Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1902 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)



Αριθμός 1902/2008



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Ζ' Ποινικό Τμήμα- Σε συμβούλιο



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου του 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1) X1 , 2) X2 και 3) X3 περί αναιρέσεως του 45/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενους τους 1)X4 2) X5 3) X6 4) X7 , 5) X8 και 6) X9 . Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Λαϊκή Τράπεζα", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Ρόδου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαΐου 2006, 15 Μαΐου 2006 και 9 Μαΐου 2006 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/06. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 537/1.12.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το υπ'αριθμ. 45/2006 βούλευμά του -με υιοθέτηση (αποδοχή) καθ' ολοκληρίαν της πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών και αναφορά των "καταθέσεων των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που συγκεντρώθησαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων" (βλ. 47 σελίδα αυτού)- απέρριψε ως αβάσιμες τις υπ'αριθμ. 24, 22, 26, 25/2005 εφέσεις των α)X1, β) X4, γ) X5 και δ) X3 αντίστοιχα- κατά του υπ'αριθμ. 135/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως:
Α) Ο X4για απάτη από κοινού (με τον X6.800 ευρώ)- 45, 386 παρ. 1-3 εδ. β ΠΚ-.
Β) Η X1 για αα) άμεση συνδρομή στην άνω απάτη ββ) απιστία- 386 παρ. 1,3 εδ. β, 46 παρ. 1 εδ. β, 390 ΠΚ-.
Γ) Ο X3 για απάτη από κοινού (με X6 και X2) κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια- 386 παρ. 1, 3 εδ. α, 45 ΠΚ (- η οποία όμως περιορίστηκε με το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών μόνο σε βάρος του Χ10) με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ (και ήδη 33.300 ευρώ).
Δ) Ο X5 για άμεση συνδρομή σε απάτη (που τέλεσαν οι X4 και X6)- 46 παρ. 1 εδ. β, 386 παρ. 1-3 εδ. β ΠΚ-. Συγχρόνως το αυτό συμβούλιο με το ρηθέν βούλευμά του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του X3 για απάτη σε βάρος των X9 και Χ11 και αναδιατύπωσε συνολικά την κατηγορία για όλους (Εκτός δηλ. των άνω εκκαλούντων) ως εξής:
"
Παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου τους κατηγορουμένους 1] X1, 2) X4, 3) X5, 4)X3, 5) X6, 6) X2, 7) X7, 8) X8 και 9) X9 για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι:
1) Ο κατηγορούμενος X6 και ήδη άγνωστης διαμονής στη Ρόδο κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους τέλεσε με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα με περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Α) Από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του X4 με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και συγκεκριμένα: Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με σκοπό να αποκομίσει αυτός και ο συγκατηγορουμενός του X4 παράνομο περιουσιακό όφελος, με την ιδιότητα του ως διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, επί της οδού Εθνάρχου Μακαρίου 17, παρέστησε ψευδώς στους ταμίες της ως άνω τράπεζας ότι οι με αριθμό .... και ...... τραπεζικές επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας....... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARIBBEAN BANK - ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και ποσού 300.000 δολαρίων ήτοι 273.972,60 και 275.735,28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), οι οποίες προσκομίσθηκαν από τον παραπάνω συγκατηγορούμενο του με την ιδιότητα του νομίμου κομιστή αυτών και τις οποίες εξόφλησε, ήταν πράγματι επιταγές οι οποίες προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ γνώριζε ότι η παραπάνω τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας του τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές. Δηλαδή προκειμένου να πείσει τους ταμίες της τράπεζας ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν νόμιμες και επομένως πληρωτέες στον δικαιούχο τους, έστειλε φαξ στην φερομένη ως εκδότρια τράπεζα με το οποίο ζητούσε να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα των υπογραφών που έφεραν οι επιταγές λαμβάνοντας ως απάντηση, επίσης με φαξ τη δήθεν βεβαίωση της γνησιότητας τους από το οποίο (FΑΧ) όμως είχε επιμελώς αποκρυφτεί ο αριθμός αποστολής του και δεν έφερε υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου που να προβαίνει στην ως-άνω επιβεβαίωση. Με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να πίστωσαν το με αριθμό ........ κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο ως άνω συγκατηγορούμενός του με τα παραπάνω ποσά των επιταγών, πράγμα το οποίο δε θα συνέβαινε αν γνώριζαν την αλήθεια και να του καταβάλουν στη συνέχεια τμηματικά κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες τα κάτωθι ποσά, τα οποία αναλήφθηκαν κατόπιν δικών του καθώς και της συγκατηγορούμενης του Χ1 εγκρίσεων και υπογραφών σία παρακάτω παραστατικά αναλήψεως : α) την 2-9-2003 το ποσό των 155.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, β) την 3- 9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως ,ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ στο με αριθμό .... έντυπο αναλήψεως, στ)την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το με αριθμό ... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το με αριθμό ...... έντυπο αναλήψεως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό που αναλήφθηκε από το συγκατηγορούμενό του με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας, αφού η τελευταία δεν κατέστη δυνατό να το εισπράξει το παραπάνω ποσό από τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα των επιταγών αυτών. Β. i) Εντός του έτους 2002 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκε να αποκομίσει υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπραττε δε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε ψευδώς, με τη συνέργεια των συγκατηγορουμένων του χ7 και χ8, στους επιχειρηματίες χ9 και Χ11 ότι είχε τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά:
α) Ο Χ9 του κατέβαλε: την 14-6-2002 το ποσό των 20.000 ευρώ, την 17-6-2002 το ποσό των 32.000 ευρώ, ενώ την 8-4-2002 κατέβαλε τέσσερις επιταγές αξίας 3000 ευρώ η καθεμιά και συνολικής αξίας 12.000 ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του Γ1.
β) Ο Χ11 του κατέβαλε περί τα μέσα του έτους 2002 το ποσό των 19.000 ευρώ, ήτοι 3000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 ευρώ της τράπεζας Δωδεκανήσου, σε διαταγή του και εκδόσεως Β1.
Έτσι αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτόν για λογαριασμό του από τους προαναφερόμενους επιχειρηματίες, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας τους, αφού αυτοί δεν μπόρεσαν τελικά να διαγραφούν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένοι λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτούς. Την δε ανωτέρω πράξη διέπραττε κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Β. ιι) Εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, με τη συνεργεία των σνγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ8, στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοίχε ίων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ...... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό...... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα NOVA BANK δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως.
Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.
Γ) Εντός του έτους 2002 από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση, δέχτηκε στην κατοχή του ή καθίστατο οπωσδήποτε δικαιούχος σημαντικών χρηματικών ποσών που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα και ειδικά από το έγκλημα της απάτης. Συγκεκριμένα αφού άνοιγε πλαφόν για λογαριασμό επιχειρηματιών στη Λαϊκή Τράπεζα κατέθετε εν γνώσει του σε αυτούς και εν αγνοία των δικαιούχων αυτών ακάλυπτες επιταγές που προέρχονταν από άλλους επιχειρηματίες και οι οποίες ήταν προϊόν απάτης τους και εν συνεχεία λάμβανε το αντίτιμο των επιταγών αυτών αντί για τους πραγματικούς δικαιούχους. Ειδικότερα αφού άνοιξε πλαφόν στις 9-9-2002 στη Λαϊκή Τράπεζα για λογαριασμό του Χ10 κατέθεσε σε αυτό επιταγή που είχε λάβει από τον Χ11 και η οποία ήταν προϊόν εξαπάτησής του από αυτόν, προκειμένου να λάβει αυτός το αντίτιμό της. Επίσης στο πλαφόν που είχε ανοίξει για λογαριασμό του Χ10 κατέθετε άγνωστο αριθμό επιταγών τρίτων προσώπων, τις ποίες πρώτα οπισθογραφούσε ο προαναφερθείς δικαιούχος του πλαφόν καθ' υπόδειξή του, εξαργυρώνοντας εν συνεχεία αυτός το ποσό τους και όχι ο δικαιούχος του πλαφόν. Επίσης αφού έλαβε την υπ' αριθμόν ..... επιταγή της τράπεζας Δωδεκανήσου από τον Χ10, αξίας 15.000 ευρύ, δεν την κατέθεσε στο λογαριασμό του, αλλά στο πλαφόν του Δ1.
Δ) Από κοινού με τον Χ9 κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχε ι έννομες συνέπειες και εν συνεχεία χρησιμοποίησαν το παραπάνω έγγραφο.
Ειδικότερα εντός του έτους 2002 κατάρτισαν πλαστό πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου, με αριθμό σύνταξης πράξης ......., με το οποίο φερόταν ως αγοραστής της νεοαναγειρόμενης οικοδομής επί της οδού ...... ο Ζ1 και εν συνεχεία έθεσαν την υπογραφή αυτού, και του φερόμενου συντάκτη συμβολαιογράφου Κων/νου Τζεδάκη άνευ της ρητής συναίνεσης αυτών καθώς και τη σφραγίδα του τελευταίου, σκοπεύοντας έτσι να παραπλανήσουν την Λαϊκή Τράπεζα σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή οι προαναφερόμενες δηλώσεις βουλήσεως αγοράς και πώλησης του εν λόγω ακινήτου προέρχονταν πράγματι από τα παραπάνω συμβαλλόμενα μέρη και ειδικότερα ότι ο Ζ1 αποκτούσε την κυριότητα της προαναφερόμενης οικοδομής, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο Χ9 από τη Λαϊκή Τράπεζα, καθώς ο τελευταίος ως εργολάβος είχε ανάγκη χρημάτων για να αποπερατώσει την οικοδόμηση διαμερισμάτων και να ανταποκριθεί έτσι σε συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Στη συνέχεια δε έκαναν χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου αφού το εμφάνισε στην προαναφερθείσα τράπεζα όπου και το κατέθεσαν στο φάκελο που διατηρούσε σε αυτήν. Ε) Με γνώση του ζημίωσε περιουσία άλλου της οποίας βάσει δικαιοπραξίας είχε την διαχείριση και ειδικότερα με, πρόθεση ζημίωσε την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας της οποίας ως διευθυντής του υποκαταστήματος της στη Ρόδο είχε τη διαχείριση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της, θέτοντας την υπογραφή του στα κάτωθι εντάλματα πληρωμής των με αριθμό ..... και ..... τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολαρίων ήτοι 548.800 ευρώ και ειδικότερα: α) την 2-9-2003 στο υπ4 αριθμόν ....., β) την 3-9-2003 στο υπ' αριθμόν ..... γ) την 4-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., δ) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., ε) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., στ) την 8-9-2003 στο υπ' αριθμόν ......., ζ) την 19-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....... Οι παραπάνω επιταγές, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARIBBEAN BANK-ECB, που εδρεύει στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και συνολικού ποσού 548.800 ευρώ, που προσκομίσθηκαν από τον έτερο συγκατηγορούμενό του Χ4, πληρώθηκαν από τους ταμίες της εργοδότριας του Λαϊκής Τράπεζας κατόπιν και δικής του εγκρίσεως και εντολής, αν και γνώριζαν ότι η παραπάνω εκδότρια των ως άνω επιταγών τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτεί ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας του Λαϊκής Τράπεζας να μην πραγματοποιείταί καμιά συναλλαγή με τέτοιου είδους οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που λαμβάνουν χώρα ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η νήσος Ναούρου της Καραϊβικής.
2) Ο κατηγορούμενος Χ7 και ήδη άγνωστης διαμονής στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα:
A.i) Στη Ρόδο εντός του έτους 2002, με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ6, κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11 με προξενηθείσα ζημία τους και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο παρείχε άμεση συνδρομή στον προαναφερόμενο συγκατηγορούμενό του να εξαπατήσει τον Χ9 και τον Χ11 διαμεσολαβώντας ώστε να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με αυτούς στους οποίους παρέστησε ψευδώς ότι έχει τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω. ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά: α) Ο χ9 κατέβαλε στις 14.06.2002 το ποσό των 20.000 Ευρώ, στις 17.06.2002 το ποσό των 32.000 Ευρώ, ενώ την 08.04.2002 παρέδωσε τέσσερις επιταγές αξίας 3.000 Ευρώ η καθεμία και συνολικής αξίας 12.000 Ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του Γ1 και β ) Ο Χ11 περί τα μέσα του έτους 2002 κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 19.000 Ευρώ, εκ των οποίων ποσό 3.000 Ευρώ σε μετρητά και τα υπόλοιπα 16.000 Ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 Ευρώ, της Τράπεζας Δωδεκανήσου, εις διαταγή του και εκδόσεως Β1. Με την προεκτεθείσα ενέργειά του, παρείχε στον συγκατηγορούμενό του Χ6 επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνο σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν της κύριας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη εκ μέρους του η πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9, και Χ11, με προξενηθείσα ζημία των τελευταίων και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του Χ6 άνω των 15,000 Ευρώ, που αυτός διέπραξε στη ....., κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις που αυτή ( άδικη πράξη ) τελέστηκε.
Α. ιι) Στη .... εντός του έτους 2002, με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που από κοινού αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10 με προξενηθείσα ζημία τους και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο παρείχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενούς του να εξαπατήσουν τον Χ10, διαμεσολαβώντας ώστε αυτός να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με τους ως άνω συγκατηγορούμενούς του, οι οποίοι του παρέστησαν ψευδώς ότι έχουν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ...... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους σι η τράπεζα NOVA BANK δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως. Με την προεκτεθείσα ενέργειά του, παρείχε στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνους σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς της κυρίας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη εκ μέρους τους η πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10, με προξενηθείσα ζημία των τελευταίων και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των Χ6, Χ3 και Χ2, άνω των 15.000 Ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στη ......., κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις που αυτή (άδικη πράξη) τελέστηκε.
B. Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος στους παρακάτω τόπους και χρόνους κατήρτισε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Συγκεκριμένα στη ...... εντός του έτους 2000, κατήρτισε το με αριθμό ...... Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας "........ ΟΕ" της οποίας ήταν διαχειριστής, φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολής τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1, καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής, αξίας 76.500.000 δρχ., με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας της οποίας ήταν διαχειριστής και του Δ2, και εν συνεχεία έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων συνυποβάλλοντας τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της άνω Τράπεζας προς έγκριση χρηματοδότησης σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του το ποσό της χρηματοδότησης, ήτοι περιουσιακό όφελος προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία θα εμφανιζόταν ως λαμβάνουσα την παραπάνω χρηματοδότηση. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο κατήρτισε το με αριθμό ..... Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας "....... ΟΕ" της οποίας ήταν διαχειριστής φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολική -τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1 καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής αξίας 15.550,000 δρχ., με σκοπό να παραπλανήσει, με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας της οποίας ήταν διαχειριστής και του Δ2, και εν συνεχεία έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων συνυποβάλλοντας τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της άνω Τράπεζας προς έγκριση χρηματοδότησης σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του το ποσό της χρηματοδότησης, ήτοι περιουσιακό όφελος προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία θα εμφανιζόταν ως λαμβάνουσα την παραπάνω χρηματοδότηση. Το δε συνολικό όφελος που πέτυχε και αντίστοιχα η ζημία που προξενήθηκε στην εν λόγω ΟΕ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν παραπάνω στην υπό στοιχ. Β. πράξη του, ανέρχεται στο ποσό των 92.050.000 δραχμών.
3) Ο Χ4 κατά τους αναφερόμενους χρόνους τέλεσε έγκλημα, που τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ6 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επιδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και συγκεκριμένα : Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με σκοπό να αποκομίσουν αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Χ6 παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού προσήλθε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, επί της οδού Εθνάρχου Μακαρίου 17, παρέστησε ψευδώς από κοινού με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, ο οποίος ήταν διευθυντής του ως άνω υποκαταστήματος, στους ταμίες της ως άνω τράπεζας ότι οι υπ' αριθμόν ..... και ..... τραπεζικές επιταγές, εις διαταγή της εταιρίας ...... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARIBBEAN BANK - ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και ποσού 300.000 δολαρίων ήτοι 273.972,60 και 275.7 35,28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), τις οποίες εμφάνισε προς πληρωμή στην ως άνω τράπεζα, ήταν πράγματι επιταγές οι οποίες προέρχονταν από φερέγγυα, αξιόπιστη και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ γνώριζε ότι η παραπάνω τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό Ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να πληρωθούν αυτές. Με αυτό τον τρόπο έπεισαν τους ταμίες να πιστώσουν το υπ' αριθμόν ....... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τα παραπάνω ποσά των επιταγών, πράγμα το οποίο δε θα συνέβαινε αν γνώριζαν την αλήθεια και να του καταβάλουν στη συνέχεια τμηματικά κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες τα κάτωθι ποσά, τα οποία αναλήφθηκαν από αυτόν κατόπιν εγκρίσεως και υπογραφής των συγκατηγορουμένων του Χ6 και Χ1-προϊσταμένης καταθέσεων της τράπεζας- στα παρακάτω παραστατικά αναλήψεως : α) την 2-9-2003 το ποσό των 155.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .......έντυπο αναλήψεως, Β) την 3-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ στο υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, στ)την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό που αναλήφθηκε από αυτόν με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας, αφού η τελευταία δεν κατέστη δυνατό να το εισπράξει από τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα των επιταγών αυτών.
4) Η Χ1 με μία πράξη τέλεσε με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα :
Α) Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους της Χ4 και Χ6 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Δηλαδή με την ιδιότητα της ως διευθύντριας του τμήματος καταθέσεων στο υποκατάστημα της προαναφερόμενης τράπεζας παρέσχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους της να εξαπατήσουν την τράπεζα, αφού έθεσε την υπογραφή της, η οποία ήταν απαραίτητη, στα κάτωθι έντυπα πληρωμών, συνδράμοντας έτσι στην παραπλάνηση των ταμιών της τράπεζας, ώστε να εξοφλήσουν τμηματικά και στα παρακάτω χρονικά διαστήματα τις υπ' αριθμόν ......και .... τραπεζικές επιταγές, οι οποίες ήταν εις διαταγή της εταιρίας ....... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN BANK-ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και ποσού 300.000 δολαρίων εκάστη, ήτοι 273.972,60 και 275.735,28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ) και προσκομίσθηκαν από τον νόμιμο κομιστή αυτών, έτερο συγκατηγορούμενο της Χ4. Συγκεκριμένα έθεσε την υπογραφή της στα κατωτέρω έντυπα αναλήψεως με τα οποία αναλήφθηκαν τα εξής ποσά: α) την 2-9-2003 αναλήφθηκε το ποσό των 155.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, β) την 3-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ στο υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, στ)την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως. Η εξόφληση των παραπάνω επιταγών ήταν προϊόν εξαπάτησης της Λαϊκής Τράπεζας αφού οι συγκατηγορούμενοί της παρέστησαν ψευδώς στους ταμίες της, με τη δική της συνέργεια, ότι οι παραπάνω επιταγές προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ όλοι τους γνώριζαν ότι η τράπεζα εκδόσεως τους δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας της τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες, τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η προαναφερόμενη. Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια της, παρέσχε στους συγκατηγορουμένους της Χ4 και Χ6, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνους σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς της κύριας πράξης, χωρίς την οποία (συνδρομή) θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους του πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία της και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών άνω των 73.000 ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στην Ρόδο.
Β) Με γνώση της ζημίωσε περιουσία άλλου της οποίας βάσει δικαιοπραξίας είχε την διαχείριση και ειδικότερα με πρόθεση ζημίωσε την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας της οποίας ως προϊσταμένη καταθέσεων είχε τη διαχείριση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της, υπογράφοντας, ως πιστοποιούσα υπάλληλος στα κάτωθι έντυπα ανάληψης των υπ' αριθμόν ...... και ....... τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολαρίων ήτοι 548.800 ευρώ και ειδικότερα :α) την 2-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., β) την 3-9-2003 στο υπ' αριθμόν ...., γ) την 4-9-2003 στο υπ' αριθμόν ...., δ) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., ε) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ...., στ) την 8-9-2003 στο υπ' αριθμόν ......, ζ) την 19-9-2003 στο υπ' αριθμόν .... Οι παραπάνω επιταγές, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN BANK-ECB, που εδρεύει στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και συνολικού ποσού 54 8.800 ευρώ, που προσκομίσθηκαν από τον έτερο συγκατηγορούμενο της Χ4, πληρώθηκαν από τους ταμίες της εργοδότριάς της· Λαϊκής Τράπεζας κατόπιν και δικής της εγκρίσεως και εντολής, (εκτός από αυτής του Χ6) αν και γνώριζε ότι η εκδότρια των ως άνω επιταγών τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό Ίδρυμα με την έννοια που απαιτεί ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας της Λαϊκής τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με τέτοιου είδους οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η νήσος Ναούρου της Καραϊβικής.
5) Ο Χ3 εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Χ6 και Χ2 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ' επάγγελμα (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση του και από την υποδομή που είχατε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος} και κατά συνήθεια (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση αυτού πρόκυπτει σταθερή ροπή σας για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοίχείο της προσωπικότητας τους). Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, με τη συνεργεία των συγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ8 στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ioύνιo του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ......επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα NOVA BANK δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως.
Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα ,δυσμενών στοιχείων, του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία, ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή 6) Ο Χ2 εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Χ6 και Χ3 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ' επάγγελμα (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση του και από την υποδομή που είχατε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος) και κατά συνήθεια (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή σας για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους). Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, με τη συνεργεία των συγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ8 στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό .... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15-000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα NOVA BANK δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως.
'Ετσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακαλύπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη.
7) Ο Χ9 δ ως υπαίτιος του ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα:
Α. Από κοινού με τον Χ6 κατάρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και εν συνεχεία χρησιμοποίησαν το παραπάνω έγγραφο. Ειδικότερα εντός του έτους 2002 κατάρτισαν πλαστό πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου, με αριθμό σύνταξης πράξης ...., με το οποίο φερόταν ως αγοραστής ενός διαμερίσματος σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή επί της οδού ...... ο Ζ1 και ως πωλήτρια-εργολάβος η Γ1, και εν συνεχεία έθεσαν την υπογραφή αυτού και την υπογραφή του φερόμενου ότι συνέταξε συμβολαιογράφου Κωνσταντίνου Τζεδάκη άνευ της ρητής συναίνεσης αυτών καθώς και τη σφραγίδα του τελευταίου, σκοπεύοντας έτσι να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της Λαϊκής Τράπεζας σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή οι προαναφερόμενες δηλώσεις βουλήσεως αγοράς και πώλησης του εν λόγω ακινήτου προέρχονταν πράγματι από τα παραπάνω συμβαλλόμενα μέρη και ειδικότερα ότι ο Ζ1 αποκτούσε την κυριότητα της προαναφερόμενης οικοδομής, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο Χ9 από τη Λαϊκή Τράπεζα, καθώς ο τελευταίος ως εργολάβος είχε ανάγκη χρημάτων για να αποπερατώσει την οικοδόμηση διαμερισμάτων και να ανταποκριθεί έτσι σε συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Στη συνέχεια δε έκαναν χρήση αυτού του πλαστού εγγράφου αφού το εμφάνισαν στην προαναφερθείσα τράπεζα όπου και το κατάθεσαν στο φάκελο που διατηρούσε σε αυτήν. Β. Στη .... εντός του έτους 2002 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας τον Ζ1 σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων. Ειδικότερα με σκοπό να δανειοδοτηθεί παράνομα από την Λαϊκή Τράπεζα, έπεισε τον Ζ1να υπόγραψει το με αριθμό ...... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη, διαβεβαιώνοντας τον ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν σε τρίτον, ο οποίος είχε ήδη ανευρεθεί, αποκρύπτοντας από αυτόν το γεγονός ότι το διαμέρισμα αυτό δεν ήταν δυνατό να μεταβιβασθεί καθώς ήταν αυθαίρετο και σε βάρος του είχε εκδοθεί σήμα διακοπής εργασιών από την πολεοδομία, καθώς επίσης και ότι αυτό δεν ήταν αποπερατωμένο όπως αναγραφόταν στο συμβόλαιο αλλά στο στάδιο κατασκευής του σκελετού της οικοδομής, βλάπτοντας την περιουσία του καθώς αυτός αναγκάσθηκε να καταβάλλει τα ποσά των δόσεων του παραπάνω 8) Ο Χ8 τον Ιούνιο του 2002:
Α. ι) Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ6 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11 και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος τους παρέστησε ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά :
α) Ο Χ9 του κατέβαλε: την 14-6-2002 το ποσό των 20.000 ευρύ, την 17-6-2002 το ποσό των 32.000 ευρώ, ενώ την 8-4-2002 κατέβαλε τέσσερις επιταγή αξίας 3000 ευρώ η καθεμιά και συνολικής αξίας 12.000 ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του Γ1.
β) Ο Ε2 του κατέβαλε περί τα μέσα του έτους 2002 το ποσό των 19.000 ευρώ, ήτοι 3000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 ευρώ της τράπεζας Δωδεκανήσου, σε διαταγή του και εκδόσεως Β1.
Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια του, παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του Χ6, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνο σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν της κύριας πράξης, χωρίς την οποία (συνδρομή) θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους του πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11, με προξενηθείσα ζημία τους και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 ευρώ που αυτοί διέπραξε.
A.ιι) Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10 και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισε να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό....... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα NOVA BANK δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό, τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας τους.
9) Ο Χ5 εντός του έτους 2003 και πάντως πριν την 2-9-2003 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ4 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε από κοινού με τον Χ6, δηλαδή της απάτης σε βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο παράνομο άνω των 73.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα με την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της εταιρίας "....... LTD" παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ4 να εξαπατήσει την παραπάνω τράπεζα, αφού κατέστησε προσιτές σε αυτόν, παραδίνοντας του, τις υπ' αριθμόν ..... και ....... τραπεζιτικές επιταγές, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN BANK-ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και ποσού 300.000 δολαρίων εκάστη, ήτοι 273.972,60 και 275.735,23 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), οι οποίες έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρίας του και τις οποίες αφού εμφάνισε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, εισέπραξε το αντίτιμο τους, παριστάνοντας ψευδώς από κοινού με τους έτερους συγκατηγορουμένους του Χ6 και Χ1 στους ταμίες της τράπεζας, ότι οι παραπάνω επιταγές προέρχονταν από φερέγγυα και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ όλοι του? γνώριζαν ότι η τράπεζα εκδόσεως τους δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα ρε την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά αφερέγγυα ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές από την πληρώτρια) τράπεζα να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η προαναφερόμενη.
Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια του, παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του Χ4, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνον σκοπό άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από κοινού με τον Χ6 της κύριας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους τους πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία της και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στην Ρόδο".
Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στους Χ1 στις 26-4-2006 (βλ. το από ..... αποδεικτικό του αστυφύλακα ..... στον Χ3 στις 29-4-2006 (βλ. το από .... αποδεικτικό της επιμελήτριας ......) και στον Χ2 στις 5-5-2006 (βλ. το από ...... αποδεικτικό του επιμελητή ....).
Κατ'αυτού άσκησαν αντίστοιχα στις 5-5-2006 (η πρώτη η ίδια), στις 9-5-2006 (ο δεύτερος ο ίδιος) και στις 15-5-2006 (ο τρίτος ο ίδιος) ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου τις υπ'αριθμ. 1/2006, 2/2006, 3/2006 αιτήσεις αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης (ηα), έλλειψη αιτιολογίας (οβ), έλλειψη αιτιολογίας (ογ), εννοείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι Α,Δ εκκαλούντες δεν άσκησαν αναίρεση.

ΙΙ) Επειδή η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει όταν εκτίθενται σ'αυτό -ή στην υιοθετουμένη υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση βλ ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1401/2003, ΑΠ 2253/2002 κ.ά. - με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στηρίζουν την κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής τούτων (περιστατικών) στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε (βλ. ΑΠ 2245/2003, ΑΠ 114/2004, ΑΠ 336/2002, ΑΠ 1/2005 ολ κ.ά.). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθενται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ-).
Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση στη διάταξη που εφαρμόστηκε (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ ΑΠ 9/2001 ολ, ΑΠ 2/2000 ολ. ΑΠ 2445/2002, κ.ά.), εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο με το βούλευμά του αποδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από αυτή που πραγματικά έχει (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2/2000 ολ, ΑΠ 3/97 κ.α). Περίπτωση δε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (βλ ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 2/2001 ολ, ΑΠ 2/2000 ολ κ.ά.), όταν δηλ. δε αναφέρονται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 958/2004 κ.ά.).
Με την εκ πλαγίου παράβαση δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον 'Αρειο Πάγο αν έγινε ορθή ή όχι εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ενώ επί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν μπορεί να ελεγχθεί με ποιές σκέψεις-συλλογισμούς-κρίσεις ήχθη ο δικαστής της ουσίας στην απόφασή του. Η έλλειψη νόμιμης βάσεως σημαίνει έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που καθιστά ασαφή την περιγραφή του περιστατικού, ώστε να μην είναι δυνατός ο έλεγχος της υπαγωγής ή μη αυτού στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος.
Πάντως η έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως είναι δυνατόν να συρρέουν ως λόγοι αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 274/96, ΑΠ 804/96 κ.ά.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β ΠΚ άμεσος συνεργός είναι "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης (=της άδικης πράξης που τέλεσε ο αυτουργός) και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Επομένως η άμεση συνέργεια προϋποθέτει κύρια πράξη, η οποία να συνιστά έγκλημα και να μην συντρέχει λόγος που αίρει το άδικον αυτής (βλ. ΑΠ 1587/2004, ΑΠ 162/86, ΑΠ 537/79, ΑΠ 1077/97, Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) 345), η δε παρεχόμενη συνδρομή να παρέχεται, "κατά τη διάρκεια της πράξης", του αυτουργού του συγκεκριμένου εγκλήματος μέχρι την περάτωσή του. Επομένως όχι προ της ενάρξεως, ούτε μετά την ολοκλήρωση αυτού. 'Ετσι πρέπει να εκτίθενται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος (βλ. και ΑΠ 1415/95), όπως επίσης ο χρόνος της συνδρομής (βλ. ΑΠ 1191/2001). Ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη γνώση ότι παρέχει συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και θέληση της παροχής της συνδρομής ταύτης (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. Α σελ. 146, Γάφο, Ποινικό Δίκαιο, Γεν Μ σελ. 412, ΑΠ 857/2000, ΑΠ 1879/2000, ΑΠ 927/2000, ΑΠ 1235/2005 κ.ά.), πράγμα που απαιτείται να αναφέρεται σαφώς στο βούλευμα-απόφαση (βλ. ΑΠ 796/82 ΠΧρ ΛΓ 174).
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως η παράσταση αναφέρεται σε "γεγονός" (βλ. άρθρο 386 ΠΚ). Ως τοιούτο θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό, αναφερόμενο στο παρελθόν ή τουλάχιστον υπάρχον στο παρόν ή συμβαίνον κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς του (βλ. ΑΠ 1585/84 ολ, Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ σελ. 69), εκείνα τα πραγματικά περιστικά τα οποία αναγόμενα σε συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες και αντικείμενα που υποπίπτουν στις αισθήσεις, έχουν εξωτερική υπόσταση (ΑΠ 351/2003, ΑΠ 101/2002 κ.ά.). 'Ετσι δεν αποτελούν γεγονότα οι ψευδείς υποσχέσεις και βεβαιώσεις εκτός εάν υποκρύπτουν βεβαίωση πραγματικών γεγονότων (βλ. ΑΠ 1394/89 ΠΧρ Μ 667, ΑΠ 2096/92 ΠΧρ ΜΒ 1193 κ.ά.). Ο απλός ισχυρισμός-βεβαίωση με μελλοντικό περιστατικό αποτελεί ισχυρισμό που δεν μπορεί να ελεγχθεί εμπειρικά. Επομένως απαιτείται να συνδέεται με ορισμένο σημείο αναφοράς, με κάποιο πραγματικό περιστατικό βάσει του οποίου να μπορεί να εισέλθει στην κοινωνική συμβίωση (πρβλ Μυλωνόπουλο Ποινικό Δίκαιο Β εκδ. (2005) σελ. 449, Παπαδαμάκη, περιουσιακά εγκλήματα (2000) σελ. 95 επ.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι και στη νομολογία, όταν η διαγωγή του δράστη ανάγεται στο μέλλον με κάποια απλή ψευδή κρίση-βεβαίωση, για να στοιχειοθετηθεί απάτη (πρέπει να) συνδέεται πάντοτε με ένα παρόν στοιχείον (βλ. περιπτώσεις ΑΠ 763/74, ΑΠ 1034/79, ΑΠ 28/60, ΑΠ 571/73, ΑΠ 604/75, ΑΠ 938/84, ΑΠ 668/86, ΑΠ 667/73 και ΑΠ 1603/99, ΑΠ 532/2002, ΑΠ 1944/2003 κ.ά.).
Τέλος, για τη σχέση υπεξαίρεσης-απάτης βλ. ΑΠ 1840/2000, ΑΠ 911/2004, ΑΠ 1485/2003, 393/64, αλλά και ΑΠ 1093/91 ολ-.


ΙΙΙ) Επειδή για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας (390 ΠΚ) απαιτείται ήδη μόνον άμεσος δόλος (βλ. και ΑΠ 1672/2002, ΑΠ 4/2003 κ.ά.). Επομένως πρέπει να αιτιολογείται ειδικά.
Τέλος οι νομικές έννοιες κατ'επάγγελμα-κατά συνήθεια πρέπει να αιτιολογούνται με παράθεση πραγματικών περιστατικών που τις στηρίζουν και δεν αρκεί μόνη η αναφορά των πραγματικών περιστατικών τελέσεως του οικείου εγκλήματος (βλ. και ΑΠ 301/2001, ΑΠ 88/2001, ΑΠ 1461/2003, ΑΠ 2360/2003 κ.ά.).
IV) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση, που διενεργήθηκε, και ειδικώτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, την πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε και τις απολογίες των κατηγορουμένων" (βλ. σελίδες 47, 13), προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά:
"1) Στις 2-9-03 ο κατηγορούμενος Χ4 επιχειρηματίας προσήλθε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο στο γραφείο του συγκατηγορούμενού του Χ6, διευθυντή του υποκαταστήματος, συνοδευόμενος από τον Χ5 εκπρόσωπο της Αγγλικών συμφερόντων και με έδρα την Αγγλία εταιρίας ...... LTD. Σκοπός του ήταν να ανοιχθεί λογαριασμός στην εv λόγω τράπεζα, στο όνομα της παραπάνω εταιρίας, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί μέσω .αυτού η εμπορική συνεργασία της εν λόγω αλλοδαπής εταιρίας με τον Χ4. Το άνοιγμα όμως του λογαριασμού της εταιρίας αυτής στην Λαϊκή Τράπεζα δεν προχώρησε λόγω της αρνητικής άποψη της νομικής συμβούλου της τράπεζας, διότι δεν υπήρχαν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα που απαιτούνται για να ανοίξει λογαριασμός νομικού προσώπου σε Ελληνικό Πιστωτικό Ίδρυμα, δηλαδή αριθμοί φορολογικού μητρώου, ΦΕΚ ίδρυσης ή λειτουργίας της επιχείρησης αυτής στην Ελλάδα κτλ. Στη συνέχεια αποφασίσθηκε η χρηματοδότηση της εταιρίας αυτής να γίνει, μέσω- του με αριθ. .....κοινού λογαριασμού που διατηρούσε στην ίδια τράπεζα ο Χ4. Για το σκοπό αυτό ο Χ5 έδωσε στον Χ4 τις δύο επιταγές με αρ. .... και ...... που φέρουν ως εκδότη την τράπεζα EURO CARRIBEAN BANK ECB σε διαταγή της ως άνω εταιρίας (......)που έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας του και αυτός τις προσκόμισε στον Χ6. Οι δυο τραπεζικές επιταγές ήταν η κάθε μία ποσού 300.000 Δολαρίων ΗΠΑ.
2) Τις επιταγές αυτές οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας Χ6 και Χ1 όφειλαν να τις θεωρήσουν ως ύποπτες, διότι το εν λόγω πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι ουσιαστικά τράπεζα κατά τα οριζόμενα στο ν. 2076/1992, αλλά εταιρία ευκαιρίας που έχει συσταθεί χωρίς την τήρηση εποπτικών κανόνων σε χώρα προέλευσης (Ναούρου-Καραϊβικής) γνωστής ως φορολογικού παράδεισου. Για το λόγο αυτό για επιταγές χωρών όπως είναι η νήσος Ναούρου η Τράπεζα της Ελλάδος και η διοίκηση της Λαϊκής Τράπεζας έχουν εκδώσει σαφείς εντολές, δεσμευτικές για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, σχετικά με τη διαδικασία αγοράς τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την τράπεζα από περίεργες συναλλαγές ύποπτων τραπεζικών ιδρυμάτων αλλά και για την πρόληψη και την καταστολή παράνομων δραστηριοτήτων όπως για παράδειγμα ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. 'Ετσι οι υπάλληλοι της Τράπεζας οφείλουν από όταν περιέλθουν στα χέρια τους τέτοιες επιταγές, μεταξύ των οποίων και η νήσος Ναούρου" να αναμείνουν να πληρωθούν αυτές σε σύντομο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να πιστώσουν το αντίτιμο στο σχετικό λογαριασμό. Διαφορετικά οφείλουν να αποστείλουν τις επιταγές στην τράπεζα εκδότη περιμένοντας αυτή να τις πλήρωσει και στη συνέχεια να πιστωθεί το αντίτιμο στο σχετικό λογαριασμό-του δικαιούχου (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων Η1, Η2 και Η3).
3) Αντίθετα ο κατηγορούμενος Χ6 με την υποχρεωτική (για την πραγματοποίηση της συναλλαγής) δεύτερη υπογραφή της κατηγορούμενης Χ1, διευθύντριας καταθέσεων στο υποκατάστημα έσπευσαν να αγοράσουν τις επιταγές αυτές παραβλέποντας τις σαφείς οδηγίες της τράπεζας στην οποία εργάζονταν και κατά παράβαση κάθε κανόνα τραπεζικής συναλλαγής. Ως προς την δεσμευτικότητα των οδηγιών της τράπεζας δεν υπάρχει αμφιβολία (όσο και αν την αρνούνται οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της τράπεζας, ισχυριζόμενοι ότι η πραγματοποίηση των συναλλαγών αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε διευθυντή), όπως αναφέρθηκε παραπάνω από τους μάρτυρες. Εντούτοις αυτοί ο διευθυντής της τράπεζας Χ6 και η πιστοποιούσα διευθύντρια καταθέσεωνΧ1 σε καμία ουσιαστική ενέργεια δεν προέβησαν προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα της τράπεζας. Αντίθετα η ενέργεια του κατηγορούμενου Χ6 να στείλει Φαξ προς τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα για το αν οι εν λόγω επιταγές ήταν νόμιμες και έγκυρες και η λήψη απάντησης στις 2-9-03 με τη βεβαίωση δήθεν της ως άνω τράπεζας σχετικά με τη γνησιότητα των υπογραφών που είχαν τεθεί σε αυτές και της γνησιότητάς τους ως αξιογράφων δεν διασφάλιζαν την τράπεζα, διότι το ζήτημα δεν ήταν αν οι επιταγές ήταν γνήσιες ή όχι, αλλά η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα της τράπεζας που φέρεται ότι τις εξέδωσε. Επίσης ο κατηγορούμενος όφειλε να ζητήσει επιβεβαίωση της ύπαρξης υπολοίπου ποσού και της εξόφλησης τους, καθώς και χρονοδιάγραμμα πληρωμής τους κάτι που όμως δεν έκανε. Αντίθετα λοιπόν από όσα όριζε η τράπεζα, ο κατηγορούμενος διευθυντής του υποκαταστήματος έσπευσε να αγοράσει τις επιταγές και να πιστώσει το λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου με το αντίστοιχο, ποσό, αμέσως μόλις εμφανίστηκαν οι επιταγές στην τράπεζα, δηλαδή στις 2 και 4/9/2003. Το ποσό στη συνέχεια αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τον παραπάνω λογαριασμό του Χ4, με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια τράπεζα ζημία ύψους 548.000 ευρώ, (αφού το ποσό των παραπάνω επιταγών ουδέποτε πληρώθηκε) ποσό που αντιστοιχεί στην ευρωποίηση του ποσού των 600.000 δολαρίων, από ενέργειες των κατηγορούμενων Χ6 και Χ1, οι οποίοι ως διευθυντής του υποκαταστήματος της στη Ρόδο ο πρώτος και διευθύντρια καταθέσεων η δεύτερη είχαν τη διαχείριση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της ο Χ6, ενώ η Χ1 θέτοντας την (αναγκαία για την ολοκλήρωση της συναλλαγής) υπογραφή της. Έτσι έθεσαν την υπογραφή τους ο ένας ως διευθυντής και η άλλη ως πιστοποιούσα υπάλληλος στα παρακάτω εντάλματα πληρωμής υπέρ του κατηγορούμενου Χ4(από το λογαριασμό στον οποίο είχαν μπει τα ποσά των δύο με αριθμό ...... και ..... τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολαρίων ήτοι 548.800 ευρώ) και ειδικότερα: α)την 2-9-2003 στο υπ' αριθμόν ..., 0)την 3-9-2003 στο με αριθμό ..., γ) την 4-9-2003 στο με αριθμό ..., δ)την 5-9-2003 στο με αριθμό ...., ε) την 5-9-2003 στο με αριθμό ..., στ)την 8-9-2003 στο με αριθμό ....., ζ) την 19-9-2003 στο με αριθμό ....., τα οποία πληρώθηκαν από τους ταμίες της εργοδότριας του Λαϊκής τράπεζας κατόπιν της δικής τους έγκρισης και εντολής.
4) Οι κατηγορούμενοι Χ9, Χ11και Χ10 είναι επιχειρηματίες και δραστηριοποιούνται οι πρώτος και τρίτος σε οικοδομικές επιχειρήσεις και ο δεύτερος στην τροφοδοσία τροφίμων. Όλοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα: λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει είχαν καταχωρηθεί στη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας με αποτέλεσμα να μη μπορούν να παίρνουν καρνέ επιταγών ή δάνεια προκειμένου να χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις τους. Στους δυο πρώτους παρουσιάσθηκε άτομο το όνομα Χ7 στο δε τρίτο άτομο με τα όνομα Χ8. Οι παραπάνω σύστησαν σ' αυτό Χ2 και Χ3, που διατηρούσαν γραφείο οικονομικών μελετών στην Αθήνα και οι οποίοι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος μπορούσαν να τους διευκολύνουν ώστε να σβηστούν από τη λίστα του Τειρεσία. Όλοι οι παραπάνω κατέφυγαν στη μεσολάβηση του κατηγορούμενου Χ6, ο οποίος εμφανίστηκε να λειτουργεί στη ... ως ενδιάμεσος μεταξύ των Χ2 και Χ3. Δηλαδή εμφανίστηκε να φέρνει σε επαφή τους Χ9, Χ11 και Χ10 με τους Χ2 και Χ3. Τους υποσχέθηκε δηλαδή ότι για το χρονικό διάστημα που θα απαιτείτο μέχρι να σβηστούν από τον "Τειρεσία" αυτός θα μπορούσε να τους διευκολύνει μέσω του ανοίγματος λογαριασμού στην τράπεζα που εργαζόταν. Στα πλαίσια λοιπόν της παραπάνω συναλλαγής οι κατηγορούμενοι Χ9, Χ11 και Χ10 προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες. 1) Στις 14-6-02 ο Χ6 έλαβε από τον Χ9 το ποσόν των 20.000 ευρώ προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή του τελευταίου από τον Τειρεσία. 2) Στις 17-9-02 ο Χ9 έδωσε στον Χ7 το ποσόν των 32.000 ευρώ για τον ίδιο λόγο. 3) Στα μέσα του έτους 2002 ο Χ11 φέρεται να δίνει στον Χ7 το ποσόν των 19.000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δυο επιταγές των 8.000 ευρώ, προκειμένου να διαγραφεί από τον Τειρεσία, σε συνεργασία με τον Χ6. Σε όλες τις περιπτώσεις οι Χ7 και Χ6 φαίνονταν να λειτουργούν για λογαριασμό των Χ2 και Χ3, αν και μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο οι τελευταίοι δεν είχαν εμφανιστεί πουθενά. 4) Ο Χ11, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες χρηματοδότησης που αντιμετώπιζε πήρε (με τη μεσολάβηση του Χ6, τον οποίο του σύστησε ο Χ7) το ποσό των 3000 ευρώ ως καταναλωτικό δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα μολονότι ήταν στη δυσμενή λίστα του Τειρεσία και για το λόγο αυτό δε μπορούσε να λάβει δάνειο από τράπεζα. Κατά τον Χ11 πίσω από την υπόθεση αυτή δραστηριοποιούνταν ο Χ6, ο οποίος ήταν κουμπάρος του Χ7. Να σημειωθεί ότι η μια από τις δύο επιταγές του Χ11 βρέθηκε στο πλαφόν που είχε στην ίδια τράπεζα ο Χ10, φίλος του. Χ7. Ο Χ10 ισχυρίστηκε ότι στις 9-9-02, μετά από υπόδειξη του Χ6, άνοιξε πλαφόν στη Λαϊκή Τράπεζα. Σ' αυτό τον εξανάγκασαν να κατάθεσει με οπισθογράφηση επιταγές τρίτων ανθρώπων με τις οποίες δεν είχε καμία σχέση. Είναι λοιπόν πιθανόν μεταξύ αυτών να συγκαταλέγεται και η επιταγή του Χ11. 5)Ο Χ10 πήρε δάνειo αξίας 83.000 ευρώ περίπου από τον Χ6, ο οποίος του ζήτησε 15.000 ευρώ, έναντι δε του ποσού αυτού ο Χ6 του έδωσε μια επιταγή της άγνωστης σε αυτόν εταιρίας ..... με έδρα την Ελευσίνα η οποία δεν πληρώθηκε. 6) Μέχρις εδώ οι Χ2 και Χ3 αναφερόνται ως ονόματα, χωρίς συγκεκριμένη όμως ανάμιξη πέραν των όσων ο Χ6 και ο Χ7 ανέφεραν γι' αυτούς. Στις 8/11/02 όμως, όπως ανέφερε ο Χ10, οι Χ3 και Χ2 τον συνάντησαν στο σπίτι του στη .... και του ζήτησαν επιπλέον το ποσόν των 10.800 ευρώ για να τον "διαγράψουν'' από τον Τειρεσία. 0 Χ10 τους έδωσε μια επιταγή με αριθ. ...... της Λαϊκής Τράπεζας σε διαταγή του και την οπισθογράφησε σ' αυτούς. Επίσης στις 28/12/02 για τον ίδιο σκοπό τους έδωσε μια επιταγή 12.000 ευρώ και Ο, επιχειρηματίας φίλος του Χ10, Θ1. Τέλος ο Χ10 κατάθεσε σε λογαριασμό του Χ2 στη NOVA BANK δυο επιταγές αξίας 5.000 ευρώ και 1.500 ευρώ. 7) Επιπλέον στις 8/3/04 οι Χ3 και Χ2 έλαβαν 4 επιταγές κάθε μια των 3.000 ευρώ σε έκδοση της, συζύγου του Χ9, Γ1, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν και να αποστείλουν τα χρήματα στον Χ9.
5) Ο κατηγορούμενος Χ9 κατά τον Ίδιο χρόνο αντιμετώπιζε συγκεκριμένες οικονομικές δυσκολίες. Έτσι προσπάθησε μέσω του Χ6 να βρει κάποιον προς τον οποίο θα πωλούσε νεοαναγειρόμενη οικοδομή του στην οδό........ Ύστερα από σχετικές επαφές βρέθηκε ως υποψήφιος αγοραστής ο Ζ1. Ο Χ6 φέρεται να είπε στον Ζ1 ότι ουσιαστικά θα εξυπηρετούσε τov Χ9 παρουσιαζόμενος ως αγοραστής του ακινήτου, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει το ποσό στεγαστικού δανείου που θα εκδιδόταν στο όνομα του. Στη συνέχεια θα πωλείτο το διαμέρισμα σε άλλον αγοραστή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Ζ1 συναίνεσε και, αφού μπήκε στο ακίνητο προσημείωση, εγκρίθηκε το δάνειo ύψους 80.550 ευρώ. Αυτά τα χρήματα κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό του Χ9 και της συζύγου του Γ1. Ωστόσο παρά τα συμφωνημένα δε βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής για το ακίνητο και ο Ζ1 έπρεπε να πληρώσει τις δόσεις του δανέ ίου για την αγορά του ακινήτου, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να κάνει. Έτσι θέλησε να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο. Πλην όμως σε επίσκεψη του στη Λαϊκή Τράπεζα και παρατηρώντας τυχαία το φάκελο του είδε ότι φερόταν υπογεγραμμένο από αυτόν πωλητήριο συμβόλαιο του ακινήτου, ενώ ο ίδιος είχε υπογράψει μόνον προσύμφωνο και όχι συμβόλαιο αγοράς αυτού, η δε υπογραφή που είχε τεθεί δεν ήταν δική του. Τη συγκεκριμένη ημέρα αντιμετώπισε την άρνηση του υπαλλήλου της τράπεζας να του χορηγήσει αντίγραφο. Επέστρεψε την επόμενη και κατόρθωσε να πείσει κάποιον άλλο υπάλληλο, το αντίγραφο όμως του υποτιθέμενου συμβολαίου, δεν ταυτιζόταν με αυτό που είχε ήδη δει την προηγούμενη ημέρα. Στη συνέχεια, αφού έλαβε το συμβόλαιο πήγε: προς τον φερόμενο ως συντάξαντα συμβολαιογράφο Κων/νο Τζεδάκη. Αυτός του είπε ότι πρόκειται για πλαστό συμβόλαιο. Καταθέτοντας ο συμβολαιογράφος (βλ. σχετική) ισχυρίσθηκε ότι ποτέ δεν συνέταξε το πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο ο Ζ1 έλαβε από το φάκελο που υπήρχε στην τράπεζα. Αυτό ήταν εμφανώς πλαστό, διότι ο αριθμός σύνταξης της ανάλογης πράξης (....) δεν αντιστοιχεί σε αυτό το συμβόλαιο, αλλά σε άλλο συμβόλαιο εντελώς άσχετο με το επίμαχο. Επίσης πλαστή ήταν η φερόμενη ως σφραγίδα του, αφού η δική του ήταν διαφορετική (βλ. σχετικό δείγμα αυτής), αλλά και η φερόμενη ως υπογραφή του στο τέλος του συμβολαίου, που είχε τεθεί κατ' απομίμηση της δικής του. Ο Ζ1 κατέθεσε ότι οι Χ6 και Χ9 του δήλωσαν ότι πράγματι το εν λόγω συμβόλαιο είναι πλαστό πλην όμως τέθηκε στο φάκελο του για λόγους διασφάλισης του. Τελικά ο Ζ1 διαπίστωσε ότι ούτε το εν λόγω ακίνητο μπορούσε να πωλήσει καθώς σε βάρος του είχε εκδοθεί σήμα διακοπής εργασιών από την πολεοδομία καθώς αυτό φερόταν ως αυθαίρετο, αλλά αυτό δεν ήταν αποπερατωμένο και το στάδιο εργασιών ήταν ακόμα στις κολώνες.
6) 0 κατηγορούμενος Χ7 εντός του έτους 2000, κατάρτισε το με αριθμό ...... Δελτίο Αποστολής -Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας "......... ΟΕ" της οποίας ήταν διαχειριστής, φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολής τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1, καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής, αξίας 76.500.000 δρχ. Έτσι παραπλάνησε με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας της οποίας ήσουν διαχειριστής και του Δ2, και στη συνεχεία έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων συνυποβάλλοντας τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της παραπάνω Τράπεζας για την έγκριση χρηματοδότησης προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία εμφανίστηκε ότι έχει λάβει την παραπάνω χρηματοδότηση. Στη συνέχεια κατάρτισε το με αριθμό ....... Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας "....... ΟΕ" φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολής -τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1, καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής αξίας 15.550.000 δρχ. Έτσι παραπλάνησε τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας της οποίας ήταν διαχειριστής και του Δ2, και στη συνεχεία έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων συνυποβάλλοντας τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της άνω Τράπεζας για έγκριση χρηματοδότησης σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του το ποσό της χρηματοδότησης, ήτοι περιουσιακό όφελος προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρία, η οποία εμφανίστηκε ότι έλαβε την παραπάνω χρηματοδότηση. Το συνολικό όφελος που πέτυχε και αντίστοιχα η ζημία που προξενήθηκε στην εν λόγω ΟΕ ανέρχεται στο ποσό των 92.050.000 δρχ.
III) Οι εκκαλούντες υποστήριξαν τα ακόλουθα Η πρώτη εκκαλούσα Χ1 υποστήριξε ότι: 1) το αν η EUROCARRIBEAN BANK είναι ή όχι πιστωτικό ίδρυμα κρίνεται με βάση τη νομοθεσία της χώρας στην οποία εδρεύει και όχι σύμφωνα με άλλες νομοθεσίες. Ορθή η παρατήρηση, πλην όμως συσκοτίζει και αποκρύπτει το γεγονός ότι, ακριβώς επειδή η νομοθεσία της χώρας της είναι "χαλαρή" και πολλά παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί με επιταγές "πιστωτικών ιδρυμάτων'' των Ναούρου Καραϊβικής, για το λόγο αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος και η Λαϊκή Τράπεζα έχουν στείλει δεσμευτικές εγκυκλίους-οδηγίες να μη γίνονται δεκτές, παρά μόνο αν ακολουθηθούν οι σχετικές οδηγίες τους. 2) Αμφισβητεί επίσης την άποψη περί δεσμευτικότητας γράφοντας ότι ο τρόπος που όρισε η τράπεζα για να γίνει δεκτή παρόμοια επιταγή (περιγράφηκε ανωτέρω) "είναι εκτός πραγματικότητας και τραπεζικής πρακτικής" και την εξέφρασαν οι μάρτυρες Η1 κλπ, οι οποίοι όμως είναι οι πλέον αρμόδιοι και αυτούς όρισε η τράπεζα ως επιθεωρητή, περιφερειακό διευθυντή κτλ. Πραγματικά περίεργη άποψη. Την πραγματικότητα και την τραπεζική πρακτική τις ορίζουν η Τράπεζα της Ελλάδος και η ενδιαφερόμενη τράπεζα, εν προκειμένω η Λαϊκή Τράπεζα, όχι οι κατά τόπους υπάλληλοι: οι τράπεζες είναι που λειτουργούν τα καταστήματα τους και πληρώνουν τους υπαλλήλους τους, αλλά και αυτές που θα κληθούν να " πληρώσουν τα σπασμένα'' από τις διάφορες επιταγές προέλευσης χωρών όπως τα Ναούρου, που οι υπάλληλοι τους, που βρίσκονται εντός της πραγματικότητας και της τραπεζικής πρακτικής δέχονται και πληρώνουν. Σε κάθε περίπτωση νομίζουμε ότι η εκκαλούσα δεν υπονόησε με τη φράση της ότι, αν δεν δεχτούν ως Λαϊκή Τράπεζα τις επιταγές, οι κομιστές τους θα πάνε σε άλλη τράπεζα και αυτοί θα τους χάσουν από πελάτες, διότι και η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή: η τράπεζα με τη δεσμευτική της εγκύκλιο, προφανώς, το αντιμετώπισε και αποφάσισε να μην διακινδυνεύσει. 3) Το γεγονός ότι τις επιταγές έφερε ο Χ4 και ο Χ5, εκπρόσωπος της αγγλικής, εταιρείας ...... δεν κίνησε υποψίες ότι οι επιταγές προέρχονταν από εταιρεία ευκαιρίας. Εντούτοις οι εγκύκλιοι της τράπεζας δεν έκαναν λόγο για εταιρείες υπεράνω υποψίας, αλλά για την προέλευση της επιταγής και τα Ναούρου υπάγονταν στην κατηγορία αυτή. Τέλος 4} η υπογραφή της δεν απαιτείτο για την πληρωμή των επιταγών, αφού "αυτή γινόταν με την έγκριση του διευθυντή, ενώ η ίδια έκανε έλεγχο μόνο της τυπικής νομιμότητας των πράξεων και παραστατικών που εκδόθηκαν για τη συναλλαγή''. Αφού λοιπόν ο έλεγχος ήταν μόνο για την τυπική νομιμότητα, τότε γιατί δεν θυμήθηκε να ελέγξει και το σκέλος της τυπικής νομιμότητας που αναφερόταν στην εγκύκλιο, η οποία έλεγε ότι δεν πρέπει να γίνονται δεκτές επιταγές προέλευσης, εκτός των άλλων, Ναούρου. Δηλαδή η τυπική νομιμότητα αναφέρεται μόνο στο αν έχουν τεθεί οι υπογραφές, ληφθεί τα στοιχεία του καταθέτει κτλ. Ακριβώς όμως για να αποφευχθούν παράνομες ενέργειες ενός διευθυντή είναι που έχει τεθεί η δικλείδα ασφαλείας να απαιτείται και δεύτερη υπογραφή της διευθύντριας καταθέσεων. Εκτός από την περίπτωση που και αυτή η διευθύντρια (προφανώς δεν είναι δυνατόν η αμφιβολία να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος, αφού τότε η μόνη διέξοδος για την τράπεζα θα ήταν να τους απολύσει) ήταν σε αγαστή συμφωνία με τον διευθυντή του υποκαταστήματος να κάνουν δεκτές τις επιταγές.
Ο δεύτερος εκκαλών αρνείται ότι προσκόμισε ο ίδιος τις επιταγές, πήγε, ισχυρίζεται, στην τράπεζα για άλλη συναλλαγή και μετά έκπληκτος διαπίστωσε ότι του ζητούσαν, επειδή δεν πληρώθηκαν οι επιταγές να καταβάλει το αντίτιμο τους. Υπερθεμάτισε μάλιστα ως προς το πώς είναι δυνατόν η Τράπεζα να αγνοεί τα περί Ναούρου και να δέχεται να πλήρωσει τις επιταγές και τελικά πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί ως προς την υπογραφή του. Εντούτοις οι δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες είναι αντιφατικές ως προς το σημείο αυτό και ο ισχυρισμός του δεν είναι πειστικός.
Ο τρίτος εκκαλών Χ5 αρνείται και αυτός την κατηγορία εστιάζοντας στο ζήτημα της πλαστογραφίας των, επιταγών, για το οποίο αναφέραμε αμέσως παραπάνω, και κυρίως στο ότι πίσω από όλες τις ενέργειες βρίσκονται οι Χ6 και Χ1. Ανεξάρτητα όμως από την ευθύνη των συγκεκριμένων προκύπτει ευθύνη και του ίδιου ας θυμηθούμε ότι ο ισχυρισμός της Χ1 ήταν πως δεν υποψιάστηκαν πρόβλημα με τις επιταγές, αφού τις προσκόμισαν πρόσωπα υπεράνω υποψίας: ο δεύτερος εκκαλών και ο τρίτος που εκπροσωπούσε την αγγλική εταιρεία ....... Αλλωστε, όπως ισχυρίστηκε η ίδια, αυτός ήταν και ο λόγος που προέβησαν στην πληρωμή. Με απλά λόγια ο ένας προσπαθεί να μετακυλίσει τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες του στους άλλους και τανάπαλιν.
Τέλος ο τέταρτος εκκαλών Χ3 επικεντρώθηκε στο γεγονός, που έχουμε ήδη επισημάνει, ότι συνήθως το όνομα του, όπως και αυτό του Χ2, αναφέρονταν από τρίτους, τον Χ6 για παράδειγμα με την πάγια φράση ότι αυτοί θα τους "έσβηναν" από τον Τειρεσία, χωρίς να προκύπτει, στο μεγαλύτερο μέρος των αναφερθεισών περιπτώσεων ότι αυτός είχε κάποια ανάμιξη. θα μνημονεύσουμε συγκεκριμένα τις περιπτώσεις που στους Χ9, Χ11 παρουσιάσθηκε άτομο με το όνομα Χ7, στον δε Χ10 άτομο με το όνομα Χ8, τους σύστησαν τον εκκαλούντα και τον Χ2 oι οποίοι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος μπορούσαν να τους διευκολύνουν ώστε να σβηστούν από τη λίστα του Τειρεσία. Επίσης, όταν οι Χ9, Χ11 και Χ10 κατέφυγαν στη μεσολάβηση του Χ6, αυτός εμφανίστηκε να λειτουργεί στη Ρόδο ως ενδιάμεσος μεταξύ των Χ2 και Χ3. Δηλαδή εμφανίστηκε να φέρνει σε επαφή τους Χ9, Χ11 και Χ10 με τους Χ2 και Χ3. Ol σχετικές συναλλαγές είναι: 1} Στίς 14-6-02 ο Χ6 έλαβε από τον Χ9 το ποσόν των 20.000 ευρώ προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή του τελευταίου από τον Τειρεσία. 2)Στις 17-9-02 ο Χ9 έδωσε στον Χ7 το ποσόν των 32.000 ευρώ για τον ίδιο λόγο. 3) Στα μέσα του έτους 2002 ο Χ11 φέρεται να δίνει στον Χ7 το ποσόν των 19.000 ευρώ σε μετρητικοί 16.000 ευρώ σε δυο επιταγές των 8.000. ευρώ, προκειμένου να διαγραφεί από τον Τειρεσία, σε συνεργασία με τον Χ6. Σε όλες τις περιπτώσεις oι Χ7 και Χ6 φαίνονταν να λειτουργούν για λογαριασμό των Χ2 και Χ3. Γι' αυτές η συμμετοχή του εκκαλούντος και του Χ2 είναι "σκιώδης": τους αναφέρουν, χωρίς οι ίδιοι να έχουν αναμιχθεί εμφανώς. Η αναφορά δε σ' αυτούς μπορεί να οφείλεται και μόνο στο γεγονός ότι οι Χ6, Χ7 και Χ8 γνώριζαν τη·λειτουργία του γραφείου -τους και μπορούσαν να αναφέρουν τα ονόματα τους. Η ανάμιξη τους επιβεβαιώνεται από την κατάθεση Χ10 ότι στις 8/11/02 οι Χ3 και Χ2τον συνάντησαν στο σπίτι του στη Ρόδο και του ζήτησαν επιπλέον το ποσόν των 10.800 ευρώ για να τον "διαγράψουν" από τον Τειρεσία. Ο Χ10 τους έδωσε μια επιταγή με αριθ. ...... της Λαϊκής Τράπεζας σε διαταγή του ποσού 10.800 ευρώ και την οπισθογράφησε σ' αυτούς. Επίσης στις 28/12/02 για τον ίδιο σκοπό τους έδωσε μια επιταγή 12.000 ευρώ και ο επιχειρηματίας φίλος του Χ10, Θ1. Τέλος ο Χ10 κατάθεσε σε λογαριασμό του Χ2 στη NOVA BANK δυο επιταγές αξίας 5.000 ευρώ και 1.500 ευρώ. Επιπλέον στις 8/3/04 οι Χ3 και - Χ2 έλαβαν 4 επιταγές κάθε μια των 3.000 ευρώ σε έκδοση της, συζύγου του Χ2, Γ1, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν και να αποστείλουν τα χρήματα στον Χ9, πράξη όμως που δεν μπορεί να υπαχθεί στην κατηγορία της κακουργηματικής απάτης, αλλά μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως προεξόφληση επιταγών, η οποία μπορεί να αποτελεί αστική υπόθεση μεταξύ των δύο πλευρών, όχι όμως ποινικά αξιόλογη. Έτσι μένουν οι περιπτώσεις της αποστολής των δύο επιταγών 22.800 ευρώ προς τον Χ3 και η κατάθεση των 6.500 ευρώ στο λογαριασμό του Χ2. Αυτές δεν μπορούμε να τις αρνηθούμε, ο Χ10 είναι μεν θύμα, αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι κατάθεσε μόνο αυτά τα επιβαρυντικά στοιχεία για τους Χ3 και Χ2 και -όχι άλλα, ποσά τα οποία, κατά τον εκκαλούντα, είχαν την ακόλουθη μη πειστική όμως αφού δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, συνέχεια: την επιταγή των 10.800 ευρώ την επέτρεψε ανεξόφλητη (δεν αναφέρει όμως τίποτα για την επιταγή των 12.000 ευρώ), ενώ τα ποσά προς τον Χ2 εισπράχθηκαν από αυτόν. Σε κάθε περίπτωση οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν την απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, αφού η κατ' επάγγελμα τέλεση μπορεί να υπάρχει ακόμα και με μία τελεσθείσα πράξη.
IV) Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτουν τα εξής: 1) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, που αρκούν κατά το νόμο για την παραπομπή, σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ4 και Χ5 δηλαδή των τριών πρώτων εκκαλούντων για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα τους παρέπεμψε για τις πράξεις αυτές. 2) επίσης η πράξη την οποία τέλεσε ο τέταρτος εκκαλών μαζί με τον Κ. Χ2 (δηλαδή οι δύο περιπτώσεις που αναλύθηκαν εκτενώς παραπάνω στο κεφάλαιο II.4. αρ. 6 και 7), έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 5.000 ευρώ, ακόμα και με τις δύο μεμονωμένες πράξεις, αφού έστω και με αυτές στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η κακουργηματική κατ' εξακολούθηση απάτη από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στην παρούσα περίπτωση όμως θα πρέπει να αναγνωριστεί το επεκτατικό αποτέλεσμα στον μη εκκαλέσαντα έκτο κατηγορούμενο Κ. Χ2, ο οποίος είχε μεν δικαίωμα να ασκήσει έφεση αλλά δεν άσκησε, γεγονός το οποίο είναι συγχωρητέο, ενόψει της αντιφατικότητας που θα εμφιλοχωρήσει με το να παραπέμπεται ο εκκαλέσας Χ3 για πλημμέλημα και ο μη εκκαλέσας Χ2 για κακούργημα. Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν μέχρι εδώ συνάγεται ότι θα πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι εφέσεις των τριών πρώτων εκκαλούντων κατά του προσβαλλόμενου με τις υπό κρίση εφέσεις βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της η έφεση του τέταρτου εκκαλούντος και με επεκτατικό αποτέλεσμα υπέρ του μη εκκαλέσαντος έκτου κατηγορουμένου Κ. Χ2 και να παραπεμφθούν για δύο μόνο πράξεις της κακουργηματικής απάτης. Επειδή όμως οι πράξεις αυτές των (εκκαλέσαντος) Χ3 και (μη εκκαλέσαντος, αλλά με επεκτατικό αποτέλεσμα) Χ2 συνάπτονται με πράξεις των κατηγορουμένων και μη εκκαλεσάντων Χ6, Χ7, Χ8 (διότι με τον πρώτο οι κατηγορία έχει διατυπωθε ί ως από κοινού τελεσθείσα -ενώ πλέον για δύο από τις πράξεις ο Χ6 είναι μόνος αυτουργός-, ενώ για τους λοιπούς η κατηγορία έχει διατυπωθεί ως άμεση συνεργεία σε πράξεις που έχουν τελέσει από κοινού οι φυσικοί αυτουργοί, ενώ πλέον η άμεση συνεργεία σε άλλες μεν περιπτώσεις είναι σε πράξεις που τέλεσε ένας φυσικός αυτουργός και σε άλλες τρεις φυσικοί αυτουργοί} θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί συνολικά η εναντίον όλων των κατηγορουμένων κατηγορία στο διατακτικό, για την αποφυγή ενός διατακτικού που θα ανατρέχει σε κεφάλαια του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος".
'Ετσι επαναδιατυπώθηκε, κατά τα ανωτέρω η σχετική κατηγορία για όλους τους κατηγορουμένους.
Με αυτά όμως που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την απαιτουμένην ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία -αφ'ενός, εσφαλμένα δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 386 παρ. 1, 3, 46 παρ. 1 εδ. β ΠΚ αφετέρου σε σχέση με τους α, β αναιρεσείοντες. Ειδικώτερα: Σε σχέση με την πρώτη δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση της περί του ότι οι αυτουργοί Χ6 και Χ4 τελούσαν απάτη αφενός μεν και θέληση να παράσχει άμεση συνδρομή σ'αυτήν. Η αιτιολογία μάλιστα αυτή είναι απαραίτητη δεδομένου ότι η φερόμενη συνδρομή της αναφέρεται μόνο στην υπογραφή -όχι αγορά των επιταγών- των ενταλμάτων πληρωμής και δη μετά την αγορά των επιδίκων επιταγών από τον διευθυντή και πίστωση του ποσού αυτών στον λογαριασμό του Χ4, η δε απάτη φέρεται να τελέσθηκε με την ανωτέρω αγορά-πίστωση (η μεταγενέστερη ανάληψη εμφανίζεται μάλλον ως αξιοποίηση της ήδη τελεσθείσης απάτης). 'Ετσι δημιουργείται αμφιβολία-ασάφεια και περί του χρόνου της παροχής της συνδρομής της σε σχέση με τον χρόνο τελέσεως της κύριας πράξης.
Επίσης, σε σχέση με την αυτήν αναιρεσείουσα, δεν περιέχει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο άμεσος δόλος αυτής για το έγκλημα της απιστίας, ενόψει μάλιστα και της αμφισβήτησης από αυτή και του απλού δόλου της, η δε περιεχομένη αιτιολογία αναφέρεται στη θεμελίωση της γνώσεως αυτής περί της αγοράς των επιταγών, για τις οποίες όμως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι τις αγόρασε ο διευθυντής και όχι αυτή, και ότι η πράξη από την οποία επήλθε η βλάβη αναφέρεται μόνο στην υπογραφή των ενταλμάτων πληρωμής. Με άλλες λέξεις ενώ αυτή δεν αγόρασε τις επιταγές -για λογαριασμό της παθούσης τράπεζας- στα δε εντάλματα πληρωμής που έλαβαν χώραν μεταγενέστερα της αγοράς δεν γίνεται κάποια ιδιαίτερη αναφορά - δεν αναφέρεται που στηρίζεται η άμεση γνώση της περί του ότι δεν προέρχονται από φερέγγυα τράπεζα, όταν μάλιστα, όπως γίνεται δεκτόν, ο διευθυντής απέκρυψε τον αριθμό αποστολής του ΦΑΧ και της έλλειψης υπογραφής του αρμοδίου υπαλλήλου.
Σε σχέση με τον δεύτερο (αλλά και τρίτο) αναιρεσείοντα το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα δέχθηκε ότι η φερόμενη παράσταση στον παθόντα Χ10 ότι "είχαν (από κοινού με τον τρίτο αναιρεσείοντα) την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακαλύπτων επιταγών, που είχε εκδώσει", συνιστά γεγονός που υπάγεται στο άρθρο 386 ΠΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για απλή και μόνο βεβαίωση η οποία δεν συνδυάζεται με κάποιο πραγματικό περιστατικό έτσι ώστε να απαιτήσει εξωτερική υπόσταση και να μπορεί να αποδειχθεί. Με άλλες λέξεις δεν συνδυάζεται με άλλο περιστατικό του παρελθόντος ή παρόντος και δη ότι π.χ. λόγω επαγγέλματος, θέσεως, γνωριμιών κλπ βεβαίωνε την άνω δυνατότητά του έτσι ώστε να υπαχθεί στην έννοια του γεγονότος, όπως ελέχθη.
Είναι μία γυμνή βεβαίωση. Ετσι δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία -518 παρ. 1 σε συνδ. με 485 παρ. 1 ΚΠΔ - (βλ. ΑΠ 1281/2002, ΑΠ 351/2003 κ.ά.).
(Εξ άλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα για τον αυτόν αναιρεσείοντα (όπως και για τον τρίτο) περιέχει ασαφή αιτιολογία σε σχέση με τον χρόνο τελέσεως της απάτης και δη ενώ δέχεται ότι "εντός του έτους 2002...... με περισσότερες πράξεις.......... παρέστησαν ψευδώς..... στον επιχειρηματία Χ10........" στη συνέχεια δέχεται ότι ο τελευταίος τους κατέβαλε τις αναφερόμενες επιταγές Ιούνιο 2002, την 8-11-2002 και "λίγο αργότερα" -δηλ. δεν προκύπτει ότι προηγήθηκε η παράσταση ψευδών γεγονότων, αφού "εντός του έτους 2002" περιλαμβάνει και τον Δεκέμβριο 2002. Εξάλλου σε σχέση με το ποσό που έλαβαν από τον παθόντα Χ10 υπάρχει ασάφεια δεδομένου στο μεν αιτιολογικό αναφέρονται (σελίδα 24) στις 8-11-2002 μία επιταγή με αριθμό ....... ποσού 10.800 ευρώ, στις 28-12-02 μια επιταγή 12.000 ευρώ δια του Θ1, και δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ, στο δε διατακτικό (σελίδες 54, 64) ότι τους παρέδωσε τον Ιούνιο 2002 την ..... επιταγή αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την ....... αξίας 10.800 ευρώ, ενώ λίγο αργότερα δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ. (Η διαφορά έγκειται σε μια επιταγή, την οποία στο αιτιολογικό αναφέρεται 12.000 ευρώ ενώ στο διατακτικό 15.000 ευρώ).- Ούτε, τέλος, υπάρχουν πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την τέλεση από τον ανωτέρω της απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Σε σχέση με τον τρίτο αναιρεσείοντα η ανωτέρω αναίρεσή του είναι μεν απαράδεκτη διότι δεν δικαιούται αναιρέσεως κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος αφού τούτο δεν εκδόθηκε μετά από έφεση και αυτού - δεν είναι ούτε παραπεμπτικό κατ'αυτού, μάλιστα δε επεξέτεινε και γιαυτόν απαλλακτική διάταξη όσον αφορά την πράξη της απάτης που εφέρετο ότι είχε τελέσει σε βάρος των Χ9 και Χ11 από κοινού με τον Χ3-.
Ενόψει όμως του άρθρου 469 ΚΠΔ θα πρέπει να επεκταθούν τα αποτελέσματα της αναιρέσεως και σ'αυτόν όπως και στους Χ8 και Χ7 -που κατηγορούνται για άμεση συνδρομή στους β, γ αναιρεσείοντες σε σχέση με την απάτη σε βάρος του Χ10, όπως επίσης στον Χ6 που κατηγορείται ότι τέλεσε από κοινού με τους β, γ αναιρεσείοντες για απάτη σε βάρος του Χ10.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως α) απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 3/2006 αίτηση αναίρεσης του Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 45/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. β) γίνουν τυπικά δεκτές οι υπ'αριθμ. 1/2006 και 2/2006 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ3 κατά του αυτού βουλεύματος, αλλά και ουσιαστικά δεκτές και δη να αναιρεθεί το άνω βούλευμα σε σχέση με την πρώτη για τις πράξεις της απάτης και απιστίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές,να αναιρεθεί το αυτό άνω βούλευμα σε σχέση με τους Χ3 - και λόγω επεκτάσεως και στους - Χ2, Χ6 αφενός και Χ8 και Χ7 αφετέρου για απάτη από κοινού (οι α, β, γ) και άμεση συνέργεια σ'αυτή (οι δ, ε) που τέλεσαν στη Ρόδο εντός του έτους 2002 σε βάρος του Χ10 και να μην γίνει κατηγορία κατ'αυτών και να καταργηθούν τα αντίστοιχα εντάλματα και διατάξεις της ανακρίτριας Ρόδου για την άνω πράξη (32, 34/2003 και 80/2003, 79, 78/2003 αντίστοιχα).
Αθήνα 14 Οκτωβρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το υπ' αριθ. 45/2006 βούλευμά του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπ' αριθ. 24, 22 και 26/2005 εφέσεις των α)Χ1, β)Χ4 και γ) Χ5 αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την υπ' αριθ. 25/2005 έφεση του Χ3, κατά του υπ' αριθ. 135/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου για να δικασθούν: Α) Ο Χ4 για απάτη από κοινού (με τον Χ6, η δε ζημία που προξενήθηκε και το όφελος που αποκομίστηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 45, 386 παρ. 1-3 εδ. β' ΠΚ). Β) Η Χ1 για αα) άμεση συνδρομή στην πιο πάνω απάτη και ββ) απιστία (άρθρ. 386 παρ, 1-3 εδ. β, 46 παρ. 1 εδ. β' και 390 ΠΚ). Γ) Ο Χ5 για άμεση συνδρομή στην ανωτέρω απάτη ( άρθρ. 46 παρ. 1 εδ. β, 386 παρ. 1-3 εδ. β' ΠΚ). Και Δ) Ο Χ3 για απάτη από κοινού (με τους Χ6 και Χ2) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ (άρθρ. 45, 386 παρ. 1-3 εδ. α' ΠΚ)- η οποία, όμως, περιορίστηκε με το άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών μόνο εις βάρος του Χ10. Συγχρόνως δε το αυτό Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε με το ειρημένο βούλευμά του να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ3 και (με αναγνώριση επεκτατικού αποτελέσματος) κατά του, μη εκκαλέσαντος το πιο πάνω πρωτόδικο βούλευμα, κατηγορουμένου Χ2 για κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση εις βάρος των Χ9 και Χ11.
Κατά του πιο πάνω υπ' αριθ. 45/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου άσκησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, και Χ3 νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δηλώσεις τους στο γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου, τις υπό κρίση υπ' αριθ. 1/5.5.2006 και 2/9.5.2006, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Όμως, η υπό κρίση υπ' αριθ. 3/15.5.2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2 κατά του ίδιου πιο πάνω βουλεύματος είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί δεν δικαιούται αυτός να ασκήσει αναίρεση κατά του εν λόγω βουλεύματος, αφού τούτο δεν εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μετά από έφεση και αυτού, ενώ δεν είναι ούτε παραπεμπτικό κατ' αυτού, μάλιστα δε επεξέτεινε και γι' αυτόν, κατά τα ανωτέρω, απαλλακτική διάταξη αναφορικά με την ειρημένη πράξη της απάτης εις βάρος των Χ9 και Χ11.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν η το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, Επίσης, κατ 'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 390 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση, με το άρθρο 32 παρ. 2 Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ' αυτό λέξεως "πρόθεση" με τη λέξη "γνώση" και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 15 Ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως της από το δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας^ όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος είτε επιδιώκει, είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην υπό διαχείριση ξένη περιουσία και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ, δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484§1 στοιχ. α 'του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το από το άρθρο 309 § 2 του ΚΠοινΔ παρεχόμενο στον κατηγορούμενο δικαίωμα να ζητήσει την ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνιση του προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση^ το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 του ΚΠοινΔ, να διατάξει την εμφάνιση του κατηγορουμένου, οφείλει όμως στην περίπτωση αυτή να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους διαδίκους. Το Συμβούλιο τότε μόνο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ 45/2006 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " 1.Στις 2-9-03 ο κατηγορούμενος Χ4, επιχειρηματίας, προσήλθε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, στο γραφείο του συγκατηγορούμενού του Χ6. διευθυντή του υποκαταστήματος, συνοδευόμενος από τον Χ5, εκπρόσωπο της Αγγλικών συμφερόντων και με έδρα την Αγγλία εταιρίας....... LTD. Σκοπός του ήταν να ανοιχθεί λογαριασμός στην εν λόγω τράπεζα, στο όνομα της παραπάνω εταιρίας, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί μέσω .αυτού η εμπορική συνεργασία της εν λόγω αλλοδαπής εταιρίας με τον Χ4. Το άνοιγμα όμως του λογαριασμού της εταιρίας αυτής στην Λαϊκή Τράπεζα δεν προχώρησε λόγω της αρνητικής άποψης της νομικής συμβούλου της τράπεζας, διότι δεν υπήρχαν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα που απαιτούνται για να ανοίξει λογαριασμός νομικού προσώπου σε Ελληνικό Πιστωτικό Ίδρυμα, δηλαδή αριθμοί φορολογικού μητρώου, ΦΕΚ ίδρυσης ή λειτουργίας της επιχείρησης αυτής στην Ελλάδα κτλ. Στη συνέχεια αποφασίσθηκε η χρηματοδότηση της εταιρίας αυτής να γίνει μέσω του με αριθ. ..... κοινού λογαριασμού που διατηρούσε στην ίδια τράπεζα ο Χ4. Για το σκοπό αυτό ο Παπαδημητρίου έδωσε στον Χ4 τις δύο επιταγές με αρ. .... και ... που φέρουν ως εκδότη την τράπεζα EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ ECB σε διαταγή της ως άνω εταιρίας (....) που έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας του και αυτός τις προσκόμισε στον Χ6. Οι δυο τραπεζικές επιταγές ήταν η κάθε μία ποσού 300.000 Δολαρίων ΗΠΑ.
2) Τις επιταγές αυτές οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας Χ6 και Χ1 όφειλαν να τις θεωρήσουν ως ύποπτες, διότι το εν λόγω πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι ουσιαστικά τράπεζα κατά τα οριζόμενα στο ν. 2076/1992, αλλά εταιρία ευκαιρίας που έχει συσταθεί χωρίς την τήρηση εποπτικών κανόνων σε χώρα προέλευσης (Ναούρου- Καραϊβικής) γνωστής ως φορολογικού παράδεισου". Για το λόγο αυτό για επιταγές χωρών, όπως είναι η νήσος Ναούρου, η Τράπεζα της Ελλάδος και η διοίκηση της Λαϊκής Τράπεζας έχουν εκδώσει σαφείς εντολές, δεσμευτικές για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, σχετικά με τη διαδικασία αγοράς τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την τράπεζα από περίεργες συναλλαγές ύποπτων τραπεζικών ιδρυμάτων αλλά και για την πρόληψη και την καταστολή παράνομων δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Έτσι οι υπάλληλοι της Τράπεζας οφείλουν από όταν περιέλθουν στα χέρια τους τέτοιες επιταγές, μεταξύ των οποίων και η νήσος Ναούρου, να αναμείνουν να πληρωθούν αυτές σε σύντομο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια να πιστώσουν το αντίτιμο στο σχετικό λογαριασμό. Διαφορετικά οφείλουν να αποστείλουν τις επιταγές στην τράπεζα εκδότη περιμένοντας αυτή να τις πληρώσει και στη συνέχεια να πιστωθεί το αντίτιμο στο σχετικό λογαριασμό του δικαιούχου (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων Η1, Η2 και Η3).
3) Αντίθετα ο κατηγορούμενος Χ6 με την υποχρεωτική (για την πραγματοποίηση της συναλλαγής) δεύτερη υπογραφή της κατηγορούμενης Χ1, διευθύντριας καταθέσεων στο υποκατάστημα, έσπευσαν να αγοράσουν τις επιταγές αυτές παραβλέποντας τις σαφείς οδηγίες της τράπεζας, στην οποία εργάζονταν, και κατά παράβαση κάθε κανόνα τραπεζικής συναλλαγής". Ως προς την δεσμευτικότητα των οδηγιών της τράπεζας δεν υπάρχει αμφιβολία (όσο και αν την αρνούνται οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της τράπεζας, ισχυριζόμενοι ότι η πραγματοποίηση των συναλλαγών αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε διευθυντή), όπως αναφέρθηκε παραπάνω από τους μάρτυρες. Εντούτοις αυτοί, ο διευθυντής της τράπεζας Χ6 και η πιστοποιούσα διευθύντρια καταθέσεων Χ1, σε καμία ουσιαστική ενέργεια δεν προέβησαν προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα της τράπεζας. Αντίθετα η ενέργεια του κατηγορούμενου Χ6 να στείλει Φαξ προς τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα για το αν οι εν λόγω επιταγές ήταν νόμιμες και έγκυρες και η λήψη απάντησης στις 2-9-03 με τη βεβαίωση δήθεν της ως άνω τράπεζας σχετικά με τη γνησιότητα των υπογραφών που είχαν τεθεί σε αυτές και τη γνησιότητά τους ως αξιόγραφων δεν διασφάλιζαν την τράπεζα, διότι το ζήτημα δεν ήταν αν οι επιταγές ήταν γνήσιες ή όχι, αλλά η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα της τράπεζας που φέρεται ότι τις εξέδωσε". Επίσης, ο κατηγορούμενος όφειλε να ζητήσει επιβεβαίωση της ύπαρξης υπολοίπου ποσού και της εξόφλησής τους, καθώς και χρονοδιάγραμμα πληρωμής τους, κάτι που όμως δεν έκανε. Αντίθετα λοιπόν από όσα όριζε η τράπεζα, ο κατηγορούμενος διευθυντής του υποκαταστήματος έσπευσε να αγοράσει τις επιταγές και να πιστώσει το λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου με το αντίστοιχο ποσό, αμέσως μόλις εμφανίστηκαν οι επιταγές στην τράπεζα, δηλαδή στις 2 και 4/9/2003". Το ποσό στη συνέχεια αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τον παραπάνω λογαριασμό του Χ4, με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια τράπεζα ζημία ύψους 548.000 ευρώ (αφού το ποσό των παραπάνω επιταγών ουδέποτε πληρώθηκε), ποσό που αντιστοιχεί στην ευρωποίηση του ποσού των 600.000 δολαρίων, από ενέργειες των κατηγορούμενων Χ6 και Χ1, οι οποίοι ως διευθυντής του υποκαταστήματος της στη Ρόδο ο πρώτος και διευθύντρια καταθέσεων η δεύτερη είχαν τη διαχείριση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της ο Χ6, ενώ η Χ1 θέτοντας την (αναγκαία για την ολοκλήρωση της συναλλαγής) υπογραφή της. Έτσι έθεσαν την υπογραφή τους ο ένας ως διευθυντής και η άλλη ως πιστοποιούσα υπάλληλος στα παρακάτω εντάλματα πληρωμής υπέρ του κατηγορούμενου Χ4 (από το λογαριασμό, στον οποίο είχαν μπει τα ποσά των δύο με αριθμό ... και ... τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολαρίων, ήτοι 548.800 ευρώ) και ειδικότερα: α) την 2-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., β) την 3-9-2003 στο με αριθμό ...., γ) την 4-9-2003 στο με αριθμό ......, δ) την 5-9-2003 στο με αριθμό ...., ε) την 5-9-2003 στο με αριθμό ...., στ) την 8-9-2003 στο με αριθμό ...., ζ) την 19-9-2003 στο με αριθμό ....., τα οποία πληρώθηκαν από τους ταμίες της εργοδότριάς τους, Λαϊκής τράπεζας κατόπιν της δικής τους έγκρισης και εντολής. 4) Οι κατηγορούμενοι Χ9, Χ11 και Χ10 είναι επιχειρηματίες και δραστηριοποιούνται οι πρώτος και τρίτος σε οικοδομικές επιχειρήσεις και ο δεύτερος στην τροφοδοσία τροφίμων. Όλοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα; λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, είχαν καταχωρηθεί στη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας με αποτέλεσμα να μη μπορούν να παίρνουν καρνέ επιταγών ή δάνεια προκειμένου να χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις τους, Στους δυο πρώτους παρουσιάσθηκε άτομο με το όνομα Χ7, στο δε τρίτο άτομο με το όνομα Χ8. Οι παραπάνω σύστησαν σ' αυτούς τους Χ2 και Χ3, που διατηρούσαν γραφείο οικονομικών μελετών στην Αθήνα και οι οποίοι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος μπορούσαν να τους διευκολύνουν ώστε να σβηστούν από τη λίστα του Τειρεσία. Όλοι οι παραπάνω κατέφυγαν στη μεσολάβηση του κατηγορούμενου Χ6, ο οποίος εμφανίστηκε να λειτουργεί στη Ρόδο ως ενδιάμεσος μεταξύ των Χ2 και Χ3. Δηλαδή εμφανίστηκε να φέρνει σε επαφή τους Χ9, Χ11 και Χ10 με τους Χ2 και Χ3. Τους υποσχέθηκε δηλαδή ότι για το χρονικό διάστημα που θα απαιτείτο μέχρι να σβηστούν από τον "Τειρεσία" αυτός θα μπορούσε να τους διευκολύνει μέσω του ανοίγματος λογαριασμού στην τράπεζα που εργαζόταν. Στα πλαίσια λοιπόν της παραπάνω συναλλαγής οι κατηγορούμενοι Χ9, Χ11 και Χ10 προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες: 1) Στις 14-6-02 ο Χ6 έλαβε από τον Χ9 το ποσόν των 20.000 ευρώ προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή του τελευταίου από τον Τειρεσία. 2) Στις 17-9-02 ο Χ9 έδωσε στον Χ7 το ποσόν των 32.000 ευρώ για τον ίδιο λόγο. 3) Στα μέσα του έτους 2002 ο Χ11 φέρεται να δίνει στον Χ7 το ποσόν των 19.000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δυο επιταγές των 8.000 ευρώ, προκειμένου να διαγραφεί από τον Τειρεσία, σε συνεργασία με τον Χ6. Σε όλες τις περιπτώσεις οι Χ7 και Χ6 φαίνονταν να λειτουργούν για λογαριασμό των Χ2 και Χ3, αν και μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο οι τελευταίοι δεν είχαν εμφανιστεί πουθενά. 4) Ο Χ11, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες χρηματοδότησης που αντιμετώπιζε πήρε (με τη μεσολάβηση του Χ6, τον οποίο του σύστησε ο Χ7) το ποσό των 3000 ευρώ ως καταναλωτικό δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα, μολονότι ήταν στη δυσμενή λίστα του Τειρεσία και για το λόγο αυτό δε μπορούσε να λάβει δάνειο από τράπεζα. Κατά τον Χ11 πίσω από την υπόθεση αυτή δραστηριοποιούνταν ο Χ6, ο οποίος ήταν κουμπάρος του Χ7. Να σημειωθεί ότι η μια από τις δύο επιταγές του Χ11 βρέθηκε στο πλαφόν που είχε στην ίδια τράπεζα ο Χ10, φίλος του Χ7. Ο Χ10 ισχυρίστηκε ότι στις 9-9-02, μετά από υπόδειξη του Χ6, άνοιξε πλαφόν στη Λαϊκή Τράπεζα. Σ' αυτό τον εξανάγκασαν να καταθέσει με οπισθογράφηση επιταγές τρίτων ανθρώπων, με τις οποίες δεν είχε καμία σχέση. Είναι λοιπόν πιθανόν μεταξύ αυτών να συγκαταλέγεται και η επιταγή του Χ11. 5) Ο Χ10 πήρε δάνειο αξίας 83.000 ευρώ περίπου από τον Χ6 ο οποίος του ζήτησε 15.000 ευρώ. έναντι δε του ποσού αυτού ο Χ6 του έδωσε μια επιταγή της άγνωστης σε αυτόν εταιρίας ..... με έδρα την Ελευσίνα, η οποία δεν πληρώθηκε. 6) Μέχρις εδώ οι Χ2 και Χ3 αναφέρονται ως ονόματα, χωρίς συγκεκριμένη όμως ανάμιξη πέραν των όσων ο Χ6 και ο Χ7 ανέφεραν γι' αυτούς. Στις 8/11/02, όμως, όπως ανέφερε ο Χ10, οι Χ3 και Χ2 τον συνάντησαν στο σπίτι του στη Ρόδο και του ζήτησαν επιπλέον το ποσόν των 10.800 ευρώ για να τον "διαγράψουν" από τον Τειρεσία. Ο Χ10 τους έδωσε μια επιταγή με αριθ. ....... της Λαϊκής Τράπεζας σε διαταγή του και την οπισθογράφησε σ' αυτούς. Επίσης στις 28/12/02 για τον ίδιο σκοπό τους έδωσε μια επιταγή 12.000 ευρώ και ο, επιχειρηματίας φίλος του Χ10, Θ1. Τέλος ο Χ10 κατάθεσε σε λογαριασμό του Χ2 στη ΝΟΥΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές αξίας 5.000 ευρώ και 1.500 ευρώ. 7) Επιπλέον στις 8/3/04 οι Χ3 και Χ2 έλαβαν 4 επιταγές κάθε μια των 3.000 ευρώ σε έκδοση της, συζύγου του Χ9, Γ1, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν και να αποστείλουν τα χρήματα στον Χ9. 5) Ο κατηγορούμενος Χ9 κατά τον ίδιο χρόνο αντιμετώπιζε συγκεκριμένες οικονομικές δυσκολίες. Έτσι προσπάθησε μέσω του Χ6 να βρει κάποιον προς τον οποίο θα πωλούσε νεοαναγειρόμενη οικοδομή του στην οδό ...... Ύστερα από σχετικές επαφές βρέθηκε ως υποψήφιος αγοραστής ο Ζ1. Ο Ζ6 φέρεται να είπε στον Ζ1 ότι ουσιαστικά θα εξυπηρετούσε τον Χ9 παρουσιαζόμενος ως αγοραστής του ακινήτου, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει το ποσό στεγαστικού δανείου που θα εκδιδόταν στο όνομά του. Στη συνέχεια θα πωλείτο το διαμέρισμα σε άλλον αγοραστή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Ζ1 συναίνεσε και, αφού μπήκε στο ακίνητο προσημείωση, εγκρίθηκε το δάνειο ύψους 80.550 ευρώ. Αυτά τα χρήματα κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό του Ζ9 και της συζύγου του Γ1. Ωστόσο παρά τα συμφωνημένα δε βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής για το ακίνητο και ο Ζ1 έπρεπε να πληρώσει τις δόσεις του δανείου για την αγορά του ακινήτου, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να κάνει. Έτσι θέλησε να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο. Πλην όμως σε επίσκεψη του στη Λαϊκή Τράπεζα και παρατηρώντας τυχαία το φάκελο του είδε ότι φερόταν υπογεγραμμένο από αυτόν πωλητήριο συμβόλαιο του ακινήτου, ενώ ο ίδιος είχε υπογράψει μόνον προσύμφωνο και όχι συμβόλαιο αγοράς αυτού, η δε υπογραφή που είχε τεθεί δεν ήταν δική του. Τη συγκεκριμένη ημέρα αντιμετώπισε την άρνηση του υπαλλήλου της τράπεζας να του χορηγήσει αντίγραφο. Επέστρεψε την επόμενη και κατόρθωσε να πείσει κάποιον άλλο υπάλληλο, το αντίγραφο όμως του υποτιθέμενου συμβολαίου, δεν ταυτιζόταν με αυτό που είχε ήδη δει την προηγούμενη ημέρα. Στη συνέχεια, αφού έλαβε το συμβόλαιο πήγε προς τον φερόμενο ως συντάξαντα συμβολαιογράφο Κων/νο Τζεδάκη. Αυτός του είπε ότι πρόκειται για πλαστό συμβόλαιο. Καταθέτοντας ο συμβολαιογράφος (βλ. σχετική) ισχυρίσθηκε ότι ποτέ δεν συνέταξε το πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο ο Ζ1 έλαβε από το φάκελο που υπήρχε στην τράπεζα. Αυτό ήταν εμφανώς πλαστό, διότι ο αριθμός σύνταξης της ανάλογης πράξης (.....) δεν αντιστοιχεί σε αυτό το συμβόλαιο, αλλά σε άλλο συμβόλαιο εντελώς άσχετο με το επίμαχο. Επίσης πλαστή ήταν η φερόμενη ως σφραγίδα του, αφού η δική του ήταν διαφορετική (βλ. σχετικό δείγμα αυτής), αλλά και η φερόμενη ως υπογραφή του στο τέλος του συμβολαίου, που είχε τεθεί κατ1 απομίμηση της δικής του. Ο Ζ1 κατέθεσε ότι οι Χ6 και Χ9του δήλωσαν ότι πράγματι το εν λόγω συμβόλαιο είναι πλαστό, πλην όμως τέθηκε στο φάκελο του για λόγους διασφάλισής του. Τελικά ο Ζ1 διαπίστωσε ότι ούτε το εν λόγω ακίνητο μπορούσε να πωλήσει, καθώς σε βάρος του είχε εκδοθεί σήμα διακοπής εργασιών από την πολεοδομία, καθώς αυτό φερόταν ως αυθαίρετο, αλλά αυτό δεν ήταν αποπερατωμένο και το στάδιο εργασιών ήταν ακόμα στις κολώνες.
6) Ο κατηγορούμενος Χ7 εντός του έτους 2000, κατάρτισε το με αριθμό ..... Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας "...... ΟΕ", της οποίας ήταν διαχειριστής, φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολής-τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1, καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής, αξίας 76.500.000 δρχ. Έτσι παραπλάνησε με την χρήση τους, τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας, της οποίας ήταν διαχειριστής, και του Δ2, και στη συνέχεια έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, συνυποβάλλοντάς τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της παραπάνω Τράπεζας για την έγκριση χρηματοδότησης προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία εμφανίστηκε ότι έλαβε την παραπάνω χρηματοδότηση. Στη συνέχεια κατάρτισε το με αριθμό ..... Δελτίο Αποστολής- Τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρίας ".........ΟΕ" φωτοτυπώντας το λευκό και ασυμπλήρωτο δελτίο αποστολής- τιμολόγιο και συμπλήρωσε στο φωτοαντίγραφο τα στοιχεία του εμπόρου Δ1, καθώς και τα προϊόντα της υποτιθέμενης συναλλαγής, αξίας 15.550.000 δρχ". Έτσι παραπλάνησε τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ιονικής Τράπεζας περί του ότι δήθεν υπήρχαν συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας, της οποίας ήταν διαχειριστής, και του Δ2, και στη συνεχεία έκανε χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων συνυποβάλλοντας τα μετά των λοιπών δικαιολογητικών ενώπιον των αρμόδιων υπαλλήλων της άνω Τράπεζας για έγκριση χρηματοδότησης σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του το ποσό της χρηματοδότησης, ήτοι περιουσιακό όφελος προς βλάβη της ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία εμφανίστηκε ότι έλαβε την παραπάνω χρηματοδότηση. Το συνολικό όφελος που πέτυχε και αντίστοιχα η ζημία που προξενήθηκε στην εν λόγω ΟΕ ανέρχεται στο ποσό των 92.050.000 δρχ.
III) Οι εκκαλούντες υποστήριξαν τα ακόλουθα: Η πρώτη εκκαλούσα Χ1 υποστήριξε ότι: 1) το αν η EUROCARRIBEAN ΒΑΝΚ είναι ή όχι πιστωτικό ίδρυμα κρίνεται με βάση τη νομοθεσία της χώρας, στην οποία εδρεύει, και όχι σύμφωνα με άλλες νομοθεσίες. Ορθή η παρατήρηση, πλην όμως συσκοτίζει και αποκρύπτει το γεγονός ότι ακριβώς επειδή η νομοθεσία της χώρας της είναι "χαλαρή" και πολλά παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί με επιταγές "πιστωτικών ιδρυμάτων" των Ναούρου Καραϊβικής, για το λόγο αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος και η Λαϊκή Τράπεζα έχουν στείλει δεσμευτικές εγκυκλίους- οδηγίες να μη γίνονται δεκτές παρά μόνο αν ακολουθηθούν οι σχετικές οδηγίες τους. 2) Αμφισβητεί επίσης την άποψη περί δεσμευτικότητας γράφοντας ότι ο τρόπος που όρισε η τράπεζα για να γίνει δεκτή παρόμοια επιταγή (περιγράφηκε ανωτέρω) "είναι εκτός πραγματικότητας και τραπεζικής πρακτικής" και την εξέφρασαν οι μάρτυρες Η1 κλπ, οι οποίοι όμως είναι οι πλέον αρμόδιοι και αυτούς όρισε η τράπεζα ως επιθεωρητή, περιφερειακό διευθυντή κτλ. Πραγματικά περίεργη άποψη. Την πραγματικότητα και την τραπεζική πρακτική τις ορίζουν η Τράπεζα της Ελλάδος και η ενδιαφερόμενη τράπεζα, εν προκειμένω η Λαϊκή Τράπεζα, όχι οι κατά τόπους υπάλληλοι: οι τράπεζες είναι που λειτουργούν τα καταστήματά τους και πληρώνουν τους υπαλλήλους τους, αλλά και αυτές που θα κληθούν να "πληρώσουν τα σπασμένα" από τις διάφορες επιταγές προέλευσης χωρών όπως τα Ναούρου, που οι υπάλληλοι τους, που βρίσκονται εντός της πραγματικότητας και της τραπεζικής πρακτικής δέχονται και πληρώνουν". Σε κάθε περίπτωση νομίζουμε ότι η εκκαλούσα δεν υπονόησε με τη φράση της ότι, αν δεν δεχτούν ως Λαϊκή Τράπεζα τις επιταγές, οι κομιστές τους θα πάνε σε άλλη τράπεζα και αυτοί θα τους χάσουν από πελάτες, διότι και η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή: η τράπεζα με τη δεσμευτική της εγκύκλιο, προφανώς, το αντιμετώπισε και αποφάσισε να μην διακινδυνεύσει. 3) Το γεγονός ότι τις επιταγές έφερε ο Χ4 και ο Χ5, εκπρόσωπος της αγγλικής, εταιρείας ....... δεν κίνησε υποψίες ότι οι επιταγές προέρχονταν από εταιρεία ευκαιρίας. Εντούτοις οι εγκύκλιοι της τράπεζας δεν έκαναν λόγο για εταιρείες υπεράνω υποψίας, αλλά για την προέλευση της επιταγής-και τα Ναούρου υπάγονταν στην κατηγορία αυτή. Τέλος 4) η υπογραφή της δεν απαιτείτο για την πληρωμή των επιταγών αφού "αυτή γινόταν με την έγκριση του διευθυντή, ενώ η ίδια έκανε έλεγχο μόνο της τυπικής νομιμότητας των πράξεων και παραστατικών που εκδόθηκαν για τη συναλλαγή". Αφού λοιπόν ο έλεγχος ήταν μόνο για την τυπική νομιμότητα, τότε γιατί δεν θυμήθηκε να ελέγξει και το σκέλος της τυπικής νομιμότητας που αναφερόταν στην εγκύκλιο, η οποία έλεγε ότι δεν πρέπει να γίνονται δεκτές επιταγές προέλευσης, εκτός των άλλων, Ναούρου; Δηλαδή η τυπική νομιμότητα αναφέρεται μόνο στο αν έχουν τεθεί οι υπογραφές, ληφθεί τα στοιχεία του καταθέτη κτλ; Ακριβώς όμως για να αποφευχθούν παράνομες ενέργειες ενός διευθυντή είναι που έχει τεθεί η δικλείδα ασφαλείας να απαιτείται και δεύτερη υπογραφή της διευθύντριας καταθέσεων. Εκτός από την περίπτωση που και αυτή η διευθύντρια (προφανώς δεν είναι δυνατόν η αμφιβολία να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος, αφού τότε η μόνη διέξοδος για την τράπεζα θα ήταν να τους απολύσει) ήταν σε αγαστή συμφωνία με τον διευθυντή του υποκαταστήματος να κάνουν δεκτές τις επιταγές.
Ο δεύτερος εκκαλών αρνείται ότι προσκόμισε ο ίδιος τις επιταγές, πήγε, ισχυρίζεται, στην τράπεζα για άλλη συναλλαγή και μετά έκπληκτος διαπίστωσε ότι του ζητούσαν, επειδή δεν πληρώθηκαν οι επιταγές, να καταβάλει το αντίτιμο τους. Υπερθεμάτισε μάλιστα ως προς το πώς είναι δυνατόν η Τράπεζα να αγνοεί τα περί Ναούρου και να δέχεται να πληρώσει τις επιταγές και τελικά πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί ως προς την υπογραφή του. Εντούτοις οι δύο γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες είναι αντιφατικές ως προς το σημείο αυτό και ο ισχυρισμός του δεν είναι πειστικός".
Ο τρίτος εκκαλών Χ5 αρνείται και αυτός την κατηγορία εστιάζοντας στο ζήτημα της πλαστογραφίας των, επιταγών, για το οποίο αναφέραμε αμέσως παραπάνω, και κυρίως στο ότι πίσω από όλες τις ενέργειες βρίσκονται οι Χ6 και Χ1. Ανεξάρτητα όμως από την ευθύνη των συγκεκριμένων προκύπτει ευθύνη και του ίδιου ας θυμηθούμε ότι ο ισχυρισμός της Χ1 ήταν πως δεν υποψιάστηκαν πρόβλημα με τις επιταγές, αφού τις προσκόμισαν πρόσωπα υπεράνω υποψίας: ο δεύτερος εκκαλών και ο τρίτος που εκπροσωπούσε την αγγλική εταιρεία ......... Άλλωστε, όπως ισχυρίστηκε η ίδια, αυτός ήταν και ο λόγος που προέβησαν στην πληρωμή. Με απλά λόγια ο ένας προσπαθεί να μετακυλίσει τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες του στους άλλους και τανάπαλιν.
Τέλος, ο τέταρτος εκκαλών Χ3 επικεντρώθηκε στο γεγονός, που έχουμε ήδη επισημάνει, ότι συνήθως το όνομα του, όπως και αυτό του Χ2, αναφέρονταν από τρίτους, τον Χ6 για παράδειγμα με την πάγια φράση ότι αυτοί θα τους "έσβηναν" από τον Τειρεσία, χωρίς να προκύπτει, στο μεγαλύτερο μέρος των αναφερθεισών περιπτώσεων ότι αυτός είχε κάποια ανάμιξη, Θα μνημονεύσουμε συγκεκριμένα τις περιπτώσεις που στους Χ9, Χ11 παρουσιάσθηκε άτομο με το όνομα Χ7, στον δε Χ10 άτομο με το όνομα Χ8, τους σύστησαν τον εκκαλούντα και τον Χ2, οι οποίοι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος μπορούσαν να τους διευκολύνουν ώστε να σβηστούν από τη λίστα του Τειρεσία. Επίσης, όταν οι Χ9, Χ11 και Χ10 κατέφυγαν στη μεσολάβηση του Χ6 αυτός εμφανίστηκε να λειτουργεί στη Ρόδο ως ενδιάμεσος μεταξύ των Χ2 και Χ3 . Δηλαδή εμφανίστηκε να φέρνει σε επαφή τους Χ9, Χ11 και Χ10 με τους Χ2 και Χ3. Οι σχετικές συναλλαγές είναι: 1) Στις 14-6-02 ο Χ6έλαβε από τον Χ9 το ποσόν των 20.000 ευρώ προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή του τελευταίου από τον Τειρεσία. 2) Στις 17-9-02 ο Χ9 έδωσε στον Χ7 το ποσόν των 32.000 ευρώ για τον ίδιο λόγο. 3) Στα μέσα του έτους 2002 ο Χ11 φέρεται να δίνει στον Χ7 το ποσόν των 19.000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 ευρώ προκειμένου να διαγραφεί από τον Τειρεσία, σε συνεργασία με τον Χ6. Σε όλες τις περιπτώσεις οι Χ7 και Χ6 φαίνονταν να λειτουργούν για λογαριασμό των Χ2 και Χ3, Γι' αυτές η συμμετοχή του εκκαλούντος και του Χ2 είναι "σκιώδης": τους αναφέρουν, χωρίς οι ίδιοι να έχουν αναμιχθεί εμφανώς. Η αναφορά δε σ' αυτούς μπορεί να οφείλεται και μόνο στο γεγονός ότι οι Χ6, Χ7 και Χ8 γνώριζαν τη λειτουργία του γραφείου Τους και μπορούσαν να αναφέρουν τα ονόματα τους. Η ανάμιξη τους επιβεβαιώνεται από την κατάθεση Χ10 ότι στις 8/11/02 οι Χ3 και Χ2 τον συνάντησαν στο σπίτι του στη Ρόδο και του ζήτησαν επιπλέον το ποσόν των 10.800 ευρώ για να τον "διαγράψουν" από τον Τειρεσία. Ο Χ10 τους έδωσε μια επιταγή με αριθ. ...... της Λαϊκής Τράπεζας σε διαταγή του ποσού 10.800 ευρώ και την οπισθογράφησε σ' αυτούς. Επίσης στις 28/12/02 για τον ίδιο σκοπό τους έδωσε μια επιταγή 12.000 ευρώ και ο, επιχειρηματίας φίλος του Χ10, Θ1. Τέλος, ο Χ10 κατάθεσε σε λογαριασμό του Χ2 στη ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές αξίας 5.000 ευρώ και 1.500 ευρώ. Επιπλέον στις 8/3/04 οι Χ3 και Χ2 έλαβαν 4 επιταγές κάθε μια των 3.000 ευρώ, σε έκδοση της συζύγου του Χ9, Γ1, προκειμένου να τις προεξοφλήσουν και να αποστείλουν τα χρήματα στον Χ9, πράξη όμως που δεν μπορεί να υπαχθεί στην κατηγορία της κακουργηματικής απάτης, αλλά μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως προεξόφληση επιταγών, η οποία μπορεί να αποτελεί αστική υπόθεση μεταξύ των δύο πλευρών, όχι όμως ποινικά αξιόλογη. Έτσι μένουν οι περιπτώσεις της αποστολής των δύο επιταγών 22.800 ευρώ προς τον Χ3 και η κατάθεση των 6.500 ευρώ στο λογαριασμό του Χ2. Αυτές δεν μπορούμε να τις αρνηθούμε, ο Χ10 είναι μεν θύμα, αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι κατάθεσε μόνο αυτά τα επιβαρυντικά στοιχεία για τους Χ3 και Χ2 και όχι άλλα, ποσά τα οποία, κατά τον εκκαλούντα, είχαν την ακόλουθη, μη πειστική όμως αφού δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, συνέχεια: την επιταγή των 10.800 ευρώ την επέστρεψε ανεξόφλητη (δεν αναφέρει όμως τίποτα για την επιταγή των 12.000 ευρώ), ενώ τα ποσά προς τον Χ2 εισπράχθηκαν από αυτόν. Σε κάθε περίπτωση οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν την απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, αφού η κατ1 επάγγελμα τέλεση μπορεί να υπάρχει ακόμα και με μία τελεσθείσα πράξη.
IV) Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτουν τα εξής: 1) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, που αρκούν κατά το νόμο για την παραπομπή, σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ4 και Χ5, δηλαδή των τριών πρώτων εκκαλούντων για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα τους παρέπεμψε για τις πράξεις αυτές. 2) Επίσης η πράξη, την οποία τέλεσε ο τέταρτος εκκαλών μαζί με τον Χ2 (δηλαδή οι δύο περιπτώσεις που αναλύθηκαν εκτενώς παραπάνω στο κεφάλαιο
ΙΙ.4. αρ. 6 και 7), έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, ακόμα και με τις δύο μεμονωμένες πράξεις, αφού έστω και με αυτές στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η κακουργηματική κατ' εξακολούθηση απάτη από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στην παρούσα περίπτωση όμως θα πρέπει να αναγνωριστεί το επεκτατικό αποτέλεσμα στον μη εκκαλέσαντα έκτο κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος είχε μεν δικαίωμα να ασκήσει έφεση αλλά δεν άσκησε, γεγονός το οποίο είναι συγχωρητέο, ενόψει της αντιφατικότητας που θα εμφιλοχωρήσει με το να παραπέμπεται ο εκκαλέσας Χ3 για πλημμέλημα και ο μη εκκαλέσας Χ2 για κακούργημα. Με βάση τα όσα αναπτύχθηκαν μέχρι εδώ συνάγεται ότι θα πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι εφέσεις των τριών πρώτων εκκαλούντων κατά του προσβαλλόμενου με τις υπό κρίση εφέσεις βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της η έφεση του τέταρτου εκκαλούντος και με επεκτατικό αποτέλεσμα υπέρ του μη εκκαλέσαντος έκτου κατηγορουμένου Χ2 και να παραπεμφθούν για δύο μόνο πράξεις της κακουργηματικής απάτης. Επειδή όμως οι πράξεις αυτές των (εκκαλέσαντος) Χ3 και (μη εκκαλέσαντος, αλλά με επεκτατικό αποτέλεσμα) Χ2 συνάπτονται με πράξεις των κατηγορουμένων και μη εκκαλεσάντων Χ6, Χ7, Χ8 (διότι με τον πρώτο η κατηγορία έχει διατυπωθεί ως από κοινού τελεσθείσα- ενώ πλέον για δύο από τις πράξεις ο Χ6 είναι μόνος αυτουργός- ενώ για τους λοιπούς η κατηγορία έχει διατυπωθεί ως άμεση συνέργεια σε πράξεις που έχουν τελέσει από κοινού οι φυσικοί αυτουργοί, ενώ πλέον η άμεση συνέργεια σε άλλες μεν περιπτώσεις είναι σε πράξεις που τέλεσε ένας φυσικός αυτουργός και σε άλλες τρεις φυσικοί αυτουργοί) θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί συνολικά η εναντίον όλων των κατηγορουμένων κατηγορία στο διατακτικό, για την αποφυγή ενός διατακτικού που θα ανατρέχει σε κεφάλαια του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 45/2006 βούλευμά του έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως α) από τους τρεις πρώτους εκκαλούντες κατηγορουμένους (Χ1, Χ4 και Χ5) των ειρημένων για καθένα απ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων και για το λόγο αυτόν απέρριψε τις απ' αυτούς ασκηθείσες κατά του υπ' αριθ. 135/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου εφέσεις τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα και β) από τον τέταρτο εκκαλούντα κατηγορούμενο (Χ3) της ειρημένης αξιόποινης πράξεως της απάτης από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, εις βάρος του Χ10, και για το λόγο αυτόν απέρριψε εν μέρει (κατά το κεφάλαιο αυτό) την απ' αυτόν ασκηθείσα κατά του άνω παραπεμπτικού βουλεύματος έφεση, την οποία, όμως, δέχθηκε κατά τα λοιπά ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αποφάνθηκε με το άνω βούλευμά του, όπως προαναφέρθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ3 και (με αναγνώριση επετακτικού αποτελέσματος) κατά του, μη εκκαλέσαντος το άνω πρωτόδικο βούλευμα, κατηγορουμένου Χ2 για κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση εις βάρος των Χ9 και Χ11. Προς τούτοις, το αυτό Συμβούλιο Εφετών απέρριψε, με δικές του σκέψεις, ως βάσιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας Χ1 για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή της, προς παροχή διευκρινίσεων και διασαφήσεων επί της κατηγορίας, με την εξής αιτιολογία: " Τι αίτημα της κατηγορουμένης Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου πρέπει να απορριφθεί, αφού το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν προκύπτει κανένας ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον αυτού. Αντίθετα, η παραπάνω εξέθεσε με επάρκεια τις απόψεις της για τις κατηγορίες στο πλαίσιο της διενεργεθείσας προανακριτικής εξετάσεως και κυρίας ανάκρισης με πολυσέλιδα υπομνήματα", ενώ στη συνέχεια επαναδιατύπωσε στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, για τον προεκτεθέντα λόγο, συνολικά την κατηγοριά για όλους τους κατηγορουμένους ως εξής: "
Παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου τους κατηγορουμένους 1) Χ1, 2) Χ4, 3) Χ5, 4) Χ3, 5) Χ6, 6) Χ2, 7)Χ7, 8) Χ8 και 9) Χ9 για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι:
1) Ο κατηγορούμενος Χ6 και ήδη άγνωστης διαμονής, στη Ρόδο κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους τέλεσε με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα με περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Α) Από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ4 με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.) και συγκεκριμένα: Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με σκοπό να αποκομίσει αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Χ4 παράνομο περιουσιακό όφελος, με την ιδιότητα του ως διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, επί της οδού Εθνάρχου Μακαρίου 17, παρέστησε ψευδώς στους ταμίες της ως άνω τράπεζας ότι οι με αριθμό .... και ..... τραπεζικές επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας ...... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ - ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής, και ποσού 300.000 δολαρίων, ήτοι 273.972,60 και 275.735.28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), οι οποίες προσκομίσθηκαν από τον παραπάνω συγκατηγορούμενό του με την ιδιότητα του νομίμου κομιστή αυτών και τις οποίες εξόφλησε, ήταν πράγματι επιταγές οι οποίες προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ γνώριζε ότι η παραπάνω τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας του τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές. Δηλαδή προκειμένου να πείσει τους ταμίες της τράπεζας ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν νόμιμες και επομένως πληρωτέες στον δικαιούχο τους, έστειλε φαξ στην φερομένη ως εκδότρια τράπεζα με το οποίο ζητούσε να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα των υπογραφών που έφεραν οι επιταγές λαμβάνοντας ως απάντηση, επίσης με φαξ τη δήθεν βεβαίωση της γνησιότητάς τους, από το οποίο (FΑΧ) όμως είχε επιμελώς αποκρυφτεί ο αριθμός αποστολής του και δεν έφερε υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου που να προβαίνει στην ως άνω επιβεβαίωση. Με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να πιστώσουν το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο ως άνω συγκατηγορούμενός του με τα παραπάνω ποσά των επιταγών, πράγμα το οποίο δε θα συνέβαινε αν γνώριζαν την αλήθεια και να του καταβάλουν στη συνέχεια τμηματικά κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες τα κάτωθι ποσά, τα οποία αναλήφθηκαν κατόπιν δικών του, καθώς και της συγκατηγορούμενής του Χ1 εγκρίσεων και υπογραφών στα παρακάτω παραστατικά αναλήψεως: α) την 2-9-2003 το ποσό των 155,000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, β) την 3- 9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ στο με αριθμό .... έντυπο αναλήψεως, στ)την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το με αριθμό ... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το με αριθμό ... έντυπο αναλήψεως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό που αναλήφθηκε από το συγκατηγορούμενό του με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας, αφού η τελευταία δεν κατέστη δυνατό να το εισπράξει το παραπάνω ποσό από τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα των επιταγών αυτών.
Β. ί) Εντός του έτους 2002 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκε να αποκομίσει υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπραττε δε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε ψευδώς, με τη συνεργεία των συγκατηγορουμένων του Χ7 και Χ8, στους επιχειρηματίες Χ9 και Χ11 ότι είχε τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά:
α) Ο Χ9 του κατέβαλε: την 14-6-2002 το ποσό των 20.000 ευρώ, την 17-6-2002 το ποσό των 32.000 ευρώ, ενώ την 8-4-2002 κατέβαλε τέσσερις επιταγές αξίας 3000 ευρώ η καθεμιά και συνολικής αξίας 12.000 ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του Γ1.
β) Ο Χ11 του κατέβαλε περί τα μέσα του έτους 2002 το ποσό των 19.000 ευρώ, ήτοι 3.000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 ευρώ της τράπεζας Δωδεκανήσου, σε διαταγή του και εκδόσεως Β1.
Έτσι αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτόν για λογαριασμό του από τους προαναφερόμενους επιχειρηματίες, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας τους, αφού αυτοί δεν μπόρεσαν τελικά να διαγραφούν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένοι λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτούς. Την δε ανωτέρω πράξη διέπραττε κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Β, ιι) Εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, με τη συνέργεια των συγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ8, στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ....... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου, αξίας15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως.
Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Γ)...
2) Ο κατηγορούμενος Χ7 και ήδη άγνωστης διαμονής, στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα, Α.i) Στη Ρόδο εντός του έτους 2002 με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του Χ6 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11 με προξενηθείσα ζημία τους και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο παρείχε άμεση συνδρομή στον προαναφερόμενο συγκατηγορούμενό του να εξαπατήσει τον Χ9 και τον Χ11, διαμεσολαβώντας ώστε να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με αυτούς, στους οποίους παρέστησε ψευδώς ότι έχει τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά: α) Ο Χ9 κατέβαλε στις 14.06.2002 το ποσό των 20.000 Ευρώ, στις 17.06.2002 το ποσό των 32.000 Ευρώ ενώ την 08.04.2002 παρέδωσε τέσσερις επιταγές αξίας 3.000 Ευρώ η καθεμία και συνολικής αξίας 12.000 Ευρώ. εκδόσεως της συζύγου του Γ1, και β) Ο Χ11 περί τα μέσα του έτους 2002 κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 19.000 Ευρώ, εκ των οποίων ποσό 3.000 Ευρώ σε μετρητά και τα υπόλοιπα16.000 Ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 Ευρώ, της Τράπεζας Δωδεκανήσου, εις διαταγή του και εκδόσεως Β1. Με την προεκτεθείσα ενέργεια του, παρείχε στον συγκατηγορούμενό του Χ6, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνο σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν της κύριας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη εκ μέρους του η πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9, και Χ11, με προξενηθείσα ζημία των τελευταίων και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του Χ6 άνω των 15,000 Ευρώ, που αυτός διέπραξε στη Ρόδο, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις που αυτή (άδικη πράξη) τελέστηκε. Α.ii) Στη Ρόδο εντός του έτους 2002, με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που από κοινού αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της κατ1 εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10 με προξενηθείσα ζημία του και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 Ευρώ. Ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο παρείχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενούς του να εξαπατήσουν τον Χ10, διαμεσολαβώντας ώστε αυτός να έρθει σε επαφή και επικοινωνία με τους ως άνω συγκατηγορούμενούς του, οι οποίοι του παρέστησαν ψευδώς ότι έχουν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου, αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ...επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, αξίας 10.800 ευρώ, ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στην τράπεζα ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές, αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως. Με την προεκτεθείσα ενέργειά του, παρείχε στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνους σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς της κυρίας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη εκ μέρους τους η πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10 , με προξενηθείσα ζημία τoυ τελευταίου και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των Χ6, Χ3 και Χ2 άνω των 15.000 Ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στη Ρόδο, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις που αυτή (άδικη πράξη) τελέστηκε. Β)...
3) Ο Χ4, στη Ρόδο κατά τους αναφερόμενους χρόνους τέλεσε έγκλημα, που τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ6 με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επιδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000,000 δρχ.) και συγκεκριμένα: Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με σκοπό να αποκομίσουν αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Χ6 παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού προσήλθε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, επί της οδού Εθνάρχου Μακαρίου 17, παρέστησε ψευδώς από κοινού με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, ο οποίος ήταν διευθυντής του ως άνω υποκαταστήματος, στους ταμίες της ως άνω τράπεζας ότι οι υπ' αριθμόν ...... και .... τραπεζικές επιταγές, εις διαταγή της εταιρίας ...... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ - ΕCΒ, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής, και ποσού 300.000 δολαρίων ήτοι 273.972,60 και 275.7 35,28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), τις οποίες εμφάνισε προς πληρωμή στην ως άνω τράπεζα, ήταν πράγματι επιταγές οι οποίες προέρχονταν από φερέγγυα, αξιόπιστη και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ γνώριζε ότι η παραπάνω τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό Ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να πληρωθούν αυτές. Με αυτό τον τρόπο έπεισαν τους ταμίες να πιστώσουν το υπ' αριθμόν....... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τα παραπάνω ποσά των επιταγών, πράγμα το οποίο δε θα συνέβαινε αν γνώριζαν την αλήθεια και να του καταβάλουν στη συνέχεια τμηματικά κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες τα κάτωθι ποσά, τα οποία αναλήφθηκαν από αυτόν κατόπιν εγκρίσεως και υπογραφής των συγκατηγορουμένων του Χ6 και Χ1-προϊσταμένης καταθέσεων της τράπεζας- στα παρακάτω παραστατικά αναλήψεως: α) την 2-9-2003 το ποσό των 155.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, β) την 3-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, στ) την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ως άνω ποσό που αναλήφθηκε από αυτόν με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας, αφού η τελευταία δεν κατέστη δυνατό να το εισπράξει από τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα των επιταγών αυτών.
4) Η Χ1, με μία πράξη τέλεσε με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα:
Α) Την 2-9-2003 και την 3-9-2003, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους της Χ4 και Χ6 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Δηλαδή με την ιδιότητα της ως διευθύντριας του τμήματος καταθέσεων στο υποκατάστημα της προαναφερόμενης τράπεζας παρέσχε άμεση συνδρομή στους προαναφερόμενους συγκατηγορουμένους της να εξαπατήσουν την τράπεζα, αφού έθεσε την υπογραφή της η οποία ήταν απαραίτητη, στα κάτωθι έντυπα πληρωμών, συνδράμοντας έτσι στην παραπλάνηση των ταμιών της τράπεζας ώστε να εξοφλήσουν τμηματικά και στα παρακάτω χρονικά διαστήματα τις υπ' αριθμόν ..... και ..... τραπεζικές επιταγές οι οποίες ήταν εις διαταγή της εταιρίας .... LTD, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ- ΕCΒ, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και ποσού 300.000 δολαρίων εκάστη, ήτοι 273.972,60 και 275.735,28 ευρώ αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ) και προσκομίσθηκαν από τον νόμιμο κομιστή αυτών, έτερο συγκατηγορούμενό της Χ4. Συγκεκριμένα έθεσε την υπογραφή της στα κατωτέρω έντυπα αναλήψεως με τα οποία αναλήφθηκαν τα εξής ποσά: α) την 2-9-2003 αναλήφθηκε το ποσό των 155.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, β) την 3-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ...... έντυπο αναλήψεως, γ) την 4-9-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ... έντυπο αναλήψεως, δ) την 5-9-2003 το ποσό των 13.800 ευρώ με το υπ' αριθμόν .... έντυπο αναλήψεως, ε) την 5-9-2003 το ποσό των 80.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν.... έντυπο αναλήψεως, στ) την 19-9-2003 το ποσό των 110.000 ευρώ με το υπ1 αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως, ζ) την 19-9-2003 το ποσό των 10.000 ευρώ με το υπ' αριθμόν ..... έντυπο αναλήψεως. Η εξόφληση των παραπάνω επιταγών ήταν προϊόν εξαπάτησης της Λαϊκής Τράπεζας, αφού οι συγκατηγορούμενοί της παρέστησαν ψευδώς στους ταμίες της, με τη δική της συνέργεια, ότι οι παραπάνω επιταγές προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή ενώ όλοι τους γνώριζαν ότι η τράπεζα εκδόσεως τους δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας της τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες, τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η προαναφερόμενη. Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια της, παρέσχε στους συγκατηγορουμένους της Χ4 και Χ6, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνους σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς της κύριας πράξης, χωρίς την οποία (συνδρομή) θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους τους πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία της και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών άνω των 73.000 ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στην Ρόδο.
Β) Με γνώση της ζημίωσε περιουσία άλλου, της οποίας βάσει δικαιοπραξίας είχε την διαχείριση, και ειδικότερα με πρόθεση ζημίωσε την περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας, της οποίας ως προϊσταμένη καταθέσεων είχε τη διαχείριση, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της, υπογράφοντας, ως πιστοποιούσα υπάλληλος στα κάτωθι έντυπα ανάληψης των υπ' αριθμόν ..... και ....... τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολαρίων, ήτοι 548.800 ευρώ και ειδικότερα: α) την 2-9-2003 στο υπ' αριθμόν...., β) την 3-9-2003 στο υπ' αριθμόν ...., γ) την 4-9-2003 στο υπ' αριθμόν ......, δ) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ..., ε) την 5-9-2003 στο υπ' αριθμόν ....., στ) την 8-9-2003 στο υπ' αριθμόν ...., ζ) την 19-9-2003 στο υπ' αριθμόν ..... Οι παραπάνω επιταγές, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ-ΕCΒ, που εδρεύει στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής και συνολικού ποσού 54 8.800 ευρώ, που προσκομίσθηκαν από τον έτερο συγκατηγορούμενο της Χ4, πληρώθηκαν από τους ταμίες της εργοδότριας της- Λαϊκής Τράπεζας κατόπιν και δικής της εγκρίσεως και εντολής, (εκτός από αυτής του Χ6), αν και γνώριζε ότι η εκδότρια των ως άνω επιταγών τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό Ίδρυμα με την έννοια που απαιτεί ο νόμος αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές της εργοδότριας της Λαϊκής τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με τέτοιου είδους οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η νήσος Ναούρου της Καραϊβικής.
5) Ο Χ3, εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Χ6 και Χ2 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ' επάγγελμα (επειδή από την επανειλημμένη τέλεσή του και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος) και κατά συνήθεια (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους). Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς& με τη συνέργεια των συγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ8 στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ...... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, αξίας 10.800 ευρώ, ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές, αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ, αντιστοίχως".
Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων, του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς τη διάπραξη.
6) Ο Χ2, εντός του έτους 2002 από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Χ6 και Χ3 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών η δε ζημία που προξενήθηκε και το συνολικό όφελος που επεδίωκαν να αποκομίσουν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Διέπρατταν δε απάτες κατ' επάγγελμα (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση του και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής του προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος) και κατά συνήθεια (επειδή από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους). Ειδικότερα: Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, με τη συνέργεια των συγκατηγορουμένων τους Χ7 και Χ9 στον επιχειρηματία Χ10 ότι είχαν την δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά: τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ....... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου, αξίας 15.000 ευρώ την 8-11-2002 την με αριθμό .... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως.
Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακαλύπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη.
7) Ο Χ9, ως υπαίτιος του ότι στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) 8) Ο Χ8, στη Ρόδο τον Ιούνιο του 2002:
Α. i) Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ6 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11 και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος τους παρέστησε ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα να τους διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχαν μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχαν εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τους έπεισε να του καταβάλουν τα παρακάτω χρηματικά ποσά: α) Ο Χ9 του κατέβαλε: την 14-6-2002 το ποσό των 20.000 ευρώ, την 17-6-2002 το ποσό των 32.000 ευρώ, ενώ την 8-4-2002 κατέβαλε τέσσερις επιταγές αξίας 3000 ευρώ η καθεμιά και συνολικής αξίας 12.000 ευρώ-εκδόσεως της συζύγου του Γ1.
β) Ο Χ11 του κατέβαλε περί τα μέσα του έτους 2002 το ποσό των 19.000 ευρώ, ήτοι 3000 ευρώ σε μετρητά και 16.000 ευρώ σε δύο επιταγές των 8.000 ευρώ της τράπεζας Δωδεκανήσου, σε διαταγή του και εκδόσεως Β1.
Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια του, παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του Χ6, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνο σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από αυτόν της κύριας πράξης, χωρίς την οποία (συνδρομή) θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους του πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος των Χ9 και Χ11, με προξενηθείσα ζημία τους και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, που αυτός διέπραξε.
Α.ii) Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορούμενούς του Χ6, Χ3 και Χ2 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτοί διέπραξαν, δηλαδή της κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης σε βάρος του Χ10 και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν τη δυνατότητα να τον διαγράψουν από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και με αυτό τον τρόπο τον έπεισε να τους καταβάλει τα παρακάτω χρηματικά ποσά; τους παρέδωσε τον Ιούνιο του 2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Τράπεζας Δωδεκανήσου, αξίας 15.000 ευρώ, την 8-11-2002 την με αριθμό ..... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας αξίας 10.800 ευρώ ενώ λίγο αργότερα κατέθεσε για λογαριασμό τους στη τράπεζα ΝΟVΑ ΒΑΝΚ δύο επιταγές, αξίας 5.000 και 1.500 ευρώ, αντιστοίχως. Έτσι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τα άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτούς για λογαριασμό τους από τον προαναφερόμενο επιχειρηματία με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, αφού αυτός δεν μπόρεσε τελικά να διαγραφεί από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία ήταν γραμμένος, λόγω έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από αυτόν. Την δε ανωτέρω πράξη διέπρατταν κατ' επάγγελμα δηλαδή με σκοπό πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια έχοντας διαμορφώσει σταθερή ροπή προς την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, 9) Ο Χ5, κάτοικος ......, στη Ρόδο εντός του έτους 2003 και πάντως πριν την 2-9-2003 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ4 κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε από κοινού με τον Χ6, δηλαδή της απάτης σε βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο παράνομο όφελος άνω των 73.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα με την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της εταιρίας "...... LTD" παρέσχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του Χ4 να εξαπατήσει την παραπάνω τράπεζα, αφού κατέστησε προσιτές σε αυτόν, παραδίνοντας του, τις υπ' αριθμόν .... και ...... τραπεζιτικές επιταγές, εκδόσεως της τράπεζας EURO CARRIBEAN ΒΑΝΚ-ECB, εδρεύουσας στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής, και ποσού 300.000 δολαρίων εκάστη, ήτοι 273.972,60 και 275.735,28 ευρώ, αντιστοίχως (σύμφωνα με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ΕΥΡΩ), οι οποίες έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρίας του και τις οποίες, αφού εμφάνισε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, εισέπραξε το αντίτιμο τους παριστάνοντας ψευδώς από κοινού με τους έτερους συγκατηγορουμένους του Χ6 και Χ1 στους ταμίες της τράπεζας, ότι οι παραπάνω επιταγές προέρχονταν από φερέγγυα και νομίμως λειτουργούσα τράπεζα στην αλλοδαπή, ενώ όλοι τους γνώριζαν ότι η τράπεζα εκδόσεως τους δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος αλλά αφερέγγυα εταιρία ευκαιρίας και ότι υπήρχαν σαφείς εντολές από την πληρώτρια τράπεζα να μην πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή με οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η προαναφερόμενη.
Έτσι, με την προεκτεθείσα ενέργεια του, παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του Χ4, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνον σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση από κοινού με τον Χ6 της κύριας πράξης, χωρίς την οποία συνδρομή θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους τους πραγμάτωση της αξιόποινης πράξης της απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, με προξενηθείσα ζημία της και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, που αυτοί διέπραξαν στην Ρόδο".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο πιο πάνω βούλευμά του αναφορικά με την αναιρεσείουσα Χ1, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, ήτοι α) της άμεσης συνδρομής σε απάτη από κοινού με προξενηθείσα ζημία και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ και β) της απιστίας, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 46 παρ. 1 εδ. β', 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' και 390 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση, και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της για την παραπομπή της πιο πάνω αναιρεσείουσας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος (με επιτρεπτή, όπως προαναφέρθηκε, αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την προαναφερθείσα κρίση του, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε τις αξιολογήσεώς του. Περαιτέρω, εκτίθεται στην αιτιολογία του βουλεύματος ότι ο κατηγορούμενος επιχειρηματίας Χ4 μετέβη στις 2.9.2003 στο Υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο, και δη στο γραφείο του συγκατηγορουμένου του Χ6, Διευθυντή του εν λόγω Υποκαταστήματος, συνοδευόμενος από τον επίσης, κατηγορούμενο Χ5, εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην Αγγλία εταιρίας "....... LTD", προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η εταιρία αυτή μέσω του αναφερόμενου κοινού λογαριασμού, που διατηρούσε στην ίδια Τράπεζα ο Χ4. Για το σκοπό αυτό ο Χ5 έδωσε στον τελευταίο τις αναφερόμενες δύο επιταγές, που φέρουν ως εκδότρια την εδρεύουσα στη νήσο Ναούρου της Καραϊβικής Τράπεζα "EURO CARRIBEAN BANK ECB", σε διαταγή της άνω εταιρίας, ποσού εκάστης 300.000 δολαρίων ΗΠΑ και οι οποίες έφεραν την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας του, και αυτός (Χ4) τις προσκόμισε στον Χ6. Τις εν λόγω επιταγές οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι ο ειρημένος Χ6 και η συγκατηγορουμένη του Χ1, Διευθύντρια του τμήματος καταθέσεων στο άνω Υποκατάστημα, όφειλαν να τις θεωρήσουν ως ύποπτες, γιατί το άνω πιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι ουσιαστική Τράπεζα, κατά τα οριζόμενα στο ν, 2076/1992, αλλά εταιρία ευκαιρίας που έχει συσταθεί χωρίς την τήρηση εποπτικών κανόνων σε χώρα προέλευσης (Ναούρου Καραϊβικής), γνωστής ως φορολογικού παραδείσου. Για το λόγο αυτό για επιταγές χωρών, όπως είναι η νήσος Ναούρου, η Τράπεζα της Ελλάδος και η διοίκηση της Λαϊκής Τράπεζας έχουν εκδώσει σαφείς εντολές δεσμευτικές για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, σχετικά με τη διαδικασία αγοράς των επιταγών αυτών. Έτσι, οι υπάλληλοι της Τράπεζας οφείλουν από τότε που θα περιέλθουν στα χέρια τους τέτοιες επιταγές να αναμείνουν να πληρωθούν αυτές σε σύντομο χρονικό διάστημα καις τη συνέχεια να πιστώσουν το αντίτιμο στο σχετικό λογαριασμό. Αντίθετα, ο κατηγορούμεος Χ6 με την υποχρεωτική (για την πραγματοποίηση της συναλλαγής) δεύτερη υπογραφή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1, ενόψει της προαναφερθείσας ιδιότητάς της, έσπευσε να αγοράσει τις ανωτέρω επιταγές και να πιστώσει το λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ4 με το αντίστοιχο ποσό αμέσως μόλις εμφανίσθηκαν οι εν λόγω επιταγές στην Τράπεζα, δηλαδή στις 2 και 4.9.2003. Συγκεκριμένα, ο Χ6, ενεργώντας από κοινού με τον Χ4 και με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, με την ανωτέρω ιδιότητά του ως Διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στη Ρόδο παρέστησε ψευδώς στους ταμίες της εν λόγω Τράπεζας ότι οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές ήταν πράγματι επιταγές που προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα στην αλλοδαπή Τράπεζα, ενώ γνώριζε τα ανωτέρω, ότι δηλαδή η ειρημένη Τράπεζα δεν ήταν πιστωτικό Ίδρυμα, με την έννοια που απαιτούσε ο νόμος, αλλά εταιρία ευκαιρίας και ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, ώστε να πληρωθούν οι επιταγές αυτές, καθώς και ότι υπήρχαν οι προαναφερθείσες σαφείς και δεσμευτικές εντολές της εργοδότριάς του Τράπεζας να μην πραγματοποιείται καμία συναλλαγή με Οργανισμούς που εδρεύουν σε χώρες που πραγματοποιούνται ύποπτες τραπεζικές συναλλαγές, όπως είναι η προαναφερόμενη. Έτσι, έπεισε ο Χ6 (από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Χ4) τους ταμίες της Λαϊκής Τράπεζας να πιστώσουν τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο τελευταίος με το συνολικό ποσό των άνω επιταγών, ύψους 548.800 ευρώ (που αντιστοιχεί στην ευρωποίηση του ποσού των 600.000 δολ. ΗΠΑ), και να του καταβάλουν στη συνέχεια τμηματικά το εν λόγω ποσό κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να αποκομίσουν οι εν λόγω συγκατηγορούμενοι της αναιρεσείουσας παράνομο περουσιακό όφελος ίσο με το ανωτέρω συνολικό ποσό, που αναλήφθηκε από τον εξ αυτών Χ4 με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας, αφού η τελευταία δεν κατέστη δυνατό να εισπράξει το πιο πάνω ποσό από τη φερόμενη ως εκδότρια τράπεζα των επιταγών αυτών. Επίσης, εκτίθεται στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου πιο πάνω βουλεύματος ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 παρέσχε στους συγκατηγορουμένους της Χ6 και Χ4, επιδιώκοντας τον ίδιο με εκείνους σκοπό, άμεση συνδρομή κατά την τέλεση απ' αυτούς της κύριας πράξεως, χωρίς την οποία (συνδρομή) θα ήταν ανέφικτη η εκ μέρους τους πραγμάτωση της άνω κακουργηματικής απάτης εις βάρος της Λαϊκής Τράπεζας, αφού αν και γνώριζε και αυτή πάντα τα ανωτέρω σχετικά με την πιο πάνω εκδότρια των επιταγών τράπεζα και την ύπαρξη των ειρημένων δεσμευτικών και γι' αυτήν εντολών της εργοδότριας της τράπεζας, έθεσε την υποχρεωτική για την πραγματοποίηση της επίμαχης συναλλαγής δεύτερη υπογραφή της στα αναφερόμενα έντυπα πληρωμών, συνδράμοντας έτσι στην παραπλάνηση των ταμιών της Λαϊκής Τράπεζας ότι οι άνω επιταγές προέρχονταν από υπαρκτή και νομίμως λειτουργούσα στην αλλοδαπή Τράπεζα, ώστε να πιστώσουν το λογαριασμό του Χ4 με το αντίστοιχο ποσό των επιταγών καις στην συνέχεια να εξοφλήσουν αυτό τμηματικά με συνέπεια την άνω ζημιά της Λαϊκής Τράπεζας. Έτσι δε, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με γνώση της, που αιτιολογείται πλήρως στο βούλευμα, ζημίωσε την περιουσία της εν λόγω Τράπεζας, της οποίας, ως Προϊσταμένη του Τμήματος καταθέσεων, είχε τη διαχείριση, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως εργασίας που είχε συνάψει μ' αυτή, αφού υπέγραψε ως πιστοποιούσα υπάλληλος στα αναφερόμενα έντυπα αναλήψεως των άνω τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 600.000 δολ. ΗΠΑ, ήτοι 548.800 ευρώ, που καταβλήθηκε τμηματικά στο Χ4 από τους ταμίες της Λαϊκής Τράπεζας κατόπιν και δικής της εγκρίσεως και εντολής (εκτός από αυτήν του Χ6). Περαιτέρω, η προαναφερθείσα αιτιολογία, με την οποία το Συμβούλιο Εφετών έκρινε απορριπτέο το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου, είναι και ειδική και εμπεριστατωμένη, εντεύθεν δε δεν επήλθε εν προκειμένω η επικαλούμενη απ' αυτήν απόλυτη ακυρότητα. Τέλος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση της υπ' αριθ. 24/2005 εκθέσεως εφέσεως της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, παραπονέθηκε σε αυτή "γιατί δεν διατάχθηκε η διενέργεια συμπληρωματικής τακτικής ανάκρισης, πράγμα που είναι αυτεπαγγέλτως επιβεβλημένος ενόψει του καθόλου αποδεικτικού υλικού και του ιστορικού της όλης υπόθεσης, για την πλήρη διαλεύκανση της σοβαρότατης αυτής υπόθεσης, στην οποία απειλούνται με παραπομπή σε μια εξευτελιστική δημόσια δίκη άνθρωποι σαν αυτή (εκκαλούσα), το καθόλου παρελθόν της οποίας ενισχύει την περί πλήρους αθωότητάς της άποψη". Όμως, η αιτίαση αυτή της αναιρεσείουσας έτσι όπως είχε προβληθεί ήταν αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, εντεύθεν δε το Συμβούλιο Εφετών δεν υποχρεούτο να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, και επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ, β'και α' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως της κατηγορουμένης Χ1 με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως και γ) της απόλυτης ακυρότητας, λόγω της αναιτιολόγητης απορρίψεως του άνω αιτήματος της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η εν λόγω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Περαιτέρω, με βάση αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ3 εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 εδ. α του ΠΚ, αφού η φερόμενη παράσταση στον παθόντα Χ10 ότι "είχε (από κοινού με τους συγκατηγορούμενους του (αναιρεσείοντα) Χ2 και Χ6) τη δυνατότητα να τον διαγράψει από τη λίστα δυσμενών στοιχείων του συστήματος Τειρεσίας, στην οποία είχε μπει λόγω ακάλυπτων επιταγών που είχε εκδώσει"δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, δεδομένου ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια απλή (γυμνή) και μόνο βεβαίωση, η οποία δεν συνδυάζεται με κάποιο πραγματικό περιστατικό, έτσι ώστε να αποκτήσει εξωτερική υπόσταση και να μπορεί να αποδειχθεί. Δηλαδή, δεν συνδυάζεται με άλλο περιστατικό του παρελθόντος ή του παρόντος και δη ότι π.χ. λόγω επαγγέλματος, θέσεως, γνωριμιών κλπ βεβαίωνε την ανωτέρω δυνατότητά του, έτσι ώστε να υπαχθεί στην προαναφερθείσα έννοια του γεγονότος. Επομένως, εφόσον με τις άνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν συγκροτείται η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα Χ3 αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ, που φέρεται ότι τελέσθηκε εντός του έτος 2002 εις βάρος του Χ10, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του άνω αναιρεσείοντος (που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα), να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς αυτόν και - λόγω επεκτάσεως του αποτελέσματος της αναιρέσεως και σ' αυτούς, κατ' άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ, - ως προς τους κατηγορουμένους (αναιρεσείοντα)Χ2 και Χ6, που κατηγορούνται ότι τέλεσαν από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ3 την άνω κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση εις βάρος του Χ6, καθώς και ως προς τους κατηγορουμένους Χ7 και Χ8, που κατηγορούνται για άμεση συνδρομή στους ειρημένους κατηγορουμένους αυτουργούς, σε σχέση με την πιο πάνω πράξη της απάτης εις βάρος του Χ10, και, κατ'εφαρμογή των άρθρων 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, να αποφανθεί το Συμβούλιο τούτο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των πιο πάνω κατηγορουμένων και δη κατά των τριών πρώτων απ' αυτούς της κακουργηματικής απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση και κατά των υπολοίπων για άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη. Τέλος, πρέπει να καταργηθούν αναφορικά με την εν λόγω αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε εις βάρος του Χ10: α) το υπ' αριθ. 34/2003 και 32/2004 εντάλματα συλλήψεως της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου, που εκδόθηκαν εις βάρος των Χ6 και Χ7, αντίστοιχα, και β) οι υπ' αριθ. 67/2003, 78/2003 και 79/2003 διατάξεις της ίδιας πιο πάνω Ανακρίτριας, που εκδόθηκαν εις βάρος των κατηγορουμένων Χ8, Χ3 και Χ2, αντίστοιχα, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το αναιρούμενο πιο πάνω βούλευμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει α) την από 5 Μαΐου 2006 αίτηση της Χ1, και β) την από 15 Μαΐου 2006 αίτηση του Χ2 για αναίρεση του υπ'αριθ. 45/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την πιο πάνω αναιρεσείουσα Χ1, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Αναιρεί το πιο πάνω βούλευμα αναφορικά με τους κατηγορουμένους 1) Χ3 2) Χ2, 3) Χ6, 4) Χ7 και 5)Χ8 αφετέρου σε σχέση με την κακουργηματική πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση (οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος) και με την άμεση συνέργεια σ' αυτή (οι τέταρτος και πέμπτος), που φέρονται ότι τέλεσαν στη .... εντός του έτους 2002 εις βάρος του Χ10.
Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των πιο πάνω κατηγορουμένων και δη κατά των τριών πρώτων απ' αυτούς για την άνω κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση και κατά των υπολοίπων για άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη. Και Καταργεί, αναφορικά με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης και την άμεση συνέργεια σ' αυτή εις βάρος του Χ10, α) τα υπ' αριθμ. 34/2003 και 32/2004 εντάλματα συλλήψεως της τακτικής Ανακρίτριας Ρόδου, που εκδόθηκαν εις βάρος των κατηγορουμένων Χ6, και Χ7, αντίστοιχα, και β) τις υπ' αριθμ. 67/2003, 78/2003 και 79/2003 διατάξεις της ίδιας πιο πάνω Ανακρίτριας, που εκδόθηκαν εις βάρος των κατηγορουμένων Χ8, Χ3, και Χ2 αντίστοιχα, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το αναιρούμενο πιο πάνω βούλευμα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2007. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή