Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 221 / 2012    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 221/2012



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



A1' Πολιτικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίγγο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.7.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2004 μη οριστική, 7/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 20/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Μαΐου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 13 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη του.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 20/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε την από 10.6.2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 7/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και αφού εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί ερήμην της, δέχθηκε ακολούθως την εναντίον της από 20.7.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία ασκήθηκε αρχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, όμως με την υπ' αριθ. 193/2004 απόφασή του το Δικαστήριο εκείνο κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας.

2. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρ. 15 της από 15.11.1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 1334/1983 και έτσι εσφαλμένα θεώρησε ότι οι από 10.11.2004 και 20.3.2005 κλήσεις του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα προκειμένου αυτή να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του στο πρωτόδικο Δικαστήριο είχαν νόμιμα επιδοθεί σ' αυτή, μολονότι δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο εκείνο, στο οποίο η αναιρεσείουσα τελικώς δεν παρέστη και δικάσθηκε ερήμην, βεβαίωση για την πραγματική σ' αυτή επίδοση των παραπάνω κλήσεων στον τόπο της τότε κατοικίας της στο Σικάγο των Η.Π.Α., ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση που επέβαλε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, αφού οι ως άνω κλήσεις, οι οποίες κακώς θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, αποτελούν ασφαλώς τέτοια δικόγραφα και συνεπώς δεν αρκούσε η πλασματική προς αυτή επίδοσή τους κατά τα άρθρ. 134 και 136 ΚΠολΔ., στην οποία περιορίσθηκε ο αναιρεσίβλητος. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, δεν ερεύνησε και ούτε όφειλε να ερευνήσει προηγουμένως το κύρος γενικώς της κλήτευσης, που έγινε από τον αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα για να παρασταθεί αυτή κατά την πρωτόδικη συζήτηση της ένδικης αγωγής του, αφού οι όποιες πλημμέλειες της κλήτευσής της, θεμελίωναν ενδεχομένως λόγο για άσκηση απ' αυτή ανακοπής ερημοδικίας και όχι έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην αυτής. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της εφετειακής απόφασης αιτίαση, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

3. Οι διατάξεις του άρθρ. 15 της από 15.11.1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, σύμφωνα με τις οποίες σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις το δικαστήριο, αν δεν παρίσταται στην ορισμένη δικάσιμο ο διάδικος που κατοικεί ή διαμένει στο εξωτερικό, είναι υποχρεωμένο να αναβάλει την έκδοση απόφασης μέχρι να διαπιστωθεί αν το εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σ' αυτόν κατά τους όρους της Σύμβασης εγκαίρως, ώστε να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του, αφορούν δικόγραφα εισαγωγικά μόνον δίκης ή άλλα ισοδύναμα μ' αυτά (ΑΠ 163/2002) και συνεπώς για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης δεν απαιτείται η προβλεπόμενη στο άρθρ. 270§2 ΚΠολΔ κλήτευση του αντιδίκου να γίνει κατά τους όρους της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, όταν αυτός κατοικεί ή διαμένει σε άλλο συμβαλλόμενο στη Σύμβαση αυτή κράτος, αλλά αρκεί η πλασματική επίδοση της κλήσης κατά τα άρθρ. 134 και 136§1 ΚΠολΔ. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και την υπ' αριθ. .../16.6.2005 ένορκη βεβαίωση της Γ. Ζ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Τσαλίκη, που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, μολονότι η αναγκαία για τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης κλήτευση απ' αυτόν της αναιρεσείουσας, που κατοικούσε τότε σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, δεν έγινε κατά τους όρους της από 15.11.1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, αλλά υπήρξε πλασματική μόνον κλήτευσή της μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά το άρθρ. 134 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η κλήτευση αυτή της αναιρεσείουσας ήταν αρκετή για τη λήψη από τον αναιρεσίβλητο της ως άνω ένορκης βεβαίωσης και συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

4. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι - τέως σύζυγοι - στα πλαίσια ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων και προκειμένου να καταργηθούν οι μεταξύ τους ανοιγείσες δίκες για τα αποκτήματα του γάμου τους συνυπέγραψαν το από 30.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν να προβούν στη διανομή της κοινής τους περιουσίας, που απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Συγκεκριμένα ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα α) στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ένα αγροτεμάχιο Γ' κατηγορίας με αριθμό τεμαχίου 361 .., στην κτηματική περιοχή Ν. Ηρακλείτσας του Ν. Καβάλας και β) στη θυγατέρα τους Μ. Π. ... έναν αγρό Β' κατηγορίας με αριθμό τεμαχίου 140 ..., στα Τενάγη Φιλίππων - ΣΑΑΚ Αρκαδικού, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου από ένα οικόπεδο στις Κρηνίδες Καβάλας με αριθμό 1675 του με αριθμό ... οικοδομικού τετραγώνου ..., στο οποίο υπάρχει κτισμένη διώροφη οικοδομή ... Έναντι αυτών η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση με το ίδιο παραπάνω συμφωνητικό να μεταβιβάσει στον ενάγοντα τις ανήκουσες σ' αυτήν 300 μετοχές ή ποσοστό 20%, ονομαστικής αξίας κάθε μετοχής 10.000 δραχμών, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΡΤΕΜΙΣ", με έδρα τον Πρίνο Θάσου, στην οποία εταιρεία ο ενάγων ήταν επίσης μέτοχος με ποσοστό 30% των μετοχών της (ήτοι 450 μετοχές), ενώ το υπόλοιπο 50% ανήκε κατά ποσοστό 30% στον αδελφό του ενάγοντος και κατά ποσοστό 20% στην αδελφή της εναγομένης. Πράγματι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων προέβη στη μεταβίβαση κατά κυριότητα με το υπ' αριθ. .../30.1.1998 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου - Κυράζογλου του πρώτου των παραπάνω ακινήτων στην εναγομένη και με τα υπ' αριθ. ... και .../9.2.1999 συμβόλαια γονικής παροχής της αυτής συμβολαιογράφου (μεταβίβασε τα λοιπά ακίνητα) στη θυγατέρα τους Μ. Π.... Συγχρόνως, κατά την ημέρα υπογραφής των παραπάνω συμβολαίων γονικής παροχής και λόγω του ότι η οριστική μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης προς τον ενάγοντα καθυστερούσε εξαιτίας λογιστικής εκκρεμότητας, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το με αριθμό .../9.2.1999 πληρεξούσιο έγγραφο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η εναγομένη παρέσχε προς τον ενάγοντα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως αντ' αυτής να πωλεί για λογαριασμό της, να μεταβιβάζει, να παραχωρεί και να παραδίδει προς οιονδήποτε ή και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση, με οποιοδήποτε τίμημα και οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, τις 300 μετοχές της κυριότητάς της, της παραπάνω ξενοδοχειακής επιχείρησης. Είναι φανερό ότι με τα όσα αναφέρονται στο από 30.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι διάδικοι ... θέλησαν να ρυθμίσουν οριστικά τις μεταξύ τους οικονομικές διαφορές με σκοπό να λάβουν η μεν εναγομένη και η θυγατέρα τους ... τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που προαναφέρθηκαν ..., ο δε ενάγων να λάβει το σύνολο των μετοχών που ανήκαν στην εναγομένη και ανέρχονταν σε ποσοστό 20%, ώστε μαζί με τις δικές του μετοχές, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 30%, να καταστεί μέτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω ξενοδοχειακής επιχείρησης και έτσι ο μεν ενάγων να αποξενωθεί από τα παραπάνω ακίνητα, η δε εναγομένη από την εταιρεία. Η τελευταία, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι στο παραπάνω συμφωνητικό, αλλά και στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, αναγράφηκε από άγνοια των συμβαλλόμενων διαδίκων, αλλά και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους που συνέπραξαν στη σύνταξή του, ότι αυτή (εναγομένη) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει τις ανήκουσες σ' αυτή 300 μετοχές, ενώ στην πραγματικότητα, κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμφωνητικού, είχαν προηγηθεί δυο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, οπότε οι μετοχές της είχαν ανέλθει σε 1140, αρνήθηκε σε πρόσκληση του ενάγοντος, να προβεί στη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών που της ανήκαν, ισχυριζόμενη ότι η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη μεταβίβαση μόνο 300 μετοχών. Από τα αποδεικτικά στοιχεία ... προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούληση των διαδίκων κατά την κατάρτιση του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν να διανείμουν εξ ολοκλήρου τα κοινά περιουσιακά τους στοιχεία ... Συγκεκριμένα το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση αυτή από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Γ. Τ., λογιστή της ανώνυμης εταιρεία, που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο οποίος με κατηγορηματικό τρόπο και έχοντας γνώση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων κατέθεσε ότι οι διάδικοι προέβησαν στη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού με σκοπό η μεν εναγομένη να μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της, ο δε ενάγων τα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία, ενώ επίσης κατέθεσε ότι και οι δυο πλευρές κατά το χρόνο σύνταξης αυτού δεν γνώριζαν ότι ο αριθμός των μετοχών της εναγομένης, μετά από δυο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, είχε ανέλθει σε 1140, αλλά είχαν υπόψη τους μόνον τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο σύστασης της ανώνυμης εταιρείας, βάσει του οποίου πράγματι η εναγομένη είχε στην κυριότητά της 300 ονομαστικές μετοχές. Το γεγονός άλλωστε ότι στο επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό δίπλα από τον αριθμό 300 των μετοχών, που φέρεται να αναλαμβάνει την υποχρέωση η εναγομένη να μεταβιβάσει στον ενάγοντα, αναγράφεται εντός παρενθέσεως "ή ποσοστό 20%", καταδεικνύει ότι αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων ..., καθώς σε αντίθετη περίπτωση και εν όψει της αύξησης του αριθμού των μετοχών της κατά το κρίσιμο διάστημα σε 1140, οι 300 μετοχές δεν αντιστοιχούσαν στο 20%, αλλά σε μικρότερο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα όσα κατέθεσε και η συμβολαιογράφος Γεωργία Ζαχαριάδη και περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. .../16.6.2005 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ελένης Τσαλίκη ... Συγκεκριμένα η ανωτέρω συμβολαιογράφος κατέθεσε ότι η σύνταξη του ανωτέρω συμφωνητικού έγινε εντός του γραφείου της με τη μεσολάβηση των πληρεξούσιων δικηγόρων των διαδίκων ... και ότι η βούλησή τους ήταν η εναγομένη να μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της και όχι μόνο 300 μετοχές που αναγράφηκαν στο συμφωνητικό, ο δε αριθμός αυτός αναγράφηκε διότι όλοι οι παριστάμενοι ... πίστευαν ότι αυτός ήταν ο συνολικός αριθμός των μετοχών που αντιστοιχούσε στο 20% του μετοχικού κεφαλαίου, μη ενθυμούμενοι ότι είχαν εντωμεταξύ λάβει χώρα δυο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου και οι μετοχές της εναγομένης είχαν έτσι ανέλθει σε 1140. Με την παραπάνω ένορκη βεβαίωση συμπορεύεται και η κατάθεση του δικηγόρου Κ. Σ., η οποία περιλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 193/2004 πρακτικά του ΜονΠρΚαβάλας, στο οποίο συζητήθηκε αρχικά η ένδικη αγωγή και ακολούθως παραπέμφθηκε λόγω αρμοδιότητας καθ' ύλην στο Δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση... Ο τελευταίος ήταν ο δικηγόρος της εναγομένης και ο συντάκτης του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, ο οποίος κατηγορηματικά κατέθεσε ότι η βούληση των διαδίκων ήταν να μεταβιβασθεί στον ενάγοντα το σύνολο των μετοχών που κατείχε η εναγομένη κατά το χρόνο εκείνο και ανέρχονταν σε 1140 και όχι μόνο οι 300 μετοχές, που από άγνοια τόσο του ίδιου όσο και των συμβαλλομένων αναφέρθηκαν στο ως άνω συμφωνητικό. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η αξία των μεταβιβασθέντων από τον ενάγοντα στην εναγομένη και στη θυγατέρα τους ακινήτων ήταν περίπου η ίδια με την αξία του συνόλου των μετοχών της στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, όπως αυτό έγινε δεκτό με τη με αριθμό 869/1995 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ΜονΠρΚαβάλας, το οποίο πιθανολόγησε ότι η αξία των ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 32.500.000 δραχμών, ενώ η αξία των μετοχών της στο ποσό των 30.000.000 δραχμών... και συνεπώς δεν στηρίζεται σε λογικά επιχειρήματα η άποψη της εναγομένης ότι η βούλησή της ήταν να μεταβιβάσει ένα μέρος από τις μετοχές της και να κρατήσει τις υπόλοιπες προκειμένου να τις μεταβιβάσει μελλοντικά στα δυο τέκνα της, επειδή η αξία των ακινήτων που της μεταβιβάσθηκαν υπολειπόταν κατά πολύ της αξίας του συνόλου των μετοχών της, που κατά το κρίσιμο διάστημα υπερέβαινε τα 100.000.000 δραχμές. Άλλωστε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλεται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Ε. Π., που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, αφού αυτή δεν έχει δική της αντίληψη για το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων και όσα κατέθεσε τα γνωρίζει από πληροφορίες της εναγομένης, ούτε και συνάγεται κάτι αντίθετο από τις καταθέσεις που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε η εναγομένη, στις οποίες περιλαμβάνονται καταθέσεις μαρτύρων που συμπορεύονται με τους ισχυρισμούς της ιδίας, χωρίς όμως να έχουν οι μάρτυρες αυτοί ιδία αντίληψη των πράγματι συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων ..., αλλά πηγή γνώσεων των όσων κατέθεσαν είναι η εναγομένη και ασφαλώς η μαρτυρία τους υπολείπεται σε αξιοπιστία των όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες του ενάγοντος, οι οποίοι γνώριζαν από δική τους αντίληψη την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην της, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε "ότι με το από 30.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, καθώς και με το με αριθμό .../9.2.1999 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου-Κυράζογλου η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το σύνολο των μετοχών της κυριότητάς της, οι οποίες ανέρχονται σε 1140 και αντιπροσωπεύουν ποσοστό 20% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΡΤΕΜΙΣ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του και συνεπώς ο αντίθετος από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.5.2009 αίτηση της Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 20/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή