Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1009 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά, Συνέργεια, Ακροάσεως Αρχή.




Περίληψη:
Απλή συνέργεια, στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, αφού ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Ναυπηγού-Μηχανολόγου ανέλαβε την επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών πλοίου, το οποίο κατελήφθη αργότερα στις Ισπανικές ακτές, να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης. Αναφέρονται οι υλικές διευκολυντικές πράξεις του κατηγορουμένου, (προκαταβολή αμοιβής του από Ισπανική Τράπεζα, από άγνωστο αποστολέα για την επισκευή, συντήρηση παρακολούθηση του πλοίου κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Ελλάδα, μισθοδοσία πληρώματος του κ.λ.π). Αιτιολογείται γιατί οι παραπάνω ενέργειες, δεν εμπίπτουν στα επαγγελματικά καθήκοντα του αναιρεσείοντα ως ναυπηγού- μηχανολόγου. Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων. Πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη γλώσσα -και ποια- και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Απόλυτη ακυρότητα, για λήψη υπόψη, μη αναγνωσθείσας πραγματογνωμοσύνης. Το περιεχόμενο της περιέχεται σε άλλο έγγραφο που αναγνώστηκε και δεν επήλθε ακυρότητα. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκώς προσδιορίζονται, με την ανάγνωση τους, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις. Παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας. Εφόσον στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, και η απόφαση περί ενοχής απαγγέλθηκε δημόσια, συνάγεται ότι και οι ενδιάμεσες συνεδριάσεις έγιναν δημόσια. Μετά τη δόση του λόγου στον εισαγγελέα πρέπει να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως, αλλά την απαιτούμενη πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών. Αίτημα αναβολής. Διακοπή, αντί αναβολής της δίκης. Δεν επιφέρει έλλειψη ακρόασης, η επιλογή διακοπής της δίκης, αντί της αιτηθείσας αναβολής Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1009/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Μαρίας Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 797Α/2011, 811/2011 και 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 25 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1321/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-11-2012 (υπ' αριθμό 30/2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 797α/ 2011,811/2011, 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, κατόπιν αναιρέσεως της υπ' αριθμό 13/2008, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την υπ' αριθμό 1389/2009, απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι παραδεκτή (άρθρα 474 παρ. 1 και 2, Κ.Π.Δ.) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής, με χρονολογία 25-4-2013, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α ', β' και ζ' και στ'του Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη (άρθρο 1 παρ. 2 πιν. Β' αριθ. 3 του ως άνω Κώδικα).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 Π.Κ. Για τη στοιχειοθέτηση επομένως απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεση της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα , ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. 13/2008, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της απλής συνδρομής στην κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, κατά μεταβολή της αρχικής κατηγορίας, για φυσική αυτουργία, στις παραπάνω πράξεις και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 13 ετών. Κατά της παραπάνω απόφασης, αυτός άσκησε τις από 25-6-2008 και 26-6-2008, αιτήσεις αναιρέσεως ως και τους από 17-9-2008, 12-3-2009, 13-3-2009 και 16-3-2009, πρόσθετους λόγους του. Επί της προαναφερομένης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1389/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Ζ' Τμήματος), με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω, υπ' αριθ. 13/2008, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο που την είχε δικάσει προηγουμένως, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που εισήχθη εκ νέου προς εκδίκαση η υπόθεση, μετά την παραπομπή της σ' αυτό, με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 797α/2011, 811/2011, 96/2012, απόφασή του, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά πλειοψηφία (3-2) για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο), στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα, δέχθηκε, κατά λέξη, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα εξής: "Στις 8/5/2003 και περί ώρα 16:33 στον Ατλαντικό Ωκεανό, σε γεωγραφικό πλάτος 39° 51' βόρεια και γεωγραφικό μήκος 18° 29' δυτικά κατελήφθη να πλέει με ταχύτητα 15 κόμβων, με κατεύθυνση προς τις ακτές τις Ισπανίας και να απέχει 420 ν.μ. ΝΔ του λιμένα VIGO, πλοίο, χωρίς να φέρει σημαία και οποιαδήποτε ένδειξη δηλωτική της ταυτότητας του. Ο εντοπισμός του πλοίου αυτού έγινε μετά από αξιοποίηση πληροφοριών των ισπανικών και βρετανικών διωκτικών αρχών, που συνέλεξαν στοιχεία και ήλθαν σε διεθνή συνεργασία στον τομέα της εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και μετά την παρακολούθηση προσώπων, για τα οποία υπήρχαν ενδείξεις ότι εμπλέκονται στο παράνομο αυτό εμπόριο. Αμέσως μετά τον εντοπισμό του έγινε έφοδος από άνδρες των ισπανικών και βρετανικών αρχών, και πραγματοποιήθηκε έλεγχος σ' αυτό περί ώρα 16:45 της ίδιας μέρας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για το πλοίο C..., πρώην H..., που ήταν νηολογημένο στο λιμάνι SAN LORENZO της Ονδούρας με αριθμό L-3212124. Στη γέφυρα του πλοίου βρέθηκε μια πινακίδα με την ένδειξη C... HONDURAS, ενώ στο κατάστρωμα και στην καμπίνα -ενδιαίτημα του πλοιάρχου βρέθηκαν συνολικά 120 σάκοι που περιείχαν σε πλάκες ύποπτη ουσία, ως ναρκωτική. Γι' αυτό το πλοίο οδηγήθηκε για περαιτέρω έλεγχο στην Ισπανία, ενώ συγχρόνως συνελήφθη το 8μελές πλήρωμα του που αποτελούνταν από τους: Φ. Π. (πλοίαρχο), Γ. Δ., Χ. Τ., Χ. Π., Λ. Σ., Ι. Π., Π. Σ. και F. P. F. (πλήρωμα). Από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησαν οι αρμόδιες ισπανικές αρχές προέκυψε ότι η ναρκωτική ουσία που βρέθηκε στο C... ήταν κοκαΐνη, συνολικού βάρους 3.320 κιλών και αξίας 101.769.000 ευρώ. Η κοκαΐνη αυτή, προερχόμενη από χώρα της Λατινικής Αμερικής είχε μεταφερθεί με άλλο πλοίο στον Ατλαντικό Ωκεανό, μεταφορτώθηκε στο πλοίο C... που θα τη μετέφερε πλησίον των ισπανικών ακτών της Γαλικίας, απ' όπου αρχικά με ταχύπλοα σκάφη θα μεταφερόταν στην ξηρά, και ακολούθως με ανεμόπτερα θα εισαγόταν παρανόμως στην Ισπανία για εμπορία. Για το σκοπό αυτό το πιο πάνω πλοίο, συνοδευόμενο από το πλοίο ανεφοδιασμού H... ή B...N..., είχε αποπλεύσει την 1/5/2003 από το λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας για να συναντήσει το πλοίο μεταφοράς της κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική. Συντονιστής της όλης επιχείρησης από την ξηρά ήταν ο φυγόδικος στην Ισπανία M. M. V., σε βάρος του οποίου διατάχθηκε με την 39/2003 απόφαση του 4ου τμήματος του Κεντρικού Μονομελούς Πλημ/κείου της Μαδρίτης η έκδοση εντάλματος σύλληψης. Σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες των ισπανικών διωκτικών αρχών (Υπηρεσίας Τελωνειακού Ελέγχου) ο M. M. V. εμφανίζεται ως συνεργάτης του κρατουμένου στις ισπανικές φυλακές μεγαλέμπορου ναρκωτικών J. R. P. B., εναντίον του οποίου οι δικαστικές αρχές της Ισπανίας δεν άσκησαν τελικά ποινική δίωξη, σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Μάλιστα με την 30/2005 απόφαση του 3ου τμήματος του 4ου Κεντρικού Πρωτοδικείου της Μαδρίτης έγινε μεταξύ άλλων δεκτό, ότι η διεθνής οργάνωση που είχε σκοπό την εισαγωγή σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης στην Ισπανία και είχε στην κατοχή της για τη μεταφορά της κοκαΐνης το πλοίο C..., νηολογημένο στο όνομα της εταιρίας Riversham Holding Ltd, χρησιμοποίησε άγνωστους χρηματοδότες για την όλη επιχείρηση, για λογαριασμό των οποίων, και προκειμένου να εξασφαλίσει την ανωνυμία τους, δέχτηκε να ενεργήσει στο όνομα του ο Φ. Π. ως πλοίαρχος του C... και πραγματικός - κατά την πιο πάνω απόφαση -ιδιοκτήτης του. Με την ίδια απόφαση (30/2005) καταδικάστηκαν ο μεν Φ. Π. σε φυλάκιση 14 ετών και πρόστιμο 115.000.000 ευρώ, τα δε λοιπά μέλη του πληρώματος σε φυλάκιση 10 ετών και πρόστιμο 110.000.000 ευρώ ο καθένας. Κατά των ίδιων πιο πάνω κατηγορουμένων, καθώς και των Γ. Π. και Γ. Π. ασκήθηκε ποινική δίωξη και από την αρμόδια ελληνική εισαγγελική αρχή για τις πράξεις: α) της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση (όλοι), β) της από κοινού κατοχής τέτοιων ουσιών κατ' εξακολούθηση (όλοι), γ) της από κοινού μεταφοράς αυτών κατ' εξακολούθηση (όλοι), δ) της οργάνωσης, χρηματοδότησης κατεύθυνσης και εποπτείας από κοινού κατ' εξακολούθηση (μόνον οι Γ. Π. και Γ. Π.), όλοι δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα, ε) της εγκληματικής οργάνωσης (όλοι) και στ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (όλοι). Ήδη, μετά την έκδοση σε βάρος των προαναφερθέντων κατηγορουμένων του 151/2004 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά, για τις πράξεις: α) της από κοινού μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με τις προεκτεθείσες επιβαρυντικές περιστάσεις (όλοι), β) της από κοινού οργάνωσης της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών (οι Γ. Π. και Γ. Π.) με τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις και γ) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση (όλοι), έχουν καταδικαστεί με την 490/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά οι Χ. Τ., Γ. Δ., Ι. Π. και Π. Σ. σε ποινή κάθειρξης 12 ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ ο καθένας, από την οποία αφαιρέθηκε ο χρόνος κράτησης του καθενός από τις 11/5/2003 μέχρι τις 20/6/2008, για την έκτιση της ποινής που τους επιβλήθηκε με την 30/2005 απόφαση του προαναφερθέντος ισπανικού δικαστηρίου (όπως αυτή προσαρμόστηκε στη συνέχεια με τις σχετικές αποφάσεις 45357/07, 43971/07, 44545/07 και 44546/07 του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών), μόνο για τις πράξεις της από κοινού μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, ενώ κηρύχθηκαν αθώοι για τις λοιπές. Με την απόφαση αυτή έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι οι M. V., J. B., Φ. Π. και F. F. συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική οργάνωση με σκοπό την εμπορία ναρκωτικών. Επίσης οι εδώ κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π. κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία και καταδικάστηκαν με την εκκαλουμένη 156/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά (μετ' αναίρεση της 428/2004 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την 1932/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου) σε ποινή κάθειρξης 8 ετών ο καθένας (μετ' αναγνώριση κατά πλειοψηφία της ελαφρυντικής περίστασης του αρθρ. 84§2α' ΠΚ μόνο στο πρόσωπο του Γ. Π.), για την πράξη της απλής συνέργειας στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (κατά μετατροπή της αρχικής κατηγορίας για συναυτουργία στο παραπάνω έγκλημα), χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αρθρ. 8 ν. 1729/1987, ενώ απαλλάχθηκαν από τις λοιπές κατηγορίες. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από τους κατηγορουμένους και από τον Εισαγγελέα Εφετών (η τελευταία μόνον ως προς το απαλλακτικό μέρος των κατηγοριών και τη μεταβολή κατηγορίας), επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 13/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ήδη μετά την αναίρεση της τελευταίας με την 1389/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί και εισαχθεί στο παρόν Δικαστήριο για να συζητηθεί εκ νέου, μέσα στα όρια που καθορίστηκαν με την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι το πλοίο H... μετέπειτα C... είχε καταστεί αντικείμενο έρευνας και τον Ιούλιο του 1998, ως ύποπτο λαθρεμπορίας τσιγάρων και ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές της Σενεγάλης, με αρνητικό αποτέλεσμα, μετά από σήμα της INTERPOL, στα πλαίσια των πληροφοριών που υπήρχαν για την εμπλοκή δύο πλοίων με τις ονομασίες H... ή C... (ως μέσου μεταφοράς) και B...N... (ως ανεφοδιαστικού σκάφους καυσίμων και τροφίμων του πρώτου) στη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική προς της Ευρώπη, και συγκεκριμένα, προς της πορτογαλικές και ισπανικές ακτές της Γαλικίας, απ' όπου στη συνέχεια μεταφέρονταν με ταχύπλοα σκάφη στα εδάφη των πιο πάνω κρατών για περαιτέρω εμπορία. Κατά τον έλεγχο του πλοίου, που έλαβε χώρα στο λιμάνι DAKAR της Σενεγάλης, όπου ναυλοχούσε, διαπιστώθηκε ότι μέλη του πληρώματος αυτού ήταν, μεταξύ άλλων, ο Φ. Π. (ως υποπλοίαρχος) και ο εδώ κατηγορούμενος Γ. Π. (ως μηχανικός), οι οποίοι τελικά, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, αφέθηκαν ελεύθεροι. Το εν λόγω πλοίο ήταν παλαιά τορπιλάκατος του γερμανικού πολεμικού ναυτικού κατασκευής 1958, μήκους 39,40 μέτρων, χωρητικότητας 175 κ.ο.χ. και 52 κ.κ.χ., με (4) ισχυρές μηχανές προώθησης MTU ισχύος 3000 V η καθεμιά και πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων. Στα ναυτιλιακά του έγγραφα εμφανίζεται ότι μετατράπηκε σε θαλαμηγό (γιωτ), ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν ως λαθρεμπορικό σκάφος, αφού είχε ελάχιστους χώρους για την ενδιαίτηση του πληρώματος και δεν διέθετε καμπίνες για επιβάτες. Το πλοίο ήταν ξύλινης κατασκευής με νομείς από αλουμίνιο, έφερε μόνο κατάστρωμα, κάτω από το οποίο υπήρχαν δεξαμενές και αποθήκες, καθώς επίσης και δύο χώροι μηχανών, με δύο κινητήρες MTU σε κάθε χώρο, και μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 36-40 κόμβων, συγκρινόμενο με άλλα ταχύπλοα σκάφη, κατασκευασμένα στο ίδιο ναυπηγείο όπως αυτό. Το πλοίο αυτό, στις 30/1/1999, κατέπλευσε στο λιμάνι του Περάματος, προερχόμενο από τις Αζόρες, με πλοίαρχο το Φ. Π. και μέλη του πληρώματος, μεταξύ άλλων, τους Γ. Π. και Χ. Τ.. Να σημειωθεί ότι ο Γ. Π., ήταν πρακτικός μηχανικός πλοίων και είχε χρησιμοποιηθεί σε επισκευές πλοίων, κατά το παρελθόν, τόσο από το Φ. Π., όσο και από το Γ. Π., με τους οποίους γνωρίζονταν από τα έτη 1986 - 1987. Όπως μάλιστα ο ίδιος ο Γ. Π. ανέφερε στην απολογία του στο παρόν Δικαστήριο, "ο Φ. Π. τον κάλεσε να μεταβεί στις Αζόρες για να ελέγξει τις μηχανές του C..., και όταν του είπε (ο Γ. Π.) ότι αυτές ήθελαν επισκευή, ο Φ. Π. τον κάλεσε αρχικά να μεταβεί στην Ολλανδία και στη συνέχεια (όταν ο Γ. Π. αρνήθηκε) να συνοδεύσει το πλοίο στην Ελλάδα για να γίνει εδώ η επισκευή των μηχανών, την οποία θα παρακολουθούσε ο ίδιος (ο Γ. Π.)". Επίσης και ο Χ.Τ. είχε χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν ως "λαδάς" στα πλοία που έφερναν για επισκευή οι εδώ κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π., και ήταν συγγενής του τελευταίου. Όταν το πλοίο κατέπλευσε στο Πέραμα πρακτορευόταν από το ναυτικό πρακτορείο ENDEAVOUR των Α. Σ. και Α. Τ. (..., στον …). Στη δήλωση πρακτόρευσης που υποβλήθηκε στη Λιμενική Αρχή ως πλοιοκτήτρια του C... δηλώθηκε η offshore εταιρία "Riversham Holdings Ltd", η οποία συστήθηκε στις 13/5/1993 στο Γιβραλτάρ, με διαχειρίστρια την εταιρία Sorek Services Ltd, που είχε επίσης έδρα το Γιβραλτάρ. Τα μέλη του Δ.Σ. της πλοιοκτήτριας εταιρίας ουδέποτε έγιναν γνωστά, ούτε όμως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Γ. Π. είχε οποιαδήποτε νομική σχέση με αυτή (ως μέλος του Δ.Σ. ή εκπρόσωπος-διευθυντής ή ιδιοκτήτης ή μέτοχος) ή ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης του πλοίου C.... Η εν λόγω πλοιοκτήτρια αναγραφόταν επίσης στους περισσότερους λογαριασμούς και παραστατικά που εκδόθηκαν για το πλοίο C... από το πρακτορείο ENDEAVOUR ή και τρίτους, κατά το διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα, μέχρι τις 6/4/2002. Η επωνυμία της ίδιας εταιρίας αναγράφηκε στα τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο πλοίο στο ναυπηγείο YACHT CENTER της εταιρίας "Α. Β./ Θ. Κ. Ο.Ε." (..., στο …), όπου ανελκύστηκε το C..., στις 29/3/99, με εντολή του Φ. Π., προκειμένου να υποβληθεί, και σε άλλες εργασίες επισκευής και συντήρησης (όπως ξυλουργικές επισκευές κυρίως της πλώρης, βαφή των υφάλιων κλπ.). Τη συμφωνία με τους υπεύθυνους του ανωτέρω ναυπηγείου έκανε ο Φ. Π., ο οποίος και εξόφλησε τα τιμολόγια για τις εργασίες που έγιναν στο πλοίο. Αναφορικά με τις εργασίες επισκευής των μηχανών του πλοίου, τη γενική επίβλεψη αυτών ο Φ. Π. ανέθεσε στον εδώ κατηγορούμενο Γ. Π., με τον οποίο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία περί τα τέλη 1998 - αρχές 1999. Η συμφωνία τους ήταν (με βάση τα όσα ανέφερε ο Γ. Π. στην απολογία του στο παρόν Δικαστήριο) να εκτιμήσει την κατάσταση των μηχανών, να φτιάξει τα αξονικά συστήματα αυτών και να αναλάβει τη γενική εποπτεία των επισκευών τους, εργασίες οι οποίες θα διαρκούσαν 4-6 μήνες. Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές ο Γ. Π. ισχυρίζεται ότι ζήτησε το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ από το Φ. Π., ποσό που απαίτησε να του δοθεί προκαταβολικά, διότι όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, "υπήρχε θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ τους, επειδή ο Π. ήταν απλώς γνωστός του". Όμως οι σχέσεις και η γνωριμία των δύο αυτών προσώπων είχε ξεκινήσει από παλιά. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι γνωρίστηκαν στο Βέλγιο το 1987 - 1988, όταν ο Φ. Π. δούλευε ως πλοίαρχος στα πλοία του θείου του Π. Π., όπου ο Γ. Π. δούλευε ως αρχιμηχανικός. Έκτοτε διατήρησαν επαφές και από το 1996 είχαν συνεργασία μεταξύ τους, αφού ο Γ. Π. είχε χρησιμοποιήσει το Φ. Π. ως "έμπειρο καπετάνιο" σε ρυμουλκήσεις πλοίων. Ο ίδιος ο Γ. Π., ως μηχανολόγος - ναυπηγός, είχε δραστηριοποιηθεί από το 1996 στο χώρο της ναυτιλίας, ασχολούμενος με αγοραπωλησίες πλοίων, επισκευές πλοίων και άλλες συναφείς με το επάγγελμα του εργασίες. Σε συνεργασία με τον Ολλανδό υπήκοο D. V. D. K. ίδρυσε την offshore εταιρία "D. V. D. K. Maritime (HELLAS) S.A." (DVDK) με έδρα τη Λιβερία, της οποίας εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο ίδιος, από 25/4/1996 έως 11/6/2003. Επίσης ίδρυσε μαζί με το Φ. Π. στις 24/3/1999 την εταιρία "Malverue Associates Ltd", με έδρα το νησί Isle of Man, με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, πλοιοκτησίες και κτηματομεσιτείες και ταχυδρομική διεύθυνση την ίδια (..., στον …) με την εταιρία "D. V. D. K. Maritime". Η πιο πάνω εταιρία μεταξύ Φ. Π. και Γ. Π. διαλύθηκε στις 25/3/2003. Επιπλέον στις 28/11/2001 ο Γ. Π. ανέλαβε να πρακτορεύσει στην Ελλάδα, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας DVDK, την εδρεύουσα στη Messina Ιταλίας εταιρία "RODRIQUEZ CANTIERI NAVALI SPA", με την οποία η εταιρία DVDK είχε αρχίσει την επαγγελματική της συνεργασία από το έτος 1997. Η εταιρία RODRIQUEZ, η οποία έχει ως αντικείμενο την κατασκευή ταχύπλοων σκαφών στο ναυπηγείο της, για την εγκατάσταση των γραφείων της στην Ελλάδα, χρησιμοποίησε το χώρο (συνολικής επιφάνειας 241,57 τ.μ.) που στεγαζόταν και είχε την έδρα της η εταιρία DVDK, επί της οδού ..., στον .... Εκτός αυτών ο Γ. Π. ενεργούσε και ως διαχειριστής μεταξύ άλλων και της εταιρίας DROMEAS SHIPPING LTD, με καταστατική έδρα τη Μονρόβια Λιβερίας και έδρα στην Ελλάδα, επί της οδού ..., στον Πειραιά, όπου φερόταν και ως έδρα της εταιρίας DVDK, κατά τα έτη 1996 - 2002. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου Γ. Π. δεν περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στη γενική εποπτεία των επισκευών των μηχανών του πλοίου C..., κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, και μάλιστα στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος του ως μηχανολόγου - ναυπηγού, όπως επιχειρεί να τον εμφανίσει ο ίδιος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι πριν καταπλεύσει το εν λόγω πλοίο στην Ελλάδα (30/1/99) ο Γ. Π. είχε συρράψει στη σελίδα με ημερομηνία 9/12/98 του επιτραπέζιου ημερολογίου του στα γραφεία της εταιρίας DVDK, κάρτα του ναυτιλιακού πρακτορείου ENDEAVOUR με την ένδειξη S. - T. (τα ονόματα των μελών της εταιρίας) και στη σελίδα με ημερομηνία 6/1/99 υπάρχει η σημείωση "certification of reg. to S." (= το πιστοποιητικό εθνικότητας στο Σ.), ενώ ακόμη δεν είχε ανατεθεί (τυπικά) η πρακτόρευση του C... στο εν λόγω πρακτορείο. Επίσης στη σελίδα με ημερομηνία 13/1/99 του ίδιου ημερολογίου αναγράφεται το κινητό τηλέφωνο (δικτύου Ισπανίας) του Φ. Π., με τη σημείωση: "34163766297 F.". Εξάλλου, το Δεκέμβριο του έτους 1998 ήλθε στην Ελλάδα και διέμεινε το διάστημα 16/12 - 23/12/98 στο ξενοδοχείο SAVOY του Πειραιά (δωμάτιο …) ο B. R. B. και είχε 2 τηλεφωνικές κλήσεις (στις 16/12 και στις 21/12/98) με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου ... . Όπως διαπιστώθηκε από την Υποδ/ση Δίωξης Ναρκωτικών της ΔΑΑ, ο αριθμός αυτός ανήκε στην εταιρία DVDK, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Γ. Π.. Ο τελευταίος δεν αρνήθηκε (στην απολογία του) ότι μπορεί να είχε με τον B. τηλεφωνική συνομιλία, της οποίας όμως το περιεχόμενο δεν έγινε γνωστό. Ο B. κατάγεται από το χωριό Καπάτος Μοντεφέρδα Γαλικίας της Ισπανίας και είναι συγχωριανός του μεγαλέμπορου ναρκωτικών J. R. P. B., κρατουμένου στις ισπανικές φυλακές, με τον οποίο ήρθε σε τηλεφωνικές επαφές πριν από τη σύλληψη του πληρώματος του C... ο M. M. V., "υπεύθυνος για τη ναυτιλιακή διοίκηση της επιχείρησης (μεταφοράς και κατοχής του επίμαχου φορτίου της κοκαΐνης με το C...) που έδινε οδηγίες από την ξηρά στο πλήρωμα του πλοίου", σύμφωνα με το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του από τον ανακριτή του 4ου Κεντρικού ανακριτικού γραφείου του Εθνικού Δικαστηρίου Μαδρίτης. Να σημειωθεί επίσης ότι ο Γ. Π. γνώριζε τον B. και είχε κατηγορηθεί κατά το παρελθόν (1991) στο Βέλγιο για συμμετοχή του στη συμμορία του τελευταίου σε υπόθεση 800 κιλών κοκαΐνης, πράξη για την οποία τελικά αθωώθηκε, και καταδικάσθηκε μόνο για την πράξη της πλαστογραφίας σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο Γ. Π. είχε γνωρίσει τον B. στο Βέλγιο, όταν εργαζόταν στην επιχείρηση του θείου του Π. Π. και ο B. εμφανιζόταν ως επιχειρηματίας και ήταν συνεργάτης του τελευταίου. Έτσι, παρόλο που στην παρούσα φάση δεν προκύπτει "εμφανής" σχέση και διασύνδεση του Γ. Π. με τον B., η σχέση αυτή ήταν υπαρκτή, δεδομένου ότι για την προετοιμασία, το σχεδιασμό και την οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής με πλοία από τη Λατινική Αμερική στην Ισπανία παράνομων φορτίων ναρκωτικών, όπου λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης και μυστικότητας για να μην αποκαλυφθούν ο τρόπος, ο τόπος, ο χρόνος, τα μέσα και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σ' αυτή, δεν επιλέγονται από τους πρωτεργάτες της όλης επιχείρησης "τυχαίοι" ή "ανυποψίαστοι" ή "μη έμπιστοι" συνεργάτες-επαγγελματίες, όταν μάλιστα οι τελευταίοι αναλαμβάνουν μεταξύ άλλων τον έλεγχο και την εποπτεία του μεταφορικού μέσου, βελτιώνουν και διατηρούν την αξιοπλοΐα του, ή προβαίνουν σε κάθε δυνατή προπαρασκευαστική ενέργεια, έναντι αμοιβής, ώστε αυτό να βρίσκεται στη διάθεση των οργανωτών της μεταφοράς των ναρκωτικών και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Στον κύκλο δε αυτό των "έμπιστων προσώπων" μιας τέτοιας οργάνωσης ανήκε και ο πλοίαρχος του C... Φ. Π., ο άνθρωπος που, μεταξύ άλλων, ανέλαβε τη μεταφορά με το εν λόγω πλοίο των 3.320 κιλών κοκαΐνης, και τον οποίο προφανώς έφερε σε επαφή, "ως έμπειρο καπετάνιο", με τον B., ο Γ. Π.. Ειδικότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο Γ. Π. επέλεξε το ναυτιλιακό πρακτορείο ENDEAVOUR MARINE AGENCY LTD (του οποίου τα στοιχεία είχε σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του πριν από την άφιξη του πλοίου στο Πέραμα, και είχε φροντίσει για την παράδοση του πιστοποιητικού εθνικότητας αυτού στον Σ., κατά τα προαναφερθέντα) για τη διενέργεια των αναγκαίων πρακτορειακών διατυπώσεων και εργασιών (όπως π.χ. έκδοση διαφόρων εγγράφων και πιστοποιητικών, αδειών ρυμούλκησης και λοιπών αδειών του πλοίου, συλλογή στοιχείων για τη ναυτολόγηση των Γ. Π., Χ. Τ. και Φ. Π. ... κατά τη διάρκεια παραμονής του C... στην Ελλάδα κ.ά.), σε συνεννόηση με τον πλοίαρχο Φ. Π., ο οποίος έκανε τις σχετικές με αυτό (το πρακτορείο) επαφές και πληρωμές, στο όνομα της δηλωθείσας ως πλοιοκτήτριας εταιρίας "RIVERSHAM HOLDING LTD". Η επιλογή του συγκεκριμένου πρακτορείου δεν ήταν τυχαία, αφού κατά το παρελθόν αυτό είχε συνεργαστεί με το Φ. Π. για την πρακτόρευση του ίδιου πλοίου (όταν έφερε την ονομασία H...), ενώ σε χειρόγραφη σημείωση που βρέθηκε κατά την έρευνα του ΣΔΟΕ στους φακέλους των πλοίων C... και B...N... που διατηρούνταν στα γραφεία του εν λόγω πρακτορείου, αναγραφόταν "H... Π", B...N... Π. ..., Δ. ..., ..., Ρυμουλκό ... ΔΕ ... ΙΙ". Να σημειωθεί ότι το νούμερο ... αναγράφεται δίπλα από το όνομα του Π., είναι ο αριθμός τηλεφώνου της έδρας της εταιρίας DVDK (..., Πειραιάς), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο τελευταίος. Επίσης παραστατικά έγγραφα με ημερομηνίες Ιουνίου 2001 (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, χρεωστικά σημειώματα κ.ά.) του πιο πάνω πρακτορείου σχετικά με το C..., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων σε ντουλάπα του υπνοδωματίου του Γ. Π., κατά την κατ' οίκον έρευνα που διενήργησε στις 10/5/2003 η Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, δηλ. δύο ημέρες μετά την επέμβαση των ισπανικών διωκτικών αρχών στο πλοίο C... στον Ατλαντικό Ωκεανό (8/5/2003). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λίγες ημέρες μετά την άφιξη του πλοίου C... στον Πειραιά και πριν την είσοδο του στα ναυπηγεία των Β. - Κ. (YACHT CENTER) στο Πέραμα, αποστάλθηκαν στις 4/2/1999 από την ισπανική τράπεζα BANCO POPULAR ESPANOL στους Γ. Π., Γ. Π. και Φ. Π. τρία εμβάσματα, ποσού 94.371, 33.704 και 148.298 δολ. ΗΠΑ, αντίστοιχα, ο εντολέας των οποίων φαίνεται να είναι άγνωστος στους κατηγορουμένους. Όμως πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι ο Ισπανός B. επισκέφθηκε και πάλι την Ελλάδα άλλες δύο φορές, κατά τα διαστήματα από 20-28/1/99 και από 2/2 - 8/2/1999, δηλαδή λίγο πριν την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά και κατά το χρόνο που αποστέλλονται "τα τρία εμβάσματα του άγνωστου εντολέα" στους κατηγορουμένους, μέσω της ισπανικής τράπεζας. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη Μαρτίου 1999 το πλοίο C... ανελκύστηκε στο ναυπηγείο των Β. -Κ., προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες επισκευές των μηχανών, αλλά και άλλες επισκευαστικές εργασίες αυτού, κατά τα προεκτεθέντα. Ο Γ. Π., μετά από έρευνα της αγοράς που έκανε ο ίδιος, απευθύνθηκε στον απόστρατο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού Δ. Τ., ειδικευμένο γνώστη της λειτουργίας των μηχανών MTU που έφερε και το συγκεκριμένο πλοίο, στον οποίο ανέθεσε, παρουσία και του Φ. Π., τη γενική επισκευή τους, αντί αμοιβής (όπως κατέθεσε ο Δ. Τ. στο παρόν δικαστήριο) 9.000.000 δρχ. που θα πλήρωνε ο Φ. Π.. Οι εργασίες για την επισκευή των μηχανών άρχισαν αμέσως, υπό την επίβλεψη και εποπτεία του Δ. Τ., με συνεργείο που δεν επέλεξε ο τελευταίος αλλά στο οποίο συμμετείχε ο Γ. Π.. Το πλοίο παρέμεινε στο πιο πάνω ναυπηγείο μέχρι τις 6/11/1999, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες των πάσης φύσεως επισκευών του. Κατά το διάστημα αυτό ο Γ. Π. επισκεπτόταν το ναυπηγείο, παρακολουθώντας και εποπτεύοντας την πορεία των πιο πάνω εργασιών, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καλή κατάσταση των μηχανών. Ο ίδιος βέβαια στην απολογία του στο παρόν δικαστήριο ανέφερε σχετικά με την ανάμιξη του στις επισκευές του πλοίου ότι: "Μου είπε ο Π. να αναλάβω τα μηχανολογικά ... αυτό που θα έκανα εγώ ήταν η εκτίμηση της κατάστασης των μηχανών, εποπτεία στις επισκευές και θα έφτιαχνα τα αξονικά συστήματα ... δεν ζήτησα τα πιστοποιητικά του πλοίου, διότι δεν μου χρειάζονταν σ' αυτά που είχα εγώ να κάνω. To C... έπρεπε να κάνει διάφορες επισκευές. Είχε κτυπήματα στη γάστρα, έπρεπε να ελεγχθούν τα σωστικά, τα πυροσβεστικά και να γίνει επισκευή στις ηλεκτρομηχανές. Συμφωνήσαμε ... για τις μηχανές και τα αξονικά συστήματα. Ως χρόνο αποπεράτωσης του είπα κάποιους μήνες ... εννοούμε 6 μήνες το λιγότερο... Δεν ρώτησα τίνος είναι το πλοίο. Το συνεργείο το έφερε προφανώς ο Π.... Οι μηχανές αυτές θέλανε εξειδικευμένο μηχανικό κι εγώ δεν ήμουν ... Εγώ έκανα εποπτεία στην επισκευή των μηχανών με καθαρά συμβουλευτικό ρόλο ... έγιναν οι εργασίες ευθυγράμμισης από ειδικό συνεργείο ... που με δικές μου οδηγίες έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες. Εξειδικευμένοι τεχνικοί μπορούν να μετρήσουν τις αποστάσεις και τα σημεία που εδράζονται οι άξονες... Ο ρόλος ο δικός μου ήταν καθοδηγητικός και συμβουλευτικός, πήγαινα δηλ. στο ναυπηγείο και έβλεπα αν είχαν γίνει στο πλοίο οι εργασίες που είχα πει να γίνουν, και αν είχαν γίνει, καλώς, αν όχι έδινα οδηγίες ...". Από το περιεχόμενο της πιο πάνω απολογίας του κατηγορουμένου σε συνδυασμό και με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι ο Γ. Π. είχε τη γενική εποπτεία και παρακολούθηση της πορείας των εργασιών επισκευής του πλοίου και ιδίως των μηχανών αυτού, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο ναυπηγείο Β. - Κ., και μάλιστα όχι με την επαγγελματική του ιδιότητα του ναυπηγού - μηχανολόγου, αφού τόσο η επισκευή των πιο πάνω μηχανών απαιτούσε "εξειδικευμένο μηχανικό, που αυτός δεν ήταν", όσο και οι εργασίες ευθυγράμμισης (των αξόνων) έγιναν "από ειδικό συνεργείο", αλλά με ρόλο "συμβουλευτικό" και "καθοδηγητικό", ο οποίος αρμόζει περισσότερο σε άτομο που ενδιαφέρεται και έχει λόγο και εξουσία στην προετοιμασία του πλοίου για το σκοπό που προορίζεται (δηλ. στην προκειμένη περίπτωση τη χρησιμοποίηση του για τη μεταφορά ναρκωτικών). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εξόφληση του πιο πάνω ναυπηγείου (YACHT CENTER) έγινε από το Φ. Π., με τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρίας "RIVERSHAM HOLDING LTD". Επίσης, παρόλο που το πλοίο στο ίδιο διάστημα δεν εκτελούσε πλόες, ήταν ναυτολογημένοι σ' αυτό οι Χ. Τ. (από 30/1 - 6/2/99 και από 5/2 - 5/12/99), Τ. Π. (από 30/1/99 - 29/3/02) και ο Φ. Π. (από 30/1/99 - 6/4/02), οι οποίοι πληρώθηκαν από εταιρίες που εκπροσωπούσε ο Π. ("DROMEAS SHIPPING LTD", "D. V. D. K. MARITIME CO.") αλλά και από την εταιρία "RIVERSHAM HOLDINGS LTD" (o Τ. για το διάστημα από 5/2 - 5/12/99). Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών επισκευής του πλοίου, οι οποίες μάλιστα φαίνεται ότι είχαν επισπευστεί, αφού διήρκεσαν 8 περίπου μήνες, αντί του ενός έτους και πλέον που θα χρειαζόταν κατά τους υπολογισμούς του μάρτυρα Δ. Τ., που ήταν και ο πλέον αρμόδιος σχετικά με το θέμα αυτό (βλ. ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), αναμενόταν λογικά η αναχώρηση του από το ναυπηγείο των Β. - Κ. για να χρησιμοποιηθεί στη μεταφορά των ναρκωτικών. Αντ' αυτού, όμως, το πλοίο καθελκύστηκε και ρυμουλκήθηκε στο γειτονικό ναυπηγείο του Χ., όπου παρέμεινε αγκυροβολημένο από τις 6/11/99 μέχρι το Μάιο του 2001. Στη συνέχεια ρυμουλκήθηκε εκ νέου και αγκυροβόλησε στο ναυπηγείο του Ν., στη θέση "..." Ελευσίνας από τις 7/6/2001 μέχρι τις 6/4/2002, όταν και απέπλευσε με πλήρωμα τους Π., Δ., Σ. και Π., ρυμουλκούμενο από το ελληνικό ρυμουλκό Α...Τ..., φθάνοντας στα 6 ν.μ. νότια της Ρόδου, όπου παραδόθηκε στο με τουρκική σημαία ρυμουλκό O...C... για να οδηγηθεί στην Τουρκία και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του, μέχρι τότε, που όπως θα εκτεθεί παρακάτω, έγινε αντικείμενο παρακολούθησης από τις ισπανικές αρχές για μεταφορά ναρκωτικών. Ο λόγος που ατόνησε προσωρινά το ενδιαφέρον και άλλαξαν τα σχέδια των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς ναρκωτικών με το συγκεκριμένο πλοίο οφειλόταν προφανώς στο ότι στο μεταξύ ανακαλύφθηκε ο πομπός που τοποθετήθηκε στο άλμπουρο του πλοίου, μετά το πέρας των επισκευών του στο ναυπηγείου "YACHT CENTER", από το μάρτυρα Γ. Κ. (τώρα Διευθυντή της Δίωξης Ναρκωτικών της ΕΛ.ΑΣ.), για την παρακολούθηση των κινήσεων του, καθόσον αυτό είχε στοχοποιηθεί από την Υπηρεσία του (τμήμα Γενικών Υποθέσεων της Υποδιεύθυνσης Ναρκωτικών Αττικής) στα πλαίσια των ερευνών της, από κοινού με το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ Αττικής, για τη δράση κυκλώματος μεταφοράς μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, τόσο με το πλοίο C... (πρώην H... Ι), όσο και με το πλοίο B...N... (πρώην H... Π) από τη Ν. Αμερική στην Ισπανία. Μετά την ανακάλυψη και, προφανώς, την αχρήστευση του ανωτέρω πομπού, το πλοίο C... έπρεπε να μείνει εκτός δράσης για όσο διάστημα έκριναν οι οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς των ναρκωτικών διότι έγινε αντιληπτό από αυτούς, αλλά και από τους κατηγορουμένους, ότι είχε "στοχοποιηθεί" από τις αστυνομικές αρχές. Όμως κατά το διάστημα που το πλοίο έμεινε εκτός δράσης, δεν αφέθηκε στην τύχη του. Έτσι, κατά το χρόνο που βρισκόταν παροπλισμένο στα ναυπηγεία των Χ. και Ν. οι κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π., καθώς και ο πλοίαρχος Φ. Π. φρόντιζαν να το διατηρούν σε καλή κατάσταση και να το επιβλέπουν, ώστε να βρίσκεται στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς των ναρκωτικών, για να το χρησιμοποιήσουν, όταν έκριναν ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: α) Κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου (Νοέμβριος 1999 - Μάιος 2001) στο ναυπηγείο Χ. συμφωνήθηκε μεταξύ Φ. Π. και ιδιοκτήτη του ναυπηγείου Β. Χ. η καταβολή μηνιαίου μισθώματος 100.000 δρχ., το οποίο στη συνέχεια πλήρωνε ο Γ. Π.. Ο τελευταίος όλο αυτό το διάστημα κάθε φορά που επισκεπτόταν το ναυπηγείο ανέβαινε πάνω στο πλοίο και "έκανε μια βόλτα", για να δει προφανώς σε τι κατάσταση βρισκόταν. Το ίδιο διάστημα ήρθε στο ναυπηγείο 1-2 φορές και ο Φ. Π., ενώ στο πλοίο έμενε διαρκώς ένας φύλακας που για ένα διάστημα ήταν ο Χ. Τ.. β) Κατά τη διάρκεια παραμονής του στο ναυπηγείο του Ν. στην …ούνιος 2001 - Απρίλιος 2002), εμφανίστηκε ο Γ. Π., ο οποίος ήταν πελάτης και είχε φέρει και άλλα πλοία των εταιριών που εκπροσωπούσε στο ίδιο ναυπηγείο. Εδώ το μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 100.000 δρχ., κατέβαλε ο Γ. Π., ο οποίος έκανε όλες τις συμφωνίες και τις σχετικές συνεννοήσεις για την παραμονή του πλοίου στο χώρο του ναυπηγείου το οποίο επισκεπτόταν συχνά. Επίσης σ' αυτό ερχόταν σχεδόν καθημερινά και ο Γ. Π., ο οποίος μάλιστα έκανε τη συντήρηση του πλοίου κάθε μήνα. Να σημειωθεί, τέλος, ότι οι αποδείξεις για τα μισθώματα που εκδόθηκαν από τον ιδιοκτήτη του ναυπηγείου Χ. Ν. ανέφεραν στη θέση του μισθωτή την ένδειξη ΙΔΙΩΤΗΣ, χωρίς άλλο όνομα, παρόλο που αυτά τα πλήρωνε ο Γ. Π., ο οποίος και έκανε, όπως προαναφέρθηκε, τη σχετική συμφωνία μίσθωσης του χώρου για την παραμονή του πλοίου C..., γ) Στις 12/1/2000 ο Γ. Π. μίσθωσε για 1 έτος μια αποθήκη 264 τ. μ. επί των οδών ... και ... (στο ...), αντί μηνιαίου μισθώματος 160.000 δρχ. (καταβάλλοντας ως εγγύηση 340.000 δρχ.). Μέσα στην αποθήκη αυτή βρέθηκαν δύο μηχανές ίδιες με εκείνες του πλοίου C..., κατά την έρευνα που διενήργησε το τμήμα δίωξης ναρκωτικών του ΣΔΟΕ, στις 10/5/2003. Την εν λόγω αποθήκη επισκέπτονταν εκτός από το Γ. Π., ο Γ. Π. και ο Φ. Π.. δ) Το πλοίο C... απέπλευσε ρυμουλκούμενο, με το πλήρωμα που προαναφέρθηκε, στις 6/4/2002, από το ναυπηγείο του Ν., έως τα διεθνή ύδατα νότια της Ρόδου και από εκεί κατευθύνθηκε στην Τουρκία, απ' όπου χάθηκε (προσωρινά) η πορεία του, κατά την ακολουθούμενη μέθοδο για την εξαφάνιση των ιχνών λαθρεμπορικών πλοίων από τα συναφή κυκλώματα. Πριν τον απόπλου εξασφαλίστηκαν, με τη φροντίδα του πρακτορείου ENDEAVOUR, μεταξύ άλλων, η έκδοση άδειας ρυμούλκησης αυτού από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας, στις 6/4/2002, η έκδοση πιστοποιητικού αξιοπλοΐας αυτού στις 18/2/2002 (με χρόνο ισχύος έως τις 18/2/2003), πιστοποιητικού ελέγχου πνευστής σωσίβιας σχεδίας στις 5/2/2002 (με χρόνο ισχύος μέχρι τις 5/2/2003) και πιστοποιητικού πυροσβεστικών μέσων, στις 5/2/2002 (με χρόνο ισχύος μέχρι 5/2/2003). Να σημειωθεί ότι σε όλα τα πιο πάνω πιστοποιητικά το πλοίο C... αναφερόταν ως θαλαμηγός, παρόλο που δεν ήταν τέτοιο στην πραγματικότητα, ενώ αποφασίστηκε η ρυμούλκηση του, παρόλο που το από 18/2/02 πιστοποιητικό αξιοπλοΐας του ανέφερε ότι κατά την επιθεώρηση του "εβρέθησαν σκάφος, μηχανή και εξοπλισμός σε καλή κατάσταση και θεωρήθηκε αξιόπλοο". Τα παραπάνω περιστατικά ήταν σε γνώση των κατηγορουμένων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχαν όλο αυτό το διάστημα την επίβλεψη και την παρακολούθηση του πλοίου, ιδίως δε του Γ. Π., ο οποίος μάλιστα όταν αναχώρησε το C... από το ναυπηγείο του Ν. στις 6/4/02, ανέφερε στον ιδιοκτήτη του ότι αυτό έφυγε, γιατί είχε (δήθεν) πουληθεί, ενώ στις 8/4/2002 σημείωσε στο ημερολόγιο του γραφείου του "Β ή Π., Π., Σ. - Δ. - Π. - Π. - 6 days", που προφανώς αποτελούσαν το πλήρωμα του C..., μετά τον απόπλου του στις 6/4/02. Για τα πρόσωπα αυτά ο Φ. Π. του ζήτησε επίσης να φροντίσει για την έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων, αλλά τελικά ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν τα έβγαλε. Επίσης καθ' όλο το διάστημα παραμονής του πλοίου στην Ελλάδα ο Γ. Π. μέσω των εκπροσωπούμενων από αυτόν εταιριών φρόντιζε για τη μισθοδοσία των: α) Φ. Π. (για τον οποίο μάλιστα έκανε ειδική μνεία στο ημερολόγιο του γραφείου του το διάστημα από 13/1/99 μέχρι 8/4/2002), στον οποίο καταβλήθηκαν 8.000 δολ. ΗΠΑ (για 10μηνη απασχόληση του το 2001 σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD), 8.000 δολ. ΗΠΑ (για 8μηνη απασχόληση του το 2000 σε διάφορα πλοία της DVDK), 2.310.000 δρχ. στις 23/4/00 και 5.000 δολ. ΗΠΑ την 1/1/00 (για την απασχόληση του στο πλοίο C..., όπου φαινόταν ναυτολογημένος από 30/1/99 έως 6/4/02), β) Χ. Τ. στον οποίο καταβλήθηκαν 9.000 δολ. ΗΠΑ (για την 9μήνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD, το 2000), 8.100 δολ. ΗΠΑ (για την 9μηνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της ίδιας πιο πάνω εταιρίας, το 2001), 2.960.000 δρχ. στις 2/5/2001 (όπως προκύπτει από σχετική σημείωση στο ημερολόγιο του Γ. Π.), 11.000 δολ. ΗΠΑ (για τη 10μηνη απασχόληση του στο C..., από 5/2 έως 5/12/1999) και γ) Γ. Π., στον οποίο καταβλήθηκαν 3.000.000 δρχ. (για την όμηνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD το 2001), 3.020.000 δρχ. (για την 6μηνη απασχόληση του στην ίδια πιο πάνω εταιρία το 2000), 3.200.000 δρχ. (για την απασχόληση του στο πλοίο B...T... της εταιρίας TURQUOISE HOLDING CORPORATION από 2/2 -2/9/1999). Επιπλέον, τόσο ο Φ. Π., όσο και ο Γ. Π. είχαν μισθοδοτηθεί με το ποσό των 2.965.000 δρχ. από την εταιρία DVDK (ο πρώτος) για την εργασία του ως "θαλαμηπόλου" από 1/1 μέχρι 31/12/2008, (σε άγνωστο πλοίο) και με το ποσό των 11.750 δολ. ΗΠΑ για την εργασία του στο πλοίο B...N... (ο δεύτερος) από 3/3/98 μέχρι 4/12/98, "ως λιπαντή". Παράλληλα η εταιρία DVDK πλήρωσε τα αεροπορικά εισιτήρια των Φ. Π. και Γ. Π. που εκδόθηκαν από το γραφείο "ΑΚΤΙΝΑ Α.Ε." στον Πειραιά για αεροπορικά τους ταξίδια στο Βουκουρέστι στις 2/8/99 και στο ’μστερνταμ στις 12/7/2001, ενώ το ίδιο γραφείο εξέδωσε τα αεροπορικά εισιτήρια για αρκετά ταξίδια του Γ. Π. στην Ισπανία, κατά το διάστημα από 8/4/99 μέχρι 26/6/2001. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 9/8/2002 οι ισπανικές αρχές με διεθνή συνεργασία είχαν πληροφορίες ότι ένα πλοίο, αγνώστων λοιπών στοιχείων, βρισκόταν σε απόσταση 600 ν.μ. δυτικά των Καναρίων νήσων, αναμένοντας την παραλαβή από μεταφόρτωση μιας σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης και ότι η επιχείρηση θα λάμβανε χώρα εκείνη τη στιγμή, συντονισμένη μέσω κινητού τηλεφώνου. Έγινε νόμιμη παρακολούθηση του τηλεφώνου αυτού, αλλά λόγω λειτουργίας του με προπληρωμένες κάρτες, η παρακολούθηση κατέστη αδύνατη. Η επιχείρηση αυτή του Αυγούστου 2002 διεξήχθη επιτυχώς από την οργάνωση της εμπορίας ναρκωτικών, με τη μεταφόρτωση της ποσότητας σε άλλο πλοίο ή πλοία, και σε απόσταση 80 ν.μ. από τις ακτές της Γαλικίας - Πορτογαλίας, χωρίς όμως να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του πλοίου και των δραστών της πιο πάνω μεταφοράς ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 2003 οι υπηρεσίες κατασκοπείας της Ισπανίας με διεθνή συνεργασία πληροφορήθηκαν ότι δύο πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας (Δυτ. Αφρική), σε σύντομο χρονικό διάστημα σκόπευαν να βγουν στη θάλασσα, το ένα για παραλαβή σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης από πλοίο αγνώστων στοιχείων που βρισκόταν σε διεθνή ύδατα και το άλλο για ανεφοδιασμό καυσίμων του πρώτου. Συντονιστής της επιχείρησης αυτής ήταν κάποιος Μ. που χρησιμοποιούσε κινητά τηλέφωνα δικτύου Ισπανίας. Μετά από νόμιμη παρακολούθηση των τηλεφώνων αυτών με άγνωστα μέχρι τότε άτομα και τη νόμιμη απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους προέκυψε: 1) ότι ένα από τα τηλέφωνα που παρακολουθήθηκαν χρησιμοποιούνταν για επικοινωνία με τα δύο πλοία που θα συναντιόντουσαν στη θάλασσα, τα οποία διέθεταν συσκευές INMAR SAT. 2) ότι ο M. δεν ήταν άλλος από τον υπόδικο Ισπανό έμπορο ναρκωτικών M. M. V., που συντόνιζε τις επαφές μεταξύ των δύο πλοίων από την ξηρά. 3) ότι από τις 25/2/2003 παρατηρήθηκαν επαφές του V. με τα δύο πλοία και ο συνομιλητής του ενός ήταν ελληνικής καταγωγής. 4) ότι στις 28/2/2003 ο V. ενημέρωσε την οργάνωση ότι το ανεφοδιαστικό πλοίο εμφάνιζε πρόβλημα κινητήρα και ότι το άλλο πλοίο έπρεπε να περιμένει. 5) ότι την 1/3/2003 ο V. υπέδειξε σ' ένα από τα δύο πλοία να πάει στο σημείο φόρτωσης (ZULU), χρησιμοποιώντας κωδικοποιημένο λεξιλόγιο, και στη συνέχεια υπέδειξε στο πλοίο που θα φόρτωνε τα ναρκωτικά να παραμείνει σε αναμονή, κάνοντας βόλτες στην περιοχή, μέχρι να φθάσει το πλοίο ανεφοδιασμού. 6) ότι στις 3/3/2002 ο V. υπέδειξε στα δύο πλοία να επιστρέψουν στο λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας, χωρίς τελικά να γίνει η μεταφορά των ναρκωτικών. 7) ότι ο Έλληνας του ενός πλοίου στις 10/3/2003 ζήτησε πληροφορίες από το V. για το χρόνο φόρτωσης και εκείνος του απάντησε με κωδικό ότι ο χρόνος φόρτωσης θα ήταν η 25η ημέρα. Στο μεταξύ από τις διαθέσιμες πληροφορίες των ισπανικών αρχών προέκυψε ότι τα πιο πάνω δύο πλοία αποτελούσαν τη ναυτιλιακή υποδομή της οργάνωσης του μεγαλέμπορου ναρκωτικών Ισπανού J. R. P. B., κρατουμένου των ισπανικών φυλακών. Τα πλοία αυτά, τα οποία ανέλαβαν να μεταφέρουν τα ναρκωτικά μέχρι τις γαλικανικές ακτές για να μεταφορτωθούν σε ανεμόπτερα, ήταν ένα σκάφος τύπου τορπιλακάτου που χρησιμοποιούσε τα ονόματα B...N... ή Η... και το άλλο, ίδιου τύπου, που χρησιμοποιούσε τα ονόματα H... και C.... Παράλληλα τον Απρίλιο του 2003 οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις συνεχίστηκαν και αποκαλύφθηκε ότι ο V. συνομιλούσε με τον B., ο οποίος έδινε κατευθύνσεις στον πρώτο από τις φυλακές για το πώς, πού και πότε θα παραδοθεί μέρος των χρημάτων για τη μεταφορά των ναρκωτικών, λέγοντας του ότι το υπόλοιπο ποσό δεν θα δοθεί "αν δεν κάνει τη δουλειά". Επίσης ο B. ζήτησε πληροφορίες για τον F., που δεν είναι άλλος από τον F. Ρ. F., μέλος του συλληφθέντος πληρώματος του C.... Στο μεταξύ οι πληροφορίες ανέφεραν ότι την 1/5/2003 τα 2 πιο πάνω πλοία απέπλευσαν από το λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας για τα διεθνή ύδατα, προκειμένου να φέρουν σε πέρας την επιχείρηση φόρτωσης σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης. Από εκείνη τη στιγμή οι ισπανικές με τις βρετανικές αρχές, προβλέποντας ότι η επιχείρηση της μεταφοράς των ναρκωτικών θα πραγματοποιούταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, έστησαν ένα νόμιμο μηχανισμό, με στόχο να εντοπιστούν τα δύο πλοία και να τα ελέγξουν σε διεθνή ύδατα, σύμφωνα με τα διεθνή κείμενα και τους ισπανικούς νόμους. Έτσι στις 8/5/2003 εντοπίστηκε το ένα πλοίο, που ήταν το C..., πρώην H..., και σε έφοδο που έγινε πάνω σ' αυτό από τους άνδρες των ισπανικών και βρετανικών αρχών βρέθηκαν οι σάκοι με τα 3.320 κιλά κοκαΐνης και συνελήφθη το πλήρωμα με τους προαναφερθέντες 7 Έλληνες και 1 Δομινικανό ναυτικούς, οι οποίοι λίγες ημέρες πριν είχαν φθάσει αεροπορικώς μέσω Las Palmas σε χωριστά λιμάνια της Μαυριτανίας, ανά τριάδες, και μετά μπήκαν στο C.... Επίσης πάνω στο πλοίο βρέθηκε μια συσκευή INMARSAT, με αριθμό ίδιο με εκείνο που διέθετε ο V. για να επικοινωνεί με το πλοίο και τον ελληνικής καταγωγής ναυτικό που δεν ήταν άλλος από τον πλοίαρχο Φ. Π.. Από τη δικογραφία που σχηματίστηκε στη Μαδρίτη Ισπανίας προκύπτει ότι μια περίπου εβδομάδα πριν από τη σύλληψη του πλοίου και του πληρώματος, το C... σε άγνωστο σημείο του Ατλαντικού (διεθνή ύδατα) προσεγγίστηκε από άλλο πλοίο, αγνώστων στοιχείων, έμφορτο με την κοκαΐνη, προερχόμενο από τη Νότιο Αμερική. Στη συνέχεια τα ναρκωτικά μεταφορτώθηκαν και τοποθετήθηκαν στο C..., για να μεταφερθούν στις ισπανικές και πορτογαλικές ακτές για περαιτέρω μεταφόρτωση σε ταχύπλοα σκάφη και από εκεί για την είσοδο τους στο ισπανικό έδαφος προς εμπορία. Τα μέλη του πληρώματος του C... μετέφεραν και κατείχαν τα ναρκωτικά αυτά και μέσω αυτών οι Ισπανοί διακινητές διέπραξαν ωσαύτως τα ίδια εγκλήματα. Την οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών αυτών αποτελούσαν μεταξύ άλλων: α) ο φυγόδικος M. V. που ήταν ο υπεύθυνος για το συντονισμό από την ξηρά της επιχείρησης, τη ναυτιλιακή υποδομή της οποίας αποτελούσαν τα πλοία B...N... και C..., και ο ίδιος επικοινωνούσε με τα μέλη του πληρώματος του πλοίου C... σχετικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο που έπρεπε να παραλάβουν και να μεταφέρουν τα ναρκωτικά. β) ο J. B., που ήταν ο αρχηγός της οργάνωσης για τη διακίνηση των ναρκωτικών και είχε σχετικές επαφές με τον V. από τις ισπανικές φυλακές, όπου ήταν κρατούμενος, δίνοντας οδηγίες στον τελευταίο για την οριστικοποίηση των λεπτομερειών της όλης επιχείρησης και κυρίως για τον τρόπο, τόπο και χρόνο παράδοσης των χρημάτων μετά την επιτυχή έκβαση της. Το ότι στον τελευταίο δεν προέκυψε ότι, σε σχέση με την παραπάνω υπόθεση, ασκήθηκε ποινική δίωξη από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές, για λόγους που εκείνες γνωρίζουν, δεν αναιρεί το ρόλο που διαδραμάτισε στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών, ο οποίος άλλωστε αναδείχθηκε από τα στοιχεία της ίδιας της ισπανικής δικογραφίας, όπως ειδικότερα εκτέθηκε πιο πάνω. γ) ο πλοίαρχος του C... Φ. Π., ο οποίος ήταν\ο ουσιαστικός διαχειριστής της πλοιοκτήτριας εταιρίας και προέβη στις ενέργειες που περιγράφηκαν παραπάνω σε σχέση με την επισκευή, συντήρηση και ελλιμενισμό του πλοίου στην Ελλάδα. Επίσης ο ίδιος ανέθεσε στον Ι. Γ. (ηλεκτρονικό) τη σύνταξη προγράμματος ηλεκτρονικής χαρτογράφησης της δυτικής ακτής της Αφρικής από τη Νιγηρία μέχρι την Ισπανία, πριν τον απόπλου του C... από το ναυπηγείο του Ν., προφανώς για την ευχερέστερη και ασφαλέστερη μεταφορά με αυτό του παράνομου φορτίου κοκαΐνης. Δικαιολογείται έτσι και το, συγκριτικά με τους παρόντες κατηγορουμένους, αυξημένο έμβασμα των 148.298 δολ. ΗΠΑ που έλαβε στις 4/2/99 μέσω της BANCO POPULARE ESPANOL. Επιπλέον αυτός οδήγησε το πλοίο, ρυμουλκούμενο από την Ελλάδα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Ρόδου, φρόντισε για τη ναυτολόγηση του πληρώματος του C... ενόψει της μεταφοράς της κοκαΐνης, βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον V. για το συντονισμό της όλης επιχείρησης και ανέλαβε, ως πλοίαρχος, να οδηγήσει το C... στο σημείο συνάντησης του με το εφοδιαστικό πλοίο B...N..., ώστε να γίνει η μεταφόρτωση της κοκαΐνης. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει οι κατηγορούμενοι, ομόφωνα να κηρυχθούν αθώοι για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, κατοχής και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικής ουσίας κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό συνθήκες που μαρτυρούν ότι είναι άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αντίθετα πρέπει για τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας, απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο) στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής ναρκωτικής ουσίας, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα τέλεσης της πράξης τους αυτής (αρθρ. 8 ν. 1729/1987, 13 περ. στ' και ζ' ΠΚ), και (ομόφωνα) με την αναγνώριση για αμφότερους τους κατηγορουμένους ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί παρακάτω. Η κρίση των πλειοψηφούντων μελών του Δικαστηρίου για το ότι πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος στα πρόσωπα των κατηγορουμένων, η οποία σχηματίστηκε με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή, στηρίζεται, συνοπτικά και σε ακολουθία των όσων προεκτέθηκαν, στα εξής στοιχεία: Ι. Ως προς την παροχή της απλής συνδρομής: Ναι μεν δεν οργάνωσαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι τη σχετική επιχείρηση, δηλαδή δεν μετείχαν στο σχεδιασμό και στο συντονισμό αυτής ούτε μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα την εξέλιξη της, αφού ήταν άλλα τα κέντρα λήψης των κρίσιμων αποφάσεων, όμως αυτοί βοήθησαν οπωσδήποτε στην οργάνωση της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής της κατασχεθείσας ναρκωτικής ουσίας, με την παροχή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, διευκολύνσεων και χρήσιμων υπηρεσιών στους αυτουργούς, κατά την τέλεση της κύριας πράξης. Πιο συγκεκριμένα: α) ο κατηγορούμενος Γ. Π. ανέλαβε έναντι αμοιβής 94.371 δολ. ΗΠΑ (με έμβασμα από άγνωστο αποστολέα), κατά την παραμονή του πλοίου C... στην Ελλάδα (30/1/99 - 6/4/2002) τη γενική επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών επισκευής αυτού, και ιδίως των μηχανών του, τη διεξαγωγή των οποίων ανέθεσε μετά από προσωπική έρευνα στον εξειδικευμένο απόστρατο αξιωματικό του Π.Ν. Δ. Τ., έναντι αμοιβής 9.000.000 δρχ., ενώ ο ίδιος (ο Γ. Π.) ασχολήθηκε μόνο με την ευθυγράμμιση των αξόνων των μηχανών, οι εργασίες της οποίας έγιναν από ειδικό συνεργείο, με βάση τις δικές του οδηγίες. Επίσης φρόντισε για την παράδοση του πιστοποιητικού εθνικότητας του πλοίου στο πρακτορείο ENDEAVOUR; και την εξασφάλιση έκδοσης από αυτό όλων των αναγκαίων εγγράφων και πιστοποιητικών του πλοίου (π.χ. για τον ελλιμενισμό του στα ναυπηγεία, για την αξιοπλοΐα του, για τη ρυμούλκηση του κλπ.), καθώς επίσης και της συλλογής των απαραίτητων στοιχείων για τη ναυτολόγηση των Γ. Π., Χ. Τ. και Φ. Π. σ' αυτό, κατά την εδώ παραμονή του (πλοίου). Επιπλέον ο Γ. Π. χορήγησε, μέσω των εκπροσωπούμενων από τον ίδιο εταιριών που προαναφέρθηκαν, βεβαιώσεις αποδοχών και κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω) στους εν λόγω ναυτικούς και κατά το διάστημα παραμονής του C... στην Ελλάδα, παρόλο που αυτό δεν εκτελούσε πλόες. Επίσης ο ίδιος κατέβαλε μηνιαίο μίσθωμα 100.000 δρχ. στο ναυπηγείο του Ν. επί 1 περίπου έτος, κατά το οποίο το C... παρέμεινε εκεί, παροπλισμένο, αφού είχαν τελειώσει οι επισκευαστικές εργασίες του, και λογικά θα έπρεπε ο ίδιος να μην ασχοληθεί πλέον με την τύχη του. Κατά το ίδιο διάστημα και μέχρι τον απόπλου του πλοίου από το πιο πάνω ναυπηγείο ο Γ. Π. το επισκεπτόταν και είχε την εποπτεία του, παρόλο που δεν αποδείχθηκε ότι ήταν κύριος ή πλοιοκτήτης αυτού και β) ο Γ. Π. αρχικά συμμετείχε, ως πρακτικός μηχανικός στο συνεργείο υπό το Δ. Τ. για τις επισκευές των μηχανών του πλοίου C..., όταν αυτό κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά (30/1/99) προερχόμενο από τις Αζόρες, με μέλη πληρώματος, μεταξύ άλλων, τον ίδιο, το Φ. Π. και το Χ. Τ., λαμβάνοντας ως αμοιβή στις 4/2/99 το έμβασμα των 33.704 δολ. ΗΠΑ από άγνωστο αποστολέα μέσω της ισπανικής τράπεζας. Επίσης στις 12/1/2000 και για 1 έτος, (δηλ. μετά το πέρας των επισκευών του πλοίου) μίσθωσε αποθήκη στο ... αντί μηνιαίου μισθώματος 160.000 δρχ., μέσα στην. οποία βρέθηκαν δύο μηχανές όμοιες με εκείνες του πλοίου C.... Την αποθήκη αυτή επισκεπτόταν τόσο ο ίδιος, όσο και οι Φ. Π. και Γ. Π.. Επιπλέον αυτός κατέβαλε για λογαριασμό του Φ. Π. μηνιαίο μίσθωμα 100.000 δρχ. στο ναυπηγείο του Χ., κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του πλοίου, όπου το επισκεπτόταν και έλεγχε την κατάσταση του (πλοίου). Τέλος, κατά το διάστημα που το C... παρέμεινε παροπλισμένο στο ναυπηγείο του Ν. μέχρι τον απόπλου του (Ιούνιος 2001 - Απρίλιος 2002), το επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά και παράλληλα έκανε τη μηνιαία συντήρηση του. Με τα δεδομένα αυτά η προαναφερθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν φέρει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των "ουδέτερων" ενεργειών στα πλαίσια άσκησης των "επαγγελματικών καθηκόντων" του μεν πρώτου ως ναυπηγού - μηχανολόγου (απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του), του δε δευτέρου ως πρακτικού μηχανικού πλοίων, αλλά εκείνα των υλικών πράξεων του κυρίου εγκλήματος, δηλ. της απλής συνέργειας στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας με τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (του ενδεχόμενου δόλου), για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Και τούτο, διότι όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες των κατηγορουμένων εκφεύγουν των ορίων της άσκησης και μόνο, σε αντικειμενικό επίπεδο, του επαγγέλματος τους και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "ουδέτερες" και ποινικά αδιάφορες. Αντίθετα, με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους συνέδραμαν, με το προκάλυμμα της επαγγελματικής τους ιδιότητας, στην επισκευή, συντήρηση, εποπτεία, παροχή διευκολύνσεων και διατήρηση ως αξιόπλοου του πλοίου C..., καθ' όλο το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα, αλλά και στον ασφαλή απόπλου του από εδώ, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς ναρκωτικών, για να το χρησιμοποιήσουν, όταν έκριναν ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες. Κρίσιμος δε χρόνος τέλεσης της πράξης τους είναι εκείνος, κατά τον οποίο αυτοί παρείχαν τη συνδρομή τους και όχι εκείνος κατά τον οποίο οι οργανωτές της επιχείρησης έλαβαν αυτή (τη συνδρομή) ή κατά τον οποίο οι τελευταίοι τέλεσαν την κύρια πράξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Τέλος, θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους στο παρόν Δικαστήριο δεν ισχυρίστηκαν ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, κατά τη διάρκεια παραμονής του C... στην Ελλάδα, αποκλειστικά στα πλαίσια του επαγγέλματος τους, αλλά ότι είχαν ευρύτερο ρόλο, με την παροχή περαιτέρω διευκολύνσεων, επαφών και δραστηριοτήτων, που δεν άπτονται της επαγγελματικής τους ιδιότητας, σε σχέση με το συγκεκριμένο πλοίο, για το οποίο άλλωστε δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται, να το παρακολουθούν και να το διατηρούν αξιόπλοο και μετά το πέρας των επισκευών του, μέχρι τον απόπλου του από την Ελλάδα.
ΙΙ. Ως προς την ύπαρξη του (διπλού) ενδεχόμενου δόλου: Οι κατηγορούμενοι, αν και γνώριζαν κατά το χρόνο που παρείχαν τη συνδρομή τους στους οργανωτές της επιχείρησης ότι αυτοί ενδέχετο να οργανώσουν παράνομη μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με τη χρησιμοποίηση ως μεταφορικού μέσου του πλοίου C..., επιχείρηση την οποία οργάνωσαν μεταξύ άλλων οι γνωστοί τους Φ. Π. και J. B., αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό και βοήθησαν κατά την τέλεση της παραπάνω πράξης, έναντι αυξημένης αμοιβής, με την παροχή των υπηρεσιών που προαναφέρθηκαν, σχετικά με την επισκευή, συντήρηση, αξιοπλοΐα κλπ. του μεταφορικού μέσου των ναρκωτικών, δηλ. του πλοίου C..., κατά το χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, συνδράμοντας με τον τρόπο αυτό τους οργανωτές της επιχείρησης, ώστε να έχουν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση τους το πιο πάνω πλοίο, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε τελικά το Μάιο του 2003 για τη μεταφορά και την κατοχή της ποσότητας των 3.200 κιλών κοκαΐνης, κάτω από τις συνθήκες που εκτέθηκαν παραπάνω. Η γνώση των κατηγορουμένων ότι οι οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών ενδέχετο να χρησιμοποιήσουν το C... ως μεταφορικό μέσο για την εκτέλεση της επιχείρησης αυτής και η βούληση τους να συμβάλουν με τις ενέργειες τους στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών προκύπτουν κυρίως από τα εξής περιστατικά: α) Ο Γ. Π. γνώριζε από χρόνια τον Ισπανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών J. B. με τον οποίο ήταν συγκατηγορούμενος σε υπόθεση ναρκωτικών στο Βέλγιο το έτος 1991. Ο ίδιος (ο Π.) ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία, πριν από την άφιξη του πλοίου C... στο λιμάνι του Πειραιά, με τον Ισπανό B. R. B., συγχωριανό του B., που επισκέφθηκε την Ελλάδα 3 φορές, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης αυτός γνώριζε από χρόνια το Φ. Π., με τον οποίο διατηρούσε επαφές από τα έτη 1987-1988 και είχε στενότερη συνεργασία από το έτος 1996, ενώ κατά το διάστημα από 24/3/99 μέχρι 25/3/2003 λειτούργησαν μαζί την εταιρία "Malverue Associates Ltd". Τέλος, τόσο ο Γ. Π., όσο και ο Φ. Π., γνωρίζονταν και συνεργάζονταν με το Γ. Π. και το Χ. Τ. (ο οποίος ήταν συγγενής του Γ. Π.). Οι τρεις τελευταίοι μάλιστα συγκαταλέγονταν στο πλήρωμα που έφερε το πλοίο C... από τις Αζόρες στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ ο Φ. Π. συγκαταλεγόταν στο πλήρωμα, κατά τη ρυμούλκηση του C... από το Πέραμα στα διεθνή ύδατα της Ρόδου. Η μακροχρόνια γνωριμία, σχέση και συνεργασία των κατηγορουμένων με τα παραπάνω πρόσωπα, και ιδίως, με το Φ. Π., τον οποίο προφανώς έφερε σε επαφή με τον B. ο Γ. Π., δημιούργησαν μεταξύ τους αμοιβαία εμπιστοσύνη για το ότι δεν θα αποκάλυπταν σε τρίτους τα σχέδια της οργάνωσης, και το ρόλο που ανέλαβαν, εν γνώσει τους και όχι τυχαία, να διαδραματίσουν στην προετοιμασία του πλοίου C... για τη μεταφορά και την κατοχή των ναρκωτικών από τους οργανωτές της επιχείρησης, β) Λίγο μετά την άφιξη του C... στο λιμάνι του Πειραιά και την είσοδο του στο ναυπηγείο των Β. - Κ. (4/2/99) οι κατηγορούμενοι Γ. Π., Γ. Π. καθώς και ο Φ. Π. έλαβαν προκαταβολικά από άγνωστο αποστολέα, μέσω ισπανικής τράπεζας, τα εμβάσματα των 94.371, 33.704 και 148.298 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα. Οι αμοιβές αυτές των κατηγορουμένων, κρίνονται κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας αυξημένες και δεν δικαιολογούνται για την παροχή, και μόνο, συνηθισμένων και καθαρά επαγγελματικών υπηρεσιών, όπως αυτοί θέλουν αρχικά να τις εμφανίσουν, και δη της γενικής επίβλεψης των εργασιών των μηχανών του πλοίου και της ευθυγράμμισης των αξόνων τους (ο Γ. Π.), της συμμετοχής στις επισκευαστικές εργασίες των μηχανών ως μέλος συνεργείου υπό το Δ. Τ. και την παρακολούθηση της λειτουργίας αυτών (ο Γ. Π.), ενόψει μάλιστα και του ότι οι πιο πάνω αμοιβές δόθηκαν προκαταβολικά, πριν ακόμη καθοριστούν από τον "εξειδικευμένο" για την επισκευή των μηχανών Δ. Τ. οι συγκεκριμένες εργασίες που έπρεπε να γίνουν και η διάρκεια τους, ώστε να καταστούν γνωστές οι λεπτομέρειες του έργου και ο χρόνος απασχόλησης των κατηγορουμένων και να μπορεί να δικαιολογηθεί η ληφθείσα αμοιβή τους. Επιπλέον η αδυναμία των κατηγορουμένων να παράσχουν πειστικές εξηγήσεις στο Δικαστήριο για το πώς και γιατί δέχτηκαν να λάβουν τα παραπάνω εμβάσματα, χωρίς να γνωρίζουν τον αποστολέα τους, πριν ακόμη αναλάβουν οποιοδήποτε έργο και για το ποιες οικονομικές εκκρεμότητες κάλυπταν αυτά, ενισχύει την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου ότι γνώριζαν την "ύποπτη" (σχετική με την παράνομη συμβολή τους στην προετοιμασία του πλοίου για τις ανάγκες της οργάνωσης της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών) προέλευση τους και δεν θέλησαν να την αποκαλύψουν, γ) Η συμμετοχή του Γ. Π., ως μηχανικού, και του Φ. Π., ως πλοιάρχου, στο πλήρωμα του πλοίου H... και μετέπειτα C..., κατά την ερευνά του ως υπόπτου για λαθρεμπορία τσιγάρων και ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές της Σενεγάλης, κατά το έτος 1998 (με αρνητικό τελικά αποτέλεσμα), αλλά και η κλήση του από το Φ. Π. στις Αζόρες για να ελέγξει τη λειτουργία των μηχανών του πλοίου και η εν συνεχεία συμμετοχή του στο πλήρωμα αυτού μαζί με τους Φ. Π. και Χ. Τ. που το οδήγησε στην Ελλάδα στις 30/1/99 για τις επίμαχες εργασίες, καταδεικνύουν τη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας του πιο πάνω κατηγορουμένου με τον ένα εκ των μετέπειτα οργανωτών της μεταφοράς και κατοχής της κοκαΐνης με το συγκεκριμένο πλοίο, αλλά και τη γνώση του για τον προορισμό αυτού ως μεταφορικού μέσου, μεταξύ άλλων, και ναρκωτικών, δ) Η εμφάνιση του C... στα ναυτιλιακά του έγγραφα ως "θαλαμηγού", ενώ στην πραγματικότητα έφερε τα χαρακτηριστικά μεταφορικού μέσου παράνομων φορτίων (τσιγάρων και ναρκωτικών), όπως αυτά (χαρακτηριστικά) περιγράφηκαν παραπάνω, η ρυμούλκηση του στα διεθνή ύδατα της Ρόδου παρόλο που θα μπορούσε να πλεύσει αυτοδυνάμως, διότι ήταν σε ισχύ τα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του, η οδήγηση του στην Τουρκία και η μετέπειτα εξαφάνιση των ιχνών του για ένα διάστημα μέχρι την επανεμφάνιση του στις ακτές της Μαυριτανίας και την εμπλοκή του στη μεταφορά των ναρκωτικών, επιβεβαιώνουν τον προορισμό του συγκεκριμένου πλοίου για μεταφορά τέτοιων παράνομων φορτίων, περιστατικό που ήταν σε γνώση των κατηγορουμένων, όταν ανέλαβαν τις εργασίες επίβλεψης, εποπτείας, επισκευής των μηχανών του κλπ. κατά την παραμονή του στην Ελλάδα. ’λλωστε, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, οι οργανωτές της επιχείρησης της μεταφοράς και της κατοχής μιας τόσο μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης, δεν θα εμπιστεύονταν την εν γένει προετοιμασία και εξασφάλιση της αξιοπλοΐας του μεταφορικού τους μέσου σε πρόσωπα που δεν θα ήταν της απόλυτης εμπιστοσύνης τους και που δεν θα γνώριζαν τον προορισμό και τη χρησιμότητα του πλοίου, ώστε να προβούν σε όλες τις αναγκαίες εργασίες και ενέργειες για το σκοπό αυτό. ε) Η αρχική επίσπευση των εργασιών επισκευής του C... (μέσα σε 8 αντί για 12 περίπου μήνες που υπολόγισε αρχικά ο Δ. Τ.), η ανακάλυψη από επισκευαστικό συνεργείο πάνω στο σκάφος του πομπού που είχε τοποθετήσει για την παρακολούθηση του ο Γ. Κ. και η εξαιτίας αυτής αλλαγή των σχεδίων των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών με τον παροπλισμό του και την προσωρινή αδρανοποίηση του λόγω της "στοχοποίησής" του από τις διωκτικές αρχές επί 2 Vi περίπου έτη σε ναυπηγεία του Περάματος και της Ελευσίνας, μετά την ολοκλήρωση των επισκευαστικών εργασιών του, αποτέλεσαν διάφορες φάσεις της παραμονής του πλοίου στην Ελλάδα, κατά τις οποίες και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν αναλάβει τη στενή παρακολούθηση, εποπτεία, συντήρηση και εν γένει διατήρηση του σε αξιοπλοΐα, γνωρίζοντας ότι αυτό θα πρέπει να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών και θέλοντας με τις ενέργειες τους να συνδράμουν σ' αυτό (γιατί αλλιώς θα έπρεπε να πάψουν να ασχολούνται και να ενδιαφέρονται για την τύχη του, αφού οι επισκευές του είχαν τελειώσει), χωρίς να είναι και αναγκαίο να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της κύριας πράξης, και ιδίως πού, πότε, υπό ποιες ειδικές περιστάσεις και από ποιον ή ποιους τελικά θα εκτελούνταν η κύρια πράξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στ) Οι ενέργειες του Γ. Π., να σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του τα στοιχεία του ναυτιλιακού πρακτορείου ENDEAVOUR που ανέλαβε την πρακτόρευση του C..., να γράψει το κινητό τηλέφωνο (δικτύου Ισπανίας) του Φ. Π. πριν από την άφιξη του πλοίου στην Ελλάδα, να αναλάβει την πληρωμή της μισθοδοσίας των Γ. Π., Φ. Π. και Χ. Τ. μέσω των εκπροσωπούμενων από αυτόν εταιριών για ορισμένα διαστήματα, ως πλήρωμα του C..., παρόλο που δεν εκτελούσε τότε πλόες, να συνάψει συμφωνία με το ναυπηγείο Ν. για την παραμονή του πλοίου σ' αυτό μετά την ολοκλήρωση των επισκευών του και να καταβάλει το οφειλόμενο μίσθωμα ο ίδιος, με αποδείξεις που δεν ανέγραφαν τη φερόμενη ως πλοιοκτήτρια εταιρία αλλά την ένδειξη ΙΔΙΩΤΗΣ, επιπλέον δε να αναφέρει στο Ν. ότι δήθεν το πλοίο είχε πουληθεί, να σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του ορισμένα μέλη του πληρώματος του C... μετά τον απόπλου του από την Ελλάδα, προκειμένου να φροντίσει για την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων τους μετά από αίτημα του Φ. Π. (τα οποία τελικά, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν εξέδωσε), καταδεικνύουν τη γνώση και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τις κινήσεις και την κατάσταση του πλοίου και του πληρώματος του, καθώς και την προσπάθεια του να μην αποκαλύψει τον πραγματικό πλοιοκτήτη σε τρίτους. Οι κινήσεις αυτές δεν δικαιολογούνται για έναν ανύποπτο επαγγελματία μηχανολόγο - ναυπηγό που του ζητήθηκε απλώς ν' ασχοληθεί "με την επίβλεψη των επισκευών των μηχανών του πλοίου και την ευθυγράμμιση των αξόνων του", αλλά ταιριάζουν σ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει και θέλει να συμβάλει με τον καλύτερο τρόπο, με αυξημένο μάλιστα οικονομικό αντάλλαγμα, στην παροχή κάθε δυνατής διευκόλυνσης στους οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών, σε σχέση με το συγκεκριμένο πλοίο, ζ) Ορισμένες επίσης από τις ενέργειες του Γ. Π., όπως το να μισθώσει αποθήκη όπου βρέθηκαν μηχανές όμοιες με του C..., να διατηρεί στην οικία του κάποια έγγραφα σχετικά με το πλοίο μετά πάροδο 2 ΧΑ περίπου ετών από τότε που τελείωσαν οι επισκευές του, να μισθοδοτείται όχι από τη φερόμενη ως πλοιοκτήτρια, αλλά από τις εταιρίες του Γ. Π. για ορισμένο διάστημα, ως πλήρωμα του C... και να πληρώνει τα μισθώματα κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου στο ναυπηγείο Χ. μετά το πέρας των επισκευών του, καταδεικνύουν επίσης τη γνώση και τη θέληση του να συνδράμει τους οργανωτές της επιχείρησης, όχι ως ένας απλός "πρακτικός μηχανικός", αλλά ως απλός συνεργός. ζ) Η άρνηση των κατηγορουμένων, αρχικά ενώπιον των προανακριτικών αρχών, ότι είχαν οποιαδήποτε σχέση με το πλοίο C... (βλ. ένορκη κατάθεση Γ. Κ. στο παρόν δικαστήριο), μετά τη σύλληψη του πληρώματος του στην Ισπανία για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο της γνώσης τους για την οργάνωση της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών με το παραπάνω πλοίο και της προσπάθειας τους να κρύψουν τη σχέση τους με αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλ. αν πράγματι η εμπλοκή τους με το C... ήταν μια καθαρά "επαγγελματικά ουδέτερη" σχέση, δεν είχαν λόγο να μην την παραδεχθούν εξαρχής ενώπιον των αρχών, εφόσον βεβαίως μπορούσαν και να την τεκμηριώσουν. Και τούτο, διότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναλάβει να εκτελέσουν αποκλειστικά και μόνον τις εργασίες που επικαλούνται και εκτέθηκαν παραπάνω, με τις ιδιότητες του ναυπηγού - μηχανολόγου και του πρακτικού μηχανικού αντίστοιχα, ούτε το πώς καθορίστηκε το ύψος της αμοιβής τους σε σχέση με τις υπηρεσίες που ισχυρίζονται ότι προσέφεραν, ούτε γιατί αυτή τους δόθηκε (και από ποιον) προκαταβολικά, πριν ακόμη εκτελέσουν τις εργασίες που ανέλαβαν.
III. Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της απλής συνδρομής και της κύριας πράξης: Οι κατηγορούμενοι με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες τους αναφορικά με την επισκευή, συντήρηση, εποπτεία, έλεγχο, εξασφάλιση αξιοπλοΐας, παρακολούθηση και παροχή κάθε είδους διευκολύνσεων του πλοίου C... κατά το χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, το οποίο αποτελούσε μαζί με το πλοίο B...N... τη ναυτιλιακή υποδομή της οργάνωσης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών και χρησιμοποιήθηκε τελικά για το σκοπό αυτό το Μάιο του 2003, συνέβαλαν στην τέλεση της κύριας πράξης, η οποία δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη χρησιμοποίηση του πιο πάνω μεταφορικού μέσου.
IV. Ως προς τη μη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του αρθρ. 8 ν. 1729/1987. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή δεν προέκυψε ότι συνέτρεχαν αυτοτελώς και στο πρόσωπο των κατηγορουμένων - απλών συνεργών (αρθρ. 49§2 ΠΚ) οι επιβαρυντικές περιστάσεις της. κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα τέλεσης της πράξης τους (αρθρ. 13 περ. στ' και ζ' ΠΚ), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί είχαν συμμετοχή και στο παρελθόν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών και ότι για το σκοπό αυτό είχαν διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με σταθερή ροπή στη διάπραξη αντίστοιχων ή και άλλων εγκλημάτων προς πορισμό εισοδήματος υπό συνθήκες έντονης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως έγινε δεκτό και πρωτοδίκως.
V. Ως προς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρθρ. 84 παρ. 2α και ε' ΠK. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Γ. Π. μετά την τέλεση της πράξης του συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα και δεν προέκυψε περαιτέρω εμπλοκή του σε άλλες αξιόποινες πράξεις". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο), στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27παρ.1α, 47, 84 παρ.2ε Π.Κ. 5 παρ.1 περ. ζ' , ιγ ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι η πλειοψηφία της προσβαλλομένης απόφασης αιτιολογεί πλήρως τη στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, αναφέροντας τις υλικές διευκολυντικές πράξεις του κατηγορουμένου, την έναντι αμοιβής τέλεση αυτών, ανάληψη επίβλεψης εποπτείας των εργασιών του πλοίου, έκδοση διαφόρων εγγράφων του πλοίου, χορήγηση αποδοχών και σχετικών βεβαιώσεων σε ναυτικούς του πλοίου και καταβολή μισθωμάτων στα ναυπηγεία παραμονής του, τόσο κατά τη διάρκεια επισκευής του, όσο και για αρκετό διάστημα μετά από αυτήν, αναλύοντας κατά τρόπο σαφή ότι δεν επήλθε διακοπή της συνέργειας και γιατί οι παραπάνω ενέργειες δεν εμπίπτουν στα επαγγελματικά καθήκοντα του αναιρεσείοντα ως ναυπηγού-μηχανολόγου. Β) αιτιολογείται πλήρως ο δόλος και η γνώση του κατηγορουμένου αφού παρατίθεται, η γνωριμία του με τον Ισπανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών B., η τηλεφωνική του επικοινωνία πριν από την άφιξη του πλοίου στην Ελλάδα με τον επίσης Ισπανό B., συγχωριανό του B., η λήψη αυξημένης προκαταβολής από άγνωστο αποστολέα μέσω Ισπανικής Τράπεζας, λίγο μετά την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά, η εμφάνιση του πλοίου, ως θαλαμηγού, στα ναυτιλιακά του έγγραφα ενώ στην πραγματικότητα έφερε τα χαρακτηριστικά μεταφορικού μέσου παράνομων φορτίων, η ανάληψη μισθοδοσίας ναυτικών ως πληρωμάτων του πλοίου, παρόλο που δεν εκτελούσε πλόες και η άρνηση των κατηγορουμένων αρχικά να δεχθούν ενώπιον των προανακριτικών αρχών, οποιαδήποτε σχέση με το πλοίο, μετά τη σύλληψη του πληρώματός του στην Ισπανία, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, γ) αιτιολογείται γιατί παρά τον απόπλου του πλοίου στις 6-4-2002, η κύρια πράξη της μεταφοράς ναρκωτικών έλαβε χώρα στις 8-5-2003, ήτοι μετά έτος περίπου, λόγω της ανακάλυψης πομπού στο άλμπουρο του πλοίου, από άνδρες της δίωξης ναρκωτικών της ΕΛΑΣ, οπότε το πλοίο έπρεπε να παραμείνει εκτός δράσης για κάποιο διάστημα, αφού έγινε αντιληπτό ότι είχε στοχοποιηθεί από τις Αστυνομικές Αρχές. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο 4ος λόγος των πρόσθετων λόγων, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο ή στοιχείο του κατηγορητηρίου, που είναι έγγραφα μη υπαγόμενα σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 364 Κ.Π.Δ., ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (Α.Π. 719/2012, Α.Π. 629/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά προκειμένου να μορφώσει την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αξιόποινη πράξη, της απλής συνέργειας σε οργάνωση, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στο σκεπτικό της και "την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησαν οι αρμόδιες Ισπανικές Αρχές, από τη οποία προέκυψε ότι η ναρκωτική ουσία που βρέθηκε στο C..., ήταν κοκαΐνη, συνολικού βάρους 3.320 κιλών και αξίας 101.769.000 Ευρώ", χωρίς όμως να αναφέρεται αυτή στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου. Από τα ίδια όμως πρακτικά, προκύπτει, ότι έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της υπ' αριθ. 30/2005 απόφασης του 4ου Κεντρικού Πρωτοδικείου της Μαδρίτης ( σε μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά ) υπ' Α/Α 25, σελ. 60 της προσβαλλομένης απόφασης όπου γίνεται σαφής και ειδική μνεία του ανωτέρω εγγράφου με το περιεχόμενό του, στη σελ.8 αυτής. Πέραν των ανωτέρω, το προαναφερόμενο έγγραφο, αναφέρεται στην ποσότητα, το είδος και την αξία της ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στο πλοίο C..., γεγονότα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αμφισβητούνται από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, 1ος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, γιατί λήφθηκε υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο, πραγματογνωμοσύνη των Ισπανικών Αρχών, χωρίς αυτό να περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου περιλαμβάνεται σε άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε.
Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποιά ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση (Α.Π. 186/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων στον 3ο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, αναφέρει ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, έγγραφα τα οποία είχαν συνταχθεί στην Αγγλική ή την Ισπανική γλώσσα, δίχως στην περίπτωση αυτή να βεβαιώνεται ότι αυτός (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενό τους, οπότε στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα όσα αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά είναι τα παρακάτω: Α/Α. 10. Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ναυτιλιακού πρακτορείου END-EAVOYR MARINE AGENTY LTD της 26-2-2001 και 30-6-2001 σελ. 54 των πρακτικών.
12.Αναφορά Diagnostic Ship Center της 2-7-1999 για οπτικό έλεγχο αξονικών συστημάτων του C... (σελ. 54 των πρακτικών).
23. Το από 4-2-99 FAX της BANCO POPULA ESPANOL, 5 εντολές πληρωμής επ' ονόματι Φ.Π. και κατηγορουμένων (σελ. 56 των πρακτικών).
10. Το από 7-7-2003 μήνυμα FAX από B. S. προς την DVDK (σελ 58 των πρακτικών).
13.Η υπ' αριθμ. 86/22-7-1999 προσφορά της ΑΙΜΑ SA προς την RIVERSHAH HOLDINGS Ltd σχετικά με τις δαπάνες ανταλλακτικών στο πλοίο C... (σελ. 58 των πρακτικών).
21. Η από 17-9-2004 δήλωση του E. M. Δντη του Τμήματος Marketing της εταιρίας RODRIQUEZ CANTIERINAVALI SPA (σελ. 59 των πρακτικών).
35. Οι από 9-2-2006, 9-2-2006 και 1-10-2003 βεβαιώσεις των εταιριών αντίστοιχα Stantard Shipping SA, Alpetroil SA, Larizas Hellas SA V.BULKERS (σελ 61 των πρακτικών).
Από τον προσδιορισμό, όμως, των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πράγματι συνταχθεί σε ξένη γλώσσα - και ποιά ακριβώς - και σε κάθε περίπτωση, ότι αυτά αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι ο αναιρεσείων στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτων, διότι δεν κατανοούσε το περιεχόμενό τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος 3ος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο, έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεώς του, ξενόγλωσσα έγγραφα, χωρίς αυτά να συνοδεύονται από νόμιμη ελληνική μετάφραση ή να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των προαναφερθέντων άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, κατά τα άνω απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω αναγνωσθέντα έγγραφα, που φέρονται συνημμένα στην από 21-7-2003 Πορισματική Αναφορά του ΣΔΟΕ Αττικής και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα, στις σελίδες 55, 56, της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής :
1....3. Το με αριθμ. ΕΜΠ. 1515/28-5-2003 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
4. Το με αριθμ. ΕΜΠ. 1934/30-6-2003 έγγραφο της EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
24. Το με αριθ. ΕΜΠ 2211/21-7-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "Π. & Α. Β. ΑΧΕ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
27. Το με αριθμ. ΕΜΠ 1394/19.5.2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
28. Το από 13-5-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "Σ. ΑΧΕ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
29. Το από 12-5-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας IDEX με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Εξάλλου με τον αυτό ως άνω προσδιορισμό, τα εν λόγω έγγραφα, είχαν αναγνωσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών του προκύπτει (βλ. σελ.21,22 υπ' αριθ. 156/2006 απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). ’λλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει, ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ........και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Η ίδια ακυρότητα που ιδρύει τον αυτό ως άνω λόγο αναιρέσεως επέρχεται και όταν ο Εισαγγελέας ζήτησε και έλαβε τον λόγο για να δευτερολογήσει και στην συνέχεια δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, έστω και αν δεν τον ζήτησε, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντα τον λόγο τελευταίος. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως, αλλά την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 993/2011, 795/2011).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η Πρόεδρος αφού κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, στην συνέχεια οι συνήγοροι του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα, Γ. Π., αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο ανάπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου, ο δε εκ των συνηγόρων του κατηγορουμένου, Ν. Ανδρουλάκης, επικουρικά προέβαλε γραπτό αυτοτελή ισχυρισμό (όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει) τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά, (σελ.105-108), με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 47 παρ.1Π.Κ. (απλής συνέργειας) και ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο λόγος δόθηκε, μετά την αγόρευση του ως άνω συνηγόρου του κατηγορουμένου και την υποβολή κατ' αυτήν, του αυτοτελούς ισχυρισμού, στον Εισαγγελέα, για να προτείνει επί αυτού, ο οποίος και πρότεινε την απόρριψή του. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφανθεί επ' αυτού με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του. Όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω συνήγορος, ζήτησε από την Πρόεδρο να λάβει εκ νέου το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα και πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αυτοτελούς ισχυρισμού απόφασης του Δικαστηρίου, με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, και η διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, χωρίς αίτηση, δεν υπήρχε υποχρέωση να δοθεί ο λόγος εκ νέου στο συνήγορο του κατηγορουμένου, μετά την εν λόγω πρόταση του Εισαγγελέα και δεν παρήχθη εκ της παραλείψεως αυτής απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Σε κάθε περίπτωση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, οι κατηγορούμενοι ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο αν είχαν να προσθέσουν οτιδήποτε για την υπεράσπισή τους και απάντησαν αρνητικά. Στο σημείο αυτό επομένως, αν το επιθυμούσε ο παραπάνω συνήγορος του κατηγορουμένου, μπορούσε να λάβει το λόγο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 2ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ του ότι επί του υποβληθέντος από το συνήγορό του, και χαρακτηρισθέντος από αυτόν, αυτοτελούς ισχυρισμού, το δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, παραλείποντας να δώσει το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, στο συνήγορό του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Eτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 20, του Ν. 3904/23-12-2010, και είχε εν προκειμένω εφαρμογή "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "το δικαστήριο, πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δέκα πέντε το πολύ ημέρες ...". Η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης απόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα γιατί, διαφορετικά, προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο προαναφερθείς (από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα) λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει, ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη σοβαρών λόγων υγείας ή λόγων ανωτέρας βίας, η παραδοχή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρεωτικώς την αναβολή της δίκης, αλλά παρέχεται στο δικαστήριο η εναλλακτική ευχέρεια και δυνατότητα της διακοπής της δίκης μέχρι την άρση των σοβαρών λόγων υγείας ή των λόγων ανωτέρας βίας, οι οποίοι δυσχεραίνουν ή παρεμποδίζουν την πρόοδο της δίκης, μετά από στάθμιση του είδους, της φύσης και της διάρκειας τους. Η επιλογή της λύσης της διακοπής της δίκης, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, αντί του αιτήματος αναβολής, δεν σημαίνει την μη αποδοχή των περιστατικών που προβάλλονται ως συνιστώντα τους σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας, που δικαιολογούν την αναβολή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η δυνατότητα της διακοπής της δίκης ή της συνεδρίασης, αντί της αναβολής, προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής σοβαρών λόγων υγείας ή λόγων ανωτέρας βίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τη συνεδρίαση της 21-12-2011, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Τρύφωνας Βασίλαινας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω ασθένειας του κατηγορουμένου, και συγκεκριμένα λόγω νοσηλείας του σε νοσοκομείο της Ρουμανίας με συμπτώματα πνευμονίας. Ανάλογο αίτημα είχε υποβάλει και προηγούμενα και το δικαστήριο διέταξε τότε τη διακοπής της δίκης για το λόγο αυτό. Το δικαστήριο με σχετική παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε στις 21-12-2011, και διέκοψε τη συνεδρίαση για τη δικάσιμο της 23-1-2012, με την παρακάτω αιτιολογία: "Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Γ.Π., - οι οποίοι όμως μπορούν να αντιμετωπισθούν, στο παρόν στάδιο, όχι με αναβολή, αλλά με διακοπή της δίκης σε χρόνο, όπου - κατά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του κατηγορουμένου αναμένεται ότι θα έχει αποκατασταθεί το πρόβλημα υγείας του και θα έχει την ικανότητα να προσέλθει στο δικαστήριο για να δικαστεί για την παρούσα υπόθεση, ενώ παράλληλα θα έχει τη δυνατότητα και ο έτερος συνήγορός του Νικ. Ανδρουλάκης, ο οποίος σήμερα απουσιάζει, έχοντας άλλη επαγγελματική απασχόληση, να παραστεί και να ασκήσει τα υπερασπιστικά του καθήκοντα.
Συνεπώς, πρέπει να διακοπεί η δίκη (αρθ.349 παρ.3 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένου του αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου Τρ. Βασίλαινα για αναβολή της δίκης". Από την παραπάνω αιτιολογία, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, εκτιμώντας ως σοβαρό λόγο υγείας του κατηγορουμένου, το λόγο που επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προέκρινε, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα και με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τη διακοπή της δίκης, προς αντιμετώπιση του σχετικού λόγου υγείας. Τη σχετική κρίση του ότι το κώλυμα υγείας μπορεί να αντιμετωπιστεί με διακοπή της δίκης, το δικαστήριο καίτοι δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει κατά τα εκτεθέντα, αιτιολόγησε πλήρως. Επομένως με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του περί διακοπής της δίκης την κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 149 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αφού δεν μνημονεύονται σε αυτή τα έγγραφα που αναγνώστηκαν για τη στοιχειοθέτηση της ασθένειας του κατηγορουμένου, είναι αλυσιτελής καθόσον η συνδρομή των σοβαρών λόγων υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου έγινε δεκτή από το δικαστήριο το οποίο για το λόγο αυτό προέβη σε διακοπή της δίκης αντί της αναβολής. Επομένως με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του περί διακοπής της δίκης την κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 149 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου σχετικός 1ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Εξάλλου, εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, το ίδιο δε και αν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως, μετά κάθε διακοπή, επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια (Α.Π. 236/2012, Α.Π. 1854/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ρητά στη σελίδα ένα (1) ότι "Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου". Στη συνέχεια, κατά τη συνεδρίαση της 16-2-2012, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται στη σελίδα 109-110 τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και ... μέσω της Προέδρου δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση την απόφασή του ...", Στη συνέχεια, στην ίδια συνεδρίαση της 16-2-2012, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται στη σελίδα 161, στο τέλος της διατύπωσης του διατακτικού, τα ακόλουθα: "Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε δημόσια στο ακροατήριό του". Τέλος στη σελίδα 167 ότι: "Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριό του". Βάσει των περικοπών αυτών των πρακτικών και ιδίως της σελίδας ένα (1) που αφορά τη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς προς εκδίκαση της υπόθεσης, των σελίδων 110 και 161 που αφορούν το σκέλος της απόφασης για την ενοχή του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου και της σελίδας 167 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την κύρια ποινή και τις παρεπόμενες, και όσων εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, καθίσταται σαφές ότι όλες οι συνεδριάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου έγιναν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, οι δε αποφάσεις τούτου (Δικαστηρίου) τόσο για την ενοχή όσο και για την ποινή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, απαγγέλθηκαν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθήσει ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Το γεγονός ότι, κατά τις ενδιάμεσες συνεδριάσεις της 8-11-2011 και 21-12-2011, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι με αριθμό 797α/2011 και 811/2011, αντίστοιχα, παρεμπίπτουσες, περί διακοπής της δίκης αποφάσεις, (σελ. 26 και 31-32 αντίστοιχα) που στα πρακτικά στις σελίδες 27 και 33 αναφέρεται "Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του", δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν εφόσον στα πρακτικά αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια και η απόφαση περί ενοχής απαγγέλθηκε δημόσια συνάγεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια και κατά τις επανειλημμένες ενδιάμεσα διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή επαναλαμβάνεται ότι η δίκη έγινε δημόσια. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠΔ', 3ος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 12-11-2012, υπ' αριθμό 30/2012 αίτηση του Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... και τους από 25-4-2013 Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 797α/ 2011, 811/2011, 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή