Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 981 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενο με ημερομίσθιο, καθώς και αναλογία προσαυξήσεων σε επιδόματα εορτών και αποδοχές και επιδόματα άδειας. Αιτιάσεις για έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 981/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της ΒΤ1297/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 906/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη ΒΤ1297/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, της παραβάσεως των Α.Ν.690/1945 και 539/1945 και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε το ποσό της μετατροπής προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή τριών χιλιάδων εκατό (3.100) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής : "με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο μηνυτής, ..., παρείχε την εργασία του ως νυχτοφύλακας-καθαριστής στην επιχείρηση εστιατορίου και καφετέριας με την επωνυμία ... από το έτος 1995 έως και 6-1-2006 οπότε και λύθηκε η σχέση εργασίας. Εργοδότης του ήταν αρχικά ο πρώτος κατηγορούμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ζ) και στη συνέχεια, από την 14-6-2003 λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης, η δεύτερη κατηγορουμένη, θυγατέρα του πρώτου.
Ο μηνυτής παρείχε την εργασία του καθημερινά Σάββατο και Κυριακές από 02.00Π.μ. έως 08.π.μ .Πλην όμως οι ως άνω κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν στον τελευταίο μετά τη λύση της σύμβασης διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών του με βάση το ημερομίσθιο της ΕΓΣΕΕ, προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, αποδοχές άδειας και επιδόματα άδειας ως εξής από 14-6-2003 έως 1-1-2006 το συνολικό, ποσό 20281 ευρώ ήτοι 1)5898 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 957 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 1521 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 750 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 1711 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 959 ευρώ), 2)3265 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 547 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 745 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 525 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 810 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 638 ευρώ), 3)4410 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 764 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 1059 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 739 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 1149 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 899 ευρώ), 4)3790 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (από 14-6-2003 έως 31-12-2003, 718 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 542 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004, 873 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005, 596 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005, 1061 ευρώ), 5)1800 ευρώ για αποδοχές άδειας".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των άνω πράξεων και ειδικότερα του ότι "η κατηγορουμένη Χ1 με την ιδιότητα του εργοδότη φυσικού προσώπου ασκούντος ατομική επιχείρηση εστιατορίου με τον διακριτικό τίτλο ... με έδρα τον ..., από 12-6-2003 έως 1-1-2006, τέλεσε τα παρακάτω αδικήματα: 1) Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ. "Συγκεκριμένα με την παραπάνω ιδιότητά της καίτοι απασχόλησε στην επιχείρησή της τον ... ως νυχτοφύλακα-καθαριστή από 10-9-1995 έως 6-1-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλε σαυτόν τα εξής ποσά και ειδικότερα: η άνω κατηγορούμενη για την χρονική περίοδο που ήταν εργοδότης του δεν κατέβαλε σαυτόν ως όφειλε αμειβόμενο με βάση το ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, αποδοχές αδείας και επιδόματα άδειας ως εξής ο καθένας για τα διαστήματα που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή από 1-3-2002 μέχρι 1-1-2006 σύμφωνα και με την με αρ.667/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Α) ο πρώτος κατηγορούμενος από 1-3-2002 μέχρι 14-6-2003 το συνολικό, ποσό 9332 ευρώ ήτοι 1)2633 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (1-3-2003 έως 30-6-2002= 356 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002, 1150 ευρώ, 2003: 957 ευρώ) 2)1329 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (1-3-2003 έως 30-6-2002= 257 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 525 ευρώ, 2003:547 ευρώ), 3)1860 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (1-3-2003 έως 30-6-2002 = 357 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 739 ευρώ, 2003:764 ευρώ) 4) 1840 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (1-3-2003 έως 30-6-2002 = 249 ευρώ, 1-7-2002 έως 31-12-2002 873 ευρώ, 2003:718 ευρώ) Β)η δεύτερη κατηγορουμένη από 14-6-2003 έως 1-1-2006 το συνολικό ποσό 20281 ευρώ ήτοι 1)5898 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 957 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 1521 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 750 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 1711 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 959 ευρώ), 2)3265 ευρώ για προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 547 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 745 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 525 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 810 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 638 ευρώ) 3)4410 ευρώ για προσαυξήσεις νυκτερινών (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 764 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 1059 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 739 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 1149 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 899 ευρώ), 4) 3790 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, (από 14-6-2003 έως 31-12-2003 718 ευρώ, 1-1-2004 έως 31-8-2004 542 ευρώ, από 1-9-2004 έως 31-12-2004 873 ευρώ, από 1-1-2005 έως 31-8-2005 596 ευρώ, από 1-9-2005 έως 31-12-2005 1061 ευρώ) 2)Με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση παρέβηκαν τις διατάξεις του Α.Ν 539/1945 και συγκεκριμένα αν και απασχόλησαν στην ανωτέρω επιχείρηση τον ως άνω εγκαλούντα δεν κατέβαλαν σ'αυτόν ως όφειλαν :α) ο πρώτος κατηγορούμενος για το χρονικό διάστημα που ήταν εργοδότης του από 1-3-2002 έως 14-6-2003 1650 ευρώ για αποδοχές άδειας 5)1800 ευρώ για αποδοχές άδειας. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, αρθρ. μόνο του ΑΝ 690/1945 (όπως ισχύει), σε συνδ. με ΑΝ 539/1945 (όπως ισχύει),τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως ΒΤ-1297/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα,.... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται: α)αν μεταξύ αυτής και του εργαζομένου της είχε συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας ή απλή σχέση εργασίας, με βάση την οποία καθορίζονται οι αποδοχές του, β)το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, επί των οποίων υπολογίζεται κάθε οφειλόμενη αποδοχή, όπως επίσης και το ημερομίσθιο του εργαζομένου, επί του οποίου υπολογίζεται κάθε οφειλόμενη προσαύξηση και γ)δεν προσδιορίζεται το ληξιπρόθεσμο καταβολής κάθε επιμέρους οφειλής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της οφειλής της. Αβάσιμα όμως, διότι στα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε στον εργαζόμενο στην επιχείρησή της και αμειβόμενο με ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, τις προσαυξήσεις Κυριακών και εξαιρετέων ημερών, προσαυξήσεις νυκτερινών, δώρα Πάσχα Χριστουγέννων αποδοχές και επιδόματα άδειας τα ανελέκτως από το Δικαστήριο της ουσίας δεκτά γενόμενα χρηματικά ποσά, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να καθορίζεται το ημερομίσθιο η ο μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο οφείλονταν τα παραπάνω οφειλόμενα επιδόματα, ούτε η ημέρα καταβολής τους, αφού όλα αυτά τα στοιχεία προβλέπονται από το νόμο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος, αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται η αναιρεσείουσα και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ.Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2009 (υπ'αριθμ.πρωτ.... ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 1297/2009 αποφάσεως του

Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή