Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 43 / 2012    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 43/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Τ. του Μ., 2. Λ. συζύγου Σ. Τ. το γένος Κ., 3. Ε. Τ. του Σ., 4. Μ. Τ. , 5. Ν. συζύγου Μ. Τ., 6. Λ. χήρα Χ. Κ., άπαντες οι ανωτέρω κάτοικοι Αλβανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Ιωσηφέλλη και 7. Λ. Μ. του Σ., κάτοικος ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRSΑLΟΝΙΚΑ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, διατηρεί όμως νομίμως εγκατάσταση γραφείων στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Αλκυόνης Πολυκράτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4646/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5009/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου και τρίτου υπό στοιχ. Β' λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του υπό στοιχ. Α κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της αγωγής της έβδομης αναιρεσείουσας.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνον η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ (Ολ) 40/1966, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 694/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 4646/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ,. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή 9απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε ότι συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του Ζ. Τ. υπήρξε και ο ίδιος ο οποίος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και ότι η παράλειψή του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό του. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ, 10 ΚΠολΔ αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό. Ο λόγος είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιό ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενό του ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 2205/2002 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας-νεκροτομής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αόριστος και απορριπτέος διότι δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό το, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε και ότι αυτό προσκομίστηκε στο Εφετείο μετ' επικλήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή" διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το αρθ.931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης. Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου. Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ1 εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.ΑΠ 21/2000). Στην οικογένεια, όμως, του θύματος περιλαμβάνεται και η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνη που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (ΑΠ 995/2009), Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίηση τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε (Ολ.ΑΠ 10/2011), Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου" του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι, σε περίπτωση θανάτωσης αλλοδαπού υπηκόου, συνεπεία αδικήματος διαπραχθέντος στην Ελλάδα, για το ζήτημα αν κάποιος ανήκει στην οικογένεια του θύματος και εντεύθεν έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, και νομιμοποιείται στη δικαστική επιδίωξη της κρίνεται κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του αποβιώσαντος και των εναγόντων (άρθρο 18 ΑΚ). Με βάση δε την παραδοχή του αυτή, εφαρμόζοντας το Αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε ότι η μνηστή δεν περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θύματος και ακολούθως απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από την έβδομη των εναγόντων και ήδη έβδομη των αναιρεσειόντων, η οποία ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο του μνηστήρα της Ζ. Τ., που συνέβη στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 και 932 ΑΚ και κατά συνέπεια ο τρίτος υπό στοιχείο α' λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων [αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ], χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Εξ άλλου από το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ' του Συν/τος [2001], τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα, "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προς της ρητής αποτυπώσεως της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α] κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β] αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ] εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναφερόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν [ΑΠ (Ολ) 43/2005]. Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στο περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν [αρθρ. 93 παρ.4 του Συντάγματος], είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας, καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων [αρθ. 914 έα. ΑΚ] και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 26 παρ.1 του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα [ΑΠ (Ολ) 6/2009].
Συνεπώς, ο τρίτος υπό στοιχ. β λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στους έξι (6) πρώτους αναιρεσείοντες, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ποσά κατά πολύ μικρότερα των αιτηθέντων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεως των άρθρων 25 του Συντάγματος (2001) και 932 περ. γ' ΑΚ, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι η έβδομη αναιρεσείουσα και μνηστή του θανατωθέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα Ζ. Τ. δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεισειόντων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5009/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή