη) δεν θα ισχύει η δημόσια διαθήκη, ως ανακληθείσα με την ιδιόγραφη, στη δε δεύτερη περίπτωση (δηλαδή αν είναι έγκυρη η δημόσια και άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη) θα ισχύει η δημόσια διαθήκη της κληρονομουμένης. Σε αμφότερες όμως αυτές τις περιπτώσεις οι ενάγοντες, που επικαλούνται μόνο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα, δεν υπεισέρχονται στην κληρονομιά της αποβιωσάσης θείας τους. Η κληρονομουμένη, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συντάχθηκε η επίδικη δημόσια διαθήκη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας με λειτουργικές διακυμάνσεις. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι αυτή έπασχε από μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (ΗΚΚ) επί εδάφους χρόνιας ηπατίτιδας Ο (ΗCV) και, εξ αιτίας της νόσου αυτής, έπασχε από ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Επισημαίνεται ότι η νόσος αυτή που είναι η πιο συχνή θανατηφόρα επιπλοκή της οξείας και της χρόνιας ηπατικής ανεπάρκειας, είναι συνέπεια μεταβολικών διαταραχών λόγω υπερραμμωνιαιμίας και τοξικών ουσιών που περνούν στον εγκέφαλο με το αίμα, όταν, λόγω ηπατικής δυσλειτουργίας, το ήπαρ δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του ως κέντρο εξουδετέρωσης τοξινών, που επηρεάζουν την εγκεφαλική λειτουργία με την εκδήλωση ποικίλων συμπτωμάτων εγκεφαλικών και νευρολογικών διαταραχών και σημαντική διακύμανση των κλινικών εκδηλώσεών της, τα οποία υποχωρούν, όταν, με την κατάλληλη αγωγή, απομακρυνθούν οι τοξικές ουσίες από τον εγκέφαλο. Γενικά, έχει επεισοδιακό χαρακτήρα, δηλαδή τα συμπτώματα εμφανίζονται σε περιόδους μεταβολικής απορρύθμισης, που με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή ανατάσσονται και δεν αφήνουν μόνιμη βλάβη. Όταν, όμως, η βαρύτητα της ηπατικής βλάβης είναι τέτοια, ώστε η ηπατική εγκεφαλοπάθεια να μην είναι αναστρέψιμη, τότε αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, αφού δεν καθίσταται δυνατή η επαναφορά της εγκεφαλικής λειτουργίας και οδηγεί στο λεγόμενο ηπατικό κώμα. Σημαντική συνέπεια της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας αποτελεί το γεγονός ότι η έκθεση του εγκεφάλου στις νευροτοξίνες, που συμμετέχουν στην παθογένεσή της, μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια εγκεφαλικού ιστού, μετά από επανειλημμένα επεισόδια διαηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Η ηπατική εγκεφαλοπάθεια, από την οποία έπασχε η αποβιώσασα, ήταν τύπου που αναπτύσσεται σε έδαφος προχωρημένης χρόνιας κίρρωσης του ήπατος (ενώ η τύπου Α συνδέεται με την κεραυνοβόλο ηπατική εγκεφαλοπάθεια λόγω οξείας ηπατοκυτταρικής νέκρωσης και η τύπου Β οφείλεται σε άλλες αιτίες χωρίς την ύπαρξη ηπατικής νόσου). Οι κλινικές εκδηλώσεις της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας (και του τύπου Ο) κυμαίνονται από ελαφρές μεταβολές στην προσωπικότητα και ελαφρά νοητικά ελλείμματα μέχρι την κωματώδη κατάσταση. Πλην του σταδίου 0, (κατά το οποίο ο ασθενής φαίνεται απόλυτα φυσιολογικός, αλλά παρουσιάζει μειωμένη δυνατότητα άμεσης αντίδρασης, που δεν διαπιστώνεται κλινικά, αλλά μόνο με επίσημη νευροψυχιατρική αξιολόγηση), έχουν οριστεί τέσσερα κλινικά στάδια, βάσει του επιπέδου της συνείδησης, της νοητικής λειτουργίας, του βαθμού των μεταβολών στην προσωπικότητα, τη συμπεριφορά και των σχετικών νευρομυικών ευρημάτων. Στο στάδιο I τα συμπτώματα είναι αϋπνία ή αναστροφή ύπνου, διανοητική νωθρότητα, απάθεια, ανησυχία, αλλαγή της διάθεσης, ελάττωση της ικανότητας για υπολογισμούς και γραφής με το χέρι. Το στάδιο
ΙΙ χαρακτηρίζεται, συνήθως, από την παρουσία λήθαργου, υπνηλίας, διαταραχές προσανατολισμού και πτερυγοειδή τρόμο. Στο στάδιο III οι ασθενείς έχουν υπνηλία ή βρίσκονται σε ημιληθαργική κατάσταση με αντίδραση στα ερεθίσματα, αύξηση των αντανακλαστικών, εκτατικά πελματικά ανακλαστικά. Το στάδιο IV χαρακτηρίζεται από κώμα με ή χωρίς αντίδραση σε επώδυνα ερεθίσματα. Η εγκεφαλοπάθεια της χρόνιας ηπατικής ανεπάρκειας, συνήθως, ανταποκρίνεται στη θεραπεία, ιδιαίτερα αν ο εκλυτικός παράγοντας (που σε ένα κιρρωτικό ασθενή, συνήθως, είναι η αιμορραγία, οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές, οι λοιμώξεις κλπ) είναι αναστρέψιμος και η βαρύτητα της ηπατικής βλάβης επιτρέπει την αναστρεψιμότητά της. Η αποβιώσασα, λόγω της κατάστασης της υγείας της, που ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη, νοσηλεύθηκε επανειλημμένως σε διάφορες παθολογικές κλινικές, κυρίως στο νοσοκομείο "...", στο Γ.Ν.Α. "..." και τελικά απεβίωσε στο Γ.Ν.Α. "...". Συγκεκριμένα, στο νοσοκομείο "..." νοσηλεύτηκε ...., στο Γ.Ν.Α. "..." νοσηλεύτηκε ...., στο νοσοκομείο "..." νοσηλεύτηκε, εκ νέου, ... Τέλος, στο Γ.Ν.Α. "..." νοσηλεύτηκε από 26-5-2004 έως 20-6-2004, οπότε και απεβίωσε. Από το ιατρικό της ιστορικό, με βάση τις προαναφερόμενες νοσηλείες της, προκύπτει ότι στις 5-10-2003 εισήχθη στο νοσοκομείο "..." με διαταραχή επιπέδου συνείδησης και αριστερά ημιπάρεση. Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία και, στη συνέχεια, σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, που απέκλεισε την ύπαρξη μεταστάσεων και πρόσφατου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με εικόνα αλλοιώσεων χρόνιας ισχαιμικής μικροεγκεφαλοπάθειας. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της αυτής διαγνώστηκε ηπατική εγκεφαλοπάθεια για την οποία χορηγήθηκε αντιαμμωνική αγωγή και εξήλθε στις 17.10. 2003 με αποκατάσταση του επιπέδου συνείδησης και ικανοποιητική λεκτική κατάσταση με οδηγίες για θεραπευτική αγωγή στο σπίτι. Στη συνέχεια, εισήχθη στις 20.10. 2003 στο νοσοκομείο "..." λόγω αδυναμίας και επιδείνωσης επιπέδου συνείδησης. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της εμφάνισε αναιμία, θρομβοπενία, τρανσαμιναιμία, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, υποσβεστιαιμία με συνοδό ασκίτη. Χορηγήθηκε αντιβίωση, ενυδάτωση και διουρητική αγωγή και εξήλθε κλινικά βελτιωμένη στις 3.11.2003 με τη διάγνωση κίρρωση - ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα - ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Στις 7.11.2003 η αποβιώσασα εισήχθη στο νοσοκομείο "..." λόγω μητρορραγίας και οιδημάτων κάτω άκρων. Επίσης, παρουσίασε ισχαιμία μυοκαρδίου και βαριά υποκαλιαιμία, που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά και υποβλήθηκε σε μεταγγίσεις αίματος. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της αυτής, όπως βεβαιώνεται και στις από 20.7.2005 και από 7.10.2005 ιατρικές γνωματεύσεις του Διευθυντή του Τομέα Παθολογίας και Ηπατολογίας του νοσοκομείου "...", καθηγητή Σ. Χ., που ήταν και ο θεράπων ιατρός της αποβιωσάσης, (όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 12.9.2014 βεβαίωση του παραπάνω νοσοκομείου), η αποβιώσασα δεν εμφάνισε συμπτώματα ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, εξακολούθησε όμως να λαμβάνει αντιαμμωνικη αγωγή, ως πρόληψη, που ήδη λάμβανε κατ’ οίκον. Εξήλθε στις 19.11.2003 χωρίς μητρορραγία ή στηθαγχικά ενοχλήματα. Έκτοτε, εισήχθη ακόμη έξι φορές στο νοσοκομείο "...", εμφανίζοντας γενική επιδείνωση της υγείας της, με τέσσερα επεισόδια ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και στην τελευταία νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας "...", όπου και απεβίωσε, η γενική κατάστασή της, σύμφωνα με την .../1.7.2005 βεβαίωση του παραπάνω νοσοκομείου, χαρακτηρίστηκε βαρύτατη και ουδέποτε απηλλάγη πλήρως από την ηπατική εγκεφαλοπάθεια, παρά τις αυξομειώσεις του επιπέδου της. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αποβιώσασα εμφάνισε για πρώτη φορά επεισόδια ηπατικής εγκεφαλοπάθειας στις 5.10.2003 και στις 20.10.2003, όταν νοσηλεύτηκε στα νοσοκομεία "..." και "...", αντίστοιχα, ενώ κατά την τρίτη νοσηλεία της (δεύτερη στο "...") από 7-11-2003 έως 19-11-2003, παρά την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της, δεν παρουσίασε συμπτώματα της νόσου αυτής και εμφάνισε ξανά επεισόδιο τον Ιανουάριο του 2004, όταν νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "..." από 23-1-2004 έως 28-1- 2004. Επομένως, με βάση τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σε συνδυασμό και με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν σχετικά με την ασθένεια αυτή (ηπατική εγκεφαλοπάθεια), που αποτελεί μια αναστρέψιμη μεταβολική κατάσταση, για όσο διάστημα η ηπατική δυσλειτουργία είναι αντιμετωπίσιμη με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, η ηπατική εγκεφαλοπάθεια, από την οποία έπασχε η αποβιώσασα, κατά τον κρίσιμο χρόνο (4.11.2003) δεν αποδείχθηκε ότι είχε λάβει μόνιμο χαρακτήρα, υπό την έννοια της μη αναστρεψιμότητας της εγκεφαλικής της λειτουργίας, αλλά ήταν επεισοδιακού τύπου, και με την κατάλληλη αγωγή, που περιελάμβανε, κατά την παραμονή της στα νοσοκομεία, την αντιμετώπιση των εκλυτικών παραγόντων (με διόρθωση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών, την καταπολέμηση των λοιμώξεων κλπ) και αντιαμμωνική αγωγή (την οποία λάμβανε τόσο κατά τη διάρκεια των νοσηλειών της όσο και κατ’ οίκον) για την απομάκρυνση των τοξικών ουσιών από τον οργανισμό της, επανέρχονταν οι πνευματικές της λειτουργίες.
Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης της στις 4.11.2003, μία ημέρα μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο "..." στις 3-11-2003, η ηπατική εγκεφαλοπάθεια από την οποία έπασχε η κληρονομουμένη ήταν σε αποδρομή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εμφάνισε ξανά επεισόδιο τον Ιανουάριο του 2004 (όταν νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "..." από 23-1-2004 έως 28-1-2004) και στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η ηπατική δυσλειτουργία της αποβιωσάσης παρουσιάζεται ως αντιμετωπίσιμη και λάμβανε την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Ενώ οι υπόλοιπες ασθένειες από τις οποίες αυτή έπασχε (κίρρωση του ήπατος και ηπατοκυταρρικό καρκίνωμα, που ήταν οι αιτίες της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας) δεν είναι από τη φύση τους απ’ αυτές που επηρεάζουν τις διανοητικές λειτουργίες του ασθενή και επιφέρουν απώλεια της συνείδησης των πράξεών του. Μετά την αποδρομή των παραπάνω αρχικών επεισοδίων της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, η αποβιώσασα επανήλθε στην προγενέστερη πνευματική της κατάσταση, για την οποία, άλλωστε, ουδείς υποστηρίζει (ούτε οι ενάγοντες) ότι αυτή (η αποβιώσασα) δεν είχε πνευματική διαύγεια. Σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το Δικαστήριο, αφού δεν έγιναν στην αποβιώσασα κατά τη διάρκεια των νοσηλειών της νευρολογικές ή ψυχιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση ιατρικώς της διανοητικής της κατάστασης, όταν, μάλιστα, η ασθένεια αυτή θεωρείται, αφενός μεν αναστρέψιμη, αφετέρου δε παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση και διαβάθμιση των κλινικών εκδηλώσεων της. Εξάλλου, η αντίθετη εκδοχή που υποστηρίζεται από τους ενάγοντες, ότι δηλαδή η αποβιώσασα, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης της, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη και ειδικότερα ότι "δεν είχε επαφή με το περιβάλλον", "δεν γνώριζε κανέναν", "βρισκόταν υπό καταστολή", "δεν είχε πνευματική διαύγεια" δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό μέσο (ιατρικό έγγραφο ή μαρτυρικές καταθέσεις). Αντίθετα, η μάρτυρας των εναγόμενων, με σαφήνεια και βεβαιότητα, κατέθεσε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης της, αλλά και κατά το προηγούμενο διάστημα και για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, η αποβιώσασα επικοινωνούσε με συγγενείς και φίλους, δεν είχε κανένα πρόβλημα συνεννόησης και είχε πλήρη λογική, εκδήλωνε τις επιθυμίες της και, κατά το μέτρο που της το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας της, είχε κοινωνική ζωή. Όταν όμως πάθαινε επεισόδια εγκεφαλοπάθειας "έχανε τα λογικά της", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας, οπότε χρειαζόταν νοσηλεία, και με τη θεραπεία στην οποία υποβαλλόταν επανέρχονταν οι πνευματικές της λειτουργίες. Επίσης, η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι η εισαγωγή της αποβιωσάσης στο νοσοκομείο "..." στις 7.11.03 έγινε, λόγω του ότι είχε μεγάλη κατακράτηση υγρών και όχι λόγω εγκεφαλοπάθειας, και ότι η αποβιώσασα, πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της έως τις 19.11.2003, είχε τα λογικά της. Μάλιστα, όπως, επίσης, χαρακτηριστικά κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας για τη συγκεκριμένη νοσηλεία της αποβιωσάσης, αυτή δεν ήθελε να πάει στο νοσοκομείο, αλλά, στη συνέχεια, δέχτηκε, αντιλαμβανόμενη ότι χρειαζόταν νοσηλεία. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά, δεν αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα, εξαιτίας των οργανικών παθήσεων της, είχε περιέλθει σε κατάσταση πλήρους και διαρκούς έκπτωσης των νοητικών της λειτουργιών με αδυναμία διάκρισης, απώλεια του προσανατολισμού της χρονικής αλληλουχίας και των εκάστοτε πραγματικών δεδομένων, στις οποίες, εάν, τυχόν, είχε αυτή περιέλθει, κατά τρόπο μόνιμο και διαρκή, οι ιατροί που την εξέτασαν, κατά τις νοσηλείες της στα νοσοκομεία "..." και "...", θα επεσήμαναν, ως πολύ σημαντικές για την εξέλιξη της υγείας της ασθενούς. Το γεγονός ότι στην κληρονομούμενη διαγνώστηκε, στις 5-10-2013, εκτός από την ηπατική εγκεφαλοπάθεια, μικροαγγειακή εγκεφαλοπάθεια ("εικόνα αλλοιώσεων χρόνιας ισχαιμικής μικροεγκεφαλοπάθειας"), δεν άγει σε αντίθετη κρίση, διότι, από μόνη την αναφορά ότι η αποβιώσασα έπασχε από μικροαγγειακή εγκεφαλοπάθεια, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδιορίσει το μέγεθος, τα συμπτώματα και τις συνέπειες της συγκεκριμένης διανοητικής διαταραχής, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν έγιναν στην αποβιώσασα, κατά τη διάρκεια των νοσηλειών της, νευρολογικές ή ψυχιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση ιατρικώς της διανοητικής της κατάστασης και, περαιτέρω, δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας οι συνέπειες της εν λόγω ασθένειας, διότι η ασθένεια αυτή (μικροαγγειακή εγκεφαλοπάθεια) για την κάθε κλινική περίπτωση είναι ιδιαίτερη και εμφανίζει τις δικές της διαβαθμίσεις και στάδια πνευματικής έκπτωσης, ως ασθένεια προϊούσας εγκεφαλικής πάθησης. Σημειώνεται ότι η αποβιώσασα, εξαιτίας της μικροαγγειακής εγκεφαλοπάθειας, παρουσίαζε αριστερή ημιπληγία, γεγονός που σημαίνει, όπως είναι ιατρικώς γνωστό, ότι η βλάβη που είχε υποστεί ήταν στο δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου, που σχετίζεται με την κινητικότητα και την αισθητικότητα του αριστερού μισού του σώματος, ενώ δεν επηρεάζεται η ομιλία και η εν γένει πνευματική λειτουργία που γίνονται κυρίως στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση της νοητικής υγείας της αποβιωσάσης κατά τη διάρκεια των νοσηλειών της κατά τα μεταγενέστερα, του κρίσιμου χρόνου (4-11-2003), χρονικά διαστήματα, (από 7-11-2003 και εφεξής) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ερευνώμενη περίπτωση, διότι, όπως αναπτύχθηκε και στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης της παρούσας, η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο ή η μεταγενέστερη επέλευσή της δεν ασκεί έννομη επιρροή. Εξάλλου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε στις 4-11-2003, η κληρονομουμένη δήλωσε ενώπιον όλων των προσώπων που συνέπραξαν (συμβολαιογράφου και μαρτύρων) ότι επιθυμεί να συνταχθεί δημόσια διαθήκη της, ότι δεν στερείται καμία από τις αισθήσεις της διαθέσεώς της, ότι μετά από συνομιλία που είχε η συμβολαιογράφος με την κληρονομούμενη πείστηκε αυτή για τη σοβαρότητα της διαθέσεώς της, ότι έχει σώες τις φρένες, υγιή το νου και πλήρεις όλες τις αισθήσεις της, ότι δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας και ότι έχει ελεύθερη τη θέλησή της, απομάκρυνε όλους τους παρευρισκομένους στο δωμάτιο και η κληρονομουμένη δήλωσε προφορικά τη βούλησή της ενώπιον των ως άνω συμπραξάντων. Η βεβαίωση αυτή της συμβολαιογράφου στη σχετική πράξη της, ότι δηλαδή η κληρονομουμένη δεν υπαγόταν σε κάποια περίπτωση ανικανότητας από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1719 ΑΚ, δεν αποτελεί, όπως αναπτύχθηκε στη οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, απόδειξη περί της ικανότητάς της για σύνταξη διαθήκης, καθόσον αυτή η βεβαίωση αποτελεί υποκειμενική κρίση, πλην όμως δεν αναιρείται από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συνάγεται από αυτή ότι η συμβολαιογράφος δεν διέγνωσε ότι υπήρχαν, στο πρόσωπο της κληρονομουμένης, έκδηλα συμπτώματα τέτοιας διανοητικής κατάστασης, η οποία να μην επιτρέπει σε αυτή να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης της, κατά το χρόνο δήλωσης της τελευταίας βούλησής της. Επομένως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που συνάγεται από την προσήκουσα αξιολόγηση όλων των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι η κατάσταση της υγείας της κληρονομουμένης, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης, είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη συνείδησης των πράξεών της, υπό την έννοια της, σε βαθμό συγχύσεως, αδυναμίας της να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο, καθώς και τις συνέπειες της διαθήκης που συνέτασσε και να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή της ή τέτοια ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνεπικουρείται από την ...2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Επίκουρου Καθηγητή - Διευθυντή Ψυχιατρικού Τμήματος του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου Ε. Τ., καθώς και από την από 14/4/2009 ψυχιατρική έκθεση του Α. Δ., επίκουρου καθηγητή Ψυχιατρικής - Ψυχιατροδικαστικής Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και την από 3-5-2012 ψυχιατρική έκθεση του Ν. Π., ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή, τεχνικών συμβούλων των εναγομένων. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η ...2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Νευρολόγου - Ψυχιάτρου, ειδικού στη ψυχοθεραπεία, Σ. Κ., διότι η εκτίμησή του ότι "η κατάσταση της κληρονομουμένης ήταν χρόνια και, κατά διαστήματα, το επίπεδο συνείδησής της εκινείτο από το ένα στάδιο στο άλλο της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας" έχει βασιμότητα, μόνο, αν εξεταστεί, συνολικά, η εξέλιξη της νόσου μέχρι το θάνατο της αποβιωσάσης. Για τον κρίσιμο, όμως, χρόνο (4-11-2003), η εκτίμησή του αυτή δεν τεκμηριώνεται από τα αποδεικτικά μέσα της δικογραφίας, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν και όπως εκτίθεται και κατωτέρω. Περαιτέρω, η εκτίμηση του παραπάνω πραγματογνώμονα ότι η αποβιώσασα είχε χάσει την ικανότητα προς δικαιοπραξία, ακόμη και αν βρισκόταν στο στάδιο 1 της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς οι κλινικές εκδηλώσεις του σταδίου αυτού (αναστροφή του ύπνου, διανοητική νωθρότητα, ελάττωση της ικανότητας για υπολογισμούς κλπ) δεν δικαιολογούν ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης. Επίσης, δεν μπορεί να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση οι από 15-7-2009 και 15-5-2012 ψυχιατρικές εκθέσεις του Γ. Π., νευρολόγου - ψυχιάτρου, καθηγητή Ψυχοφυσιολογίας και Ψυχικής Υγιεινής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τεχνικού συμβούλου των εναγόντων, ο οποίος χαρακτηρίζει μόνιμη την ηπατική εγκεφαλοπάθεια της κληρονομούμενης, λόγω του ότι αυτή οφειλόταν στην κίρρωση του ήπατος, δηλαδή στην ύπαρξη σχέσης αιτίου - αιτιατού. Υπό αυτή την έννοια, πράγματι, ήταν μόνιμη η εγκεφαλοπάθεια της κληρονομουμένης, αφού το αίτιο (η μη αντιρροπούμενη κίρρωση του ήπατος) δεν δύναται να εκλείψει παρά μόνο με την μεταμόσχευση του ήπατος. Το ερώτημα, όμως, είναι, αν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ηπατική εγκεφαλοπάθεια της αποβιωσάσης ήταν αναστρέψιμη, υπό την έννοια της επαναφοράς των πνευματικών της λειτουργιών. Στο ερώτημα αυτό δίδουν αρνητική απάντηση ο πραγματογνώμονας Σ.Κ. και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγόντων με τις παραπάνω εκθέσεις τους, στηριζόμενοι στη συνολικότερη κλινική της εικόνα, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν πειστικά τη θέση τους αυτή, δεδομένου του αναστρέψιμου χαρακτήρα της νόσου και του γεγονότος ότι η κληρονομουμένη δεν είχε υποστεί άλλα επεισόδια ηπατικής εγκεφαλοπάθειας (πριν τα προαναφερθέντα τον Οκτώβριο του 2003) και ότι λάμβανε την κατάλληλη αγωγή, που περιελάμβανε την αντιμετώπιση των εκλυτικών παραγόντων της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας (με διόρθωση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών, την καταπολέμηση των λοιμώξεων κλπ) και αντιαμμωνική αγωγή για την απομάκρυνση των τοξικών ουσιών από τον οργανισμό της, καθώς και ότι η ηπατική δυσλειτουργία της κληρονομούμενης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, παρουσιάζεται αντιμετωπίσιμη. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούνται από τις πιο πάνω εκθέσεις τους, με αποτέλεσμα το πόρισμα αυτών, ότι δηλαδή η πάθηση της κληρονομούμενης ήταν μόνιμη, υπό την έννοια ότι, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης, είχε υποστεί πλήρη και διαρκή πνευματική ανικανότητα, δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και πειστικό, πολύ περισσότερο, αφού δεν επιβεβαιώνεται από σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις νευρολόγου ή ψυχιάτρου ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η αποβιώσασα (πριν από τις αρχικές εισαγωγές της στα νοσοκομεία "..." και "...") έπασχε, ήδη, από ηπατική εγκεφαλοπάθεια, χωρίς αυτό να έχει γίνει αντιληπτό, διότι ήταν, είτε του σταδίου Ο με υποκλινικά συμπτώματα, είτε του σταδίου 1 (που τα συμπτώματα δεν είναι ιδιαιτέρως βαριά) δεν δικαιολογείται από τους παραπάνω πραγματογνώμονα και τεχνικό σύμβουλο, γιατί δεν ήταν δυνατή η επαναφορά της πνευματικής λειτουργίας της αποβιωσάσης, αν μη τι άλλο στα εν λόγω επίπεδα, με τη θεραπεία στην οποία αυτή υποβλήθηκε κατά τις προαναφερόμενες νοσηλείες της και κατ’ οίκον, τα οποία (επίπεδα 0 και 1), όπως προεκτέθηκε, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κρίση για έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε από τους ενάγοντες, οι οποίοι, άλλωστε, φέρουν το βάρος απόδειξης, ότι δεν υφίστατο, στο πρόσωπο της κληρονομουμένης, κατά το χρόνο σύνταξης (4 Νοεμβρίου του 2003) της προσβαλλόμενης δημόσιας διαθήκης, η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε η ακυρότητα της επίδικης δημόσιας διαθήκης, εξέλιπε, σύμφωνα και με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, το αναγκαίο, κατ’ άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ, έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας της άλλης επίδικης (ιδιόγραφης) διαθήκης, η συνδρομή του οποίου (έννομου συμφέροντος) εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ, ως μία εκ των προβλεπομένων στα άρθρα 62 έως 72 του ιδίου κώδικα προϋποθέσεων έγκυρης διεξαγωγής της δίκης....". Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το μέρος που, κατ’ αποδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 1294/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε την από 7-2-2006 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το σκέλος της που οι τελευταίοι ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ...4-11-2003 δημόσιας διαθήκης της Χ. συζύγου Ε. Τ. που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Β. Δ., δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τη (μη) έλλειψη συνείδησης της διαθέτιδας και τη (μη) ύπαρξη ψυχικής και διανοητικής διαταραχής, η οποία (διαταραχή) λόγω έκπτωσης των ψυχικών και νοητικών λειτουργιών της, εξ αιτίας των ασθενειών, από τις οποίες έπασχε, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης της, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Επομένως, ο πρώτος κατά τα υπό στοιχεία ι.β και ι.γ λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την επίδραση της μικροαγγειακής εγκεφαλοπάθειας αθροιστικά με την ηπατική εγκεφαλοπάθεια της κληρονομούμενης και την εξουδετέρωση των ανώτερων νοητικών λειτουργιών της, το μόνιμο και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της ηπατικής της εγκεφαλοπάθειας και το γεγονός ότι η εκτίμηση των επιπέδων συνείδησης σε παθολογικές νοσοκομειακές κλινικές αφορά τη στοιχειώδη λειτουργία του εγκεφάλου και όχι τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες ή την ψυχική συγκρότηση που απαιτείται για την ικανότητα προς δικαιοπραξία, προκειμένου να υπαγάγει στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ τα ανελέγκτως γενόμενα ως δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, ενώ επίσης, εκτίμησε ελεύθερα τα κατά νόμον ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων πλευρών και έκρινε την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, χωρίς να παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη της μαρτυρικής κατάθεσης της Α. Θ. έναντι εκείνης του μάρτυρα ιατρού Ι. Π. και της ψυχιατρικής έκθεσης που τελευταίος, ως τεχνικός σύμβουλος των αναιρεσειόντων, συνέταξε, αλλά και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονος ιατρού Σ. Κ.. Ως εκ τούτου, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τους αριθμούς 1 και (κατ’ εκτίμηση) 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο ι.δ σκέλος του είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος όμως και μόνο που η προσβαλλόμενη απόφαση, με το σκεπτικό ότι ".....για να κληθούν οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) στην κληρονομία της αποβιωσάσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, απαιτείται η αναγνώριση της ακυρότητας αμφότερων των διαθηκών, για τις οποίες αυτοί ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες λόγω ανικανότητας, κατ’ άρθρ. 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, της κληρονομούμενης και ότι η από 9.11.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της είναι άκυρη, για τον επιπλέον λόγο, επειδή δεν έχει γραφεί εξολοκλήρου από την κληρονομουμένη και, συγκεκριμένα, λόγω μη ιδιόχειρης γραφής της χρονολογίας της από την τελευταία. Επομένως, προηγείται η εξέταση της εγκυρότητας της δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης και, μόνο, αν αυτή κριθεί άκυρη, θα ακολουθήσει η έρευνα της εγκυρότητας ή μη της ιδιόγραφης διαθήκης. Και τούτο, διότι στην περίπτωση που η δημόσια διαθήκη κριθεί έγκυρη, οι ενάγοντες δεν καλούνται στην κληρονομία της αποβιωσάσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, είτε η μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη κριθεί έγκυρη, είτε κριθεί άκυρη (για οποιοδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους), αφού στη μεν πρώτη περίπτωση (δηλαδή αν είναι έγκυρη τόσο η δημόσια όσο και η ιδιόγραφη διαθήκη) δεν θα ισχύει η δημόσια διαθήκη, ως ανακληθείσα με την ιδιόγραφη, στη δε δεύτερη περίπτωση (δηλαδή αν είναι έγκυρη η δημόσια και άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη) θα ισχύει η δημόσια διαθήκη της κληρονομουμένης. Σε αμφότερες όμως αυτές τις περιπτώσεις οι ενάγοντες, που επικαλούνται μόνο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα, δεν υπεισέρχονται στην κληρονομία της αποβιωσάσης θείας τους... Αφού δεν αποδείχθηκε η ακυρότητα της επίδικης δημόσιας διαθήκης, εξέλιπε, σύμφωνα και με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, το αναγκαίο, κατ’ άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ, έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας της άλλης επίδικης (ιδιόγραφης) διαθήκης", απέρριψε αμφότερες τις αγωγές των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που με αυτές οι τελευταίοι ζητούσαν την αναγνώριση της ακύρωσης και της από 9-11-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της διαθέτιδας, τόσο λόγω του ότι η κληρονομούμενη, κατά τον χρόνο σύνταξής της, εξ αιτίας της κατάστασης της υγείας της, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε πλήρη διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή της (άρθρο 1719 αριθ. 3 ΑΚ), όσο και λόγω του ότι η διαθήκη εκείνη δεν είχε καθ’ ολοκληρία γραφεί ιδιοχείρως από την κληρονομούμενη (άρθρο 1721 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ), παρότι εξέθεταν στα εισαγωγικά δικόγραφά τους, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή τούτων, ότι ενώ με την προαναφερόμενη, προηγούμενη χρονικά, δημόσια διαθήκη η κληρονομούμενη εγκατέστησε κληρονόμους επί συγκεκριμένων (δήλων) κληρονομιαίων ακινήτων, μη εξαντλούντων το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, με τη δεύτερη εγκατέστησε κληρονόμους στο σύνολο αυτής, η οποία περιλαμβάνει (πλέον των δήλων ακινήτων της πρώτης) τα εκτενώς αναφερόμενα στα δικόγραφα ακίνητα, εσφαλμένα εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται αρχικά ότι για να κληθούν οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) στην κληρονομία της αποβιωσάσης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, απαιτείται η αναγνώριση της ακυρότητας αμφότερων των διαθηκών, για τις οποίες αυτοί ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες λόγω ανικανότητας, κατ’ άρθρ. 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, της κληρονομούμενης και ότι η από 9.11.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της είναι άκυρη, για τον επιπλέον λόγο, επειδή δεν έχει γραφεί εξολοκλήρου από την κληρονομουμένη και, συγκεκριμένα, λόγω μη ιδιόχειρης γραφής της χρονολογίας της από την τελευταία, στη συνέχεια με αντιφατική αιτιολογία απορρίπτει, κατά τα προαναφερθέντα, αμφότερες τις αγωγές των αναιρεσειόντων ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών, κατά το μέρος που εκείνοι ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 9-11-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της κληρονομούμενης, αν και υφίστατο στο πρόσωπό τους τούτο (έννομο συμφέρον), δοθέντος ότι μόνο με τη διαθήκη αυτή εγκαταστάθηκαν κληρονόμοι στο σύνολο της κληρονομίας και ως εκ τούτου, ακόμη και αν η προηγούμενη χρονικά υπ’ αριθ. ...4-11-2003 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Β. Δ. είναι έγκυρη, υφίστανται, όπως προεκτίθεται, και άλλα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία μη αναφερόμενα στην τελευταία.
Συνεπώς ο σχετικός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο ι.α σκέλος του είναι βάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: 1) την από 23-6-2005 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "...", 2) τις προσαρτώμενες στη με αριθμό ...2012 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου-ψυχιάτρου Σ. Κ. α) καταγραφή της 22-10-2003 του ... Νοσοκομείου ως προς την πορεία της διαθέτιδας, β) ιατρικό σημείωμα του ιατρού Α. Τ., γ) με αριθμό μητρώου κλινικής .../27-10-2003 δελτίο εξόδου του Νοσοκομείο "..." και δ) νοσηλευτικές λογοδοσίες που αφορούν την εισαγωγή της διαθέτιδας στο Νοσοκομείο "..." στις 5-10-2003 και στις 7-11-2003. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: "... από την ...2012 έκθεση [πραγματογνωμοσύνης] του νευρολόγου-ψυχιάτρου Σ. Κ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 6690/2010 μη οριστική απόφαση..... και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης....", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.
Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο και μόνο μέρος (που αφορά την απόρριψη των αγωγών των αναιρεσειόντων ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της από 9-11-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της κληρονομούμενης), να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 383/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή