Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 21 / 2011    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Ε.Λ.

Αριθμός 21/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα -----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στο Λουτράκι με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ. Μ. ΑΕ" νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αγλαΐα Μυλωνοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2001 μη οριστική και 115/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 59/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή της ως και τους από 31 Αυγούστου 2009 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά το εις το σκεπτικό μέρος τους καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος αυτής λόγος και ν' απορριφθούν οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 30 του Ν 2789/2000 : "1. Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31.12.1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : 2. "Ολες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία. 3. Υφιστάμενες ασφάλειες κάθε μορφής, που έχουν παρασχεθεί στα πιστωτικά ιδρύματα από τους οφειλέτες, εγγυητές ή τρίτους, εξακολουθούν να ισχύουν και ασφαλίζουν εφεξής το κεφάλαιο και τους τόκους που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή κατά τις παραγράφους 1 και 2 πλέον των τυχόν τόκων της παραγράφου 5.4". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεώς της η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 έχει την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ` αυτά καθ` υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1`, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ` εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι` αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000. Τούτο προκύπτει αφενός από την συστηματική θέση της διατάξεως του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, το οποίο εντάχθηκε στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα τον πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ` υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν.2789/2000, οφειλομένων. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη προκειμένη περίπτωση με την από 1-7-1998 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής : Ότι, με την υπ' αριθ. 1155/30-3-1982 ιδιωτική σύμβαση που καταρτίστηκε στο Λουτράκι Κορινθίας στις 30-3-1982 μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με την επωνυμία <<ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" η τελευταία χορήγησε σ' αυτήν (ενάγουσα) ως σεισμόπληκτη τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 3.438.256 δρχ. εξοφλητέο κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας σε 14 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. Ότι η εναγομένη τράπεζα στις 24- 4-1987 έκλεισε το λογαριασμό του ως άνω δανείου, ο οποίος εμφάνιζε τότε χρεωστικό υπόλοιπο 5.902.437 δρχ. το οποίο της επιδικάστηκε με την υπ' αρ. 87/1998 απόφαση τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου η οποία κατέστη τελεσίδικη ύστερα από την απόρριψη με την 99/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης. Ότι ενώ αυτή (ενάγουσα) μέχρι την 18-10-1991 είχε εξοφλήσει ολόκληρη την οφειλή της εναγομένης αναγκάσθηκε για να αποφύγει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου της, να πληρώσει επί πλέον σ' αυτήν (εναγόμενη) κατά το χρονικό διάστημα από 18-10-1991 έως 17-5-1993 το ποσό των 9.279.860 ως τόκους τόκων. Επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα ότι το ως άνω καταβληθέν ποσό αντιπροσωπεύει τόκους από ανατοκισμό στον οποίο η εκκαλούσα τράπεζα προέβη παρανόμως ενόψει της ανυπαρξίας στην ένδικη σύμβαση σχετικής συμφωνίας η οποία θα παρείχε σ' αυτήν τέτοιο δικαίωμα, ζήτησε μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης τράπεζας στην προς αυτήν καταβολή του παραπάνω αχρεωστήτως κατά τ' άνω καταβληθέντος ποσού καθώς και αυτού των 12.985.671 δρχ. ως αποζημίωσή της για την ισόποση θετική ζημία την οποία έχει υποστεί από την παράνομη και υπαίτια άρνηση της εναγομένης να της επιστρέψει το παραπάνω αδικαιολογήτως εισπραχθέν ποσό.
Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη και ειδικότερα ως προς μεν τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδάφ. β'του ν. 2789/2000 που αποκλείει την αναζήτηση των καταβληθέντων για οποιαδήποτε αιτία ,ως προς δε τη βάση από την αδικοπραξία διότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του παρανόμου καθόσον η άρνηση της εναγομένης τράπεζας να επιστρέψει το καταβληθεν, για παράνομους τόκους από ανατοκισμό, ποσό, είναι σύννομη στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη του νόμου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατ'εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή , καθόσον την εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το αναζητούμενο ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα από τη δανειολήπτρια αναιρεσείουσα λόγω μη νομίμου ανατοκισμού και επομένως καθ'υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 ,ήτοι επρόκειτο για ποσό , το αδικαιολόγητο της καταβολής του οποίου δεν φέρεται ως προκύψαν από το περιορισμό της απαιτήσεως της τράπεζας, σύμφωνα με τις ευνοϊκές για τη καταβαλούσα ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τρίτος (κατά το σχετικό τους μέρος), όπως αυτοί διευκρινίζονται και συμπληρώνονται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι.
Επομένως πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους αυτούς λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.59/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή