Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2333 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ισχυρισμός για καταβολή χρεών προς τρίτους συνιστά άρνηση της κατηγορίας. Με το να εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση όλων των λοιπών δεν συνιστά τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος.




Αριθμός 2333/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζα?ρη και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 251/13.5.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω κατ' άρθρ. 485 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 289/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αρ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 137/2007 και 138/07 εφέσεις των κατηγορουμένων Ψ και Χ αντίστοιχα, κατά του υπ' αριθμ. 82/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26  1, 27  1, 45, 98, 386  1-3β Π.Κ. όπως το τελευταίο αντικ. με το αρ. 14 Ν.2721/99), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκαν τα αιτήματα των εκκαλούντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473 1, 474 και 482 1-3 Κ.Π.Δ. με την ως άνω από 28/11/07 δήλωση του κατηγορουμένου Χ στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 289/28-11-2007 έκθεση αναιρέσεως και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και (β) έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93  3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. (άρθρ. 484   1β' και δ' Κ.Π.Δ.) - βλ. συνημμ. έκθεση αναίρεσης. Επειδή ο ’ρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι'αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο ’ρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγεί το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93  3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες -(επαρκείς-) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο ’ρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. 'Αλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με την υιοθέτηση της πρότασης του παρ'αυτώ εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Επειδή, σύμφωνα με το άρθρ. 386 παρ.1,3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικ. με άρθρ. 1 παρ.11 Ν. 2408/1999 και με άρθρ. 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη η ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθώς η την αθέμιτη απόκρυψη η παρασιώπηση των αληθών τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία, που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: (α) Εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 Eυρώ ή (β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσόν των 73.000 EYPΩ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: (α) Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή άλλου, (β) Παραπλάνηση σε πράξη παράλειψη η ανοχή, (γ) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπιση των αληθών (δ) βλάβη ξένης περιουσίας. Ως γεγονός δε θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό πού αναφέρεται εις το παρελθόν η εις το παρόν ή συμβαίνει κατά την στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί, να συμβεί εις το μέλλον ενώ εις την έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Και δια τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης απαιτείται ο δράστης να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια· και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (Α.Π. 657/2000, Π.Χρ. ΝΑ/41, Α.Π. 762/2000 Π. Χρ. ΝΑ/111, Α.Π. 863/2000 Π. Χρ. ΝΑ/152, Α.Π. 1155/2000 Π. Χρ. ΝΑ/398 Α.Π. 982/2001 Π.Χρ. ΝΒ/338, Α.Π. 1795/2001 Π. Χρ. ΝΒ/639 ). Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων από τα έγγραφα που υπάρχουν εις αυτήν, καθώς και από τις απολογίες των εκκαλούντων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. 0 πρώτος εκκαλών Ψ είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στην Τράπεζα "CITIBANK" και ειδικότερα εις το Τμήμα αυτής CITTΙGOLD εις το οποίο ανήκουν και εξυπηρετούνται πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια όπως ο ίδιος αναφέρει εις το από 28-3-2006 απολογητικό του υπόμνημα. Ο δεύτερος εκκαλών (αναιρεσείων) Χ ο οποίος συνδέεται με φιλία με τον πρώτο εκκαλούντα είναι επιχειρηματίας και έχει ιδρύσει δύο (2) εταιρείες (α) Την ΒEYOΝD SILENCE... ΕΠΕ- ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ και ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ, (β) Την εταιρεία με την επωνυμία BEYOND BEACH BAR ΕΠΕ. Ο εγκαλών Ζ ανήκε εις την κατηγορία των μεγαλοκαταθετών της Τράπεζας "CITIBANK" και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με τον εκκαλούντα Ψ ο οποίος ήταν τραπεζικός σύμβουλός του. Την άνοιξη του 2004 ο εκκαλών Ψ γνωρίζοντας λόγω των φιλικών και οικογενειακών σχέσεων που είχε με τον εκκαλούντα Χ ότι αυτός είχε ανάγκη χρημάτων για την επιχειρηματική του δραστηριότητα έπεισε τον εγκαλούντα που και αυτός επιζητούσε μεγαλύτερες από τις τραπεζικές επιδόσεις των χρημάτων του να δανείσει τον εκκαλούντα Χ με ετησιοποιημένο επιτόκιο 8,3 % και για μικρό χρονικό διάστημα. Εις τις επιφυλάξεις του εγκαλούντος ως προς την ασφάλεια των χρημάτων του και οι (2) εκκαλούντες Ψ και Χ παρέστησαν εις αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο Χ είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας με ανάπτυξη 3-4 εταιριών, όλων φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών, καθώς και με μεγάλη ακίνητη περιουσία εις την Ελλάδα και εις το Εξωτερικό. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο εκκαλών Χ δεν ήτο φερέγγυος αλλά ούτε και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας και ούτε είχε μεγάλη ακίνητη περιoυσία. Ο εγκαλών Ζ αφού πείστηκε εις τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις των (2) εκκαλούντων, κατέβαλε ως δάνειο τμηματικώς εις τον εκκαλούντα Χ κατά το χρονικόν διάστημα από 27-5-2004 έως την 17-6-2004 περίπου συνολικά το ποσόν των 145.000 Ευρώ. Ειδικότερα (α) Την 27-5- 2004 του κατέβαλε το ποσόν των 50.000 Ευρώ (βλ. την από 27.5.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK. (β) Την 7.6.2004 το ποσόν των 42.000 Ευρώ (Βλ. την από 7.6.2004 απόδειξη τραπεζικής συναλλαγής της CITIBANK μεταφοράς ποσού 42.000 Ευρώ από έναν λογαριασμό σε άλλov. (γ) Την 7.6. 2004 επίσης το ποσόν των 38.000 Ευρώ (βλ. το από 7.6.2004 έγγραφο της EUROBANK περί μεταφοράς ποσού 38.000 Ευρώ. (δ) Την 17.6.2004 το ποσόν των 15.000 Ευρώ (βλ. την από 14.10.2004 επιιστολή της "CITIBANK" προς τον εγκαλούντα. Ο εκκαλών Χ που έλαβε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα Ζ έδωσε εις αυτόν 3 επιταγές συνολικού ύψους 145.000 Ευρώ ήτοι: (α) Την 7.6.2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της ALPHA BANΚ εκδόσεως στην Αθήνα της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε. ποσού 80.000 Ευρώ πληρωτέα την 27-9-2004 οπισθογραφείσα εις τον εγκαλούντα, (β) Τις υπ' αριθμέ ... και ... επιταγές της EURΟΒΑΝΚ ποσόν 50.000 και 15.000 Ευρώ αντιστοίχως εκδόσεως της εταιρείας "BEYOND CILENCE EΠΕ - Χ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ EΠE ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ" εις διαταγήν του εγκαλούντα πληρωτέες την 15.10.2004 και 26.9.2004 αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες με αποτέλεσμα να ωφεληθούν αμφότεροι, οι εκκαλούντες κατά το ανωτέρω ποσόν των 145.000 Ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του μηνυτή που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Όπως καταθέτει ο εγκαλών ενώπιον του Ανακριτή αλλά και η μάρτυράς του .... μητέρα του, Δικηγόρος ο εκκαλών Χ από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2004 εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές ύψους 2.000.000 Ευρώ, ο δε μάρτυρας .... Δικηγόρος εις την από 16.6.2005 κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών προσδιορίζει το ποσόν αυτό σε Ι.700.000 Ευρώ. Τα ανωτέρω περιστατικά σαφώς κατατίθενται από τον εγκαλούντα και τους μάρτυρές του ... ... και ... τον οποίων οι καταθέσεις ενισχύονται και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Ο εκκαλών Χ ομολογεί ότι έλαβε από τον εγκαλούντα Ζ το ποσόν των 145.000 Ευρώ, αλλά ισχυρίζεται ότι έλαβε το ποσόν αυτό όχι ως δάνειο αλλά ότι η σχέσις του ήταν σχέση εμπορικών συναλλαγών μέσα από τις οποίες συναλλάχθηκαν σε εξ αρχής συμφωνημένη και συγκεκριμένη οικονομική βάση μέσα από την οποία επιδίωκαν και προσδοκούσαν αμφότεροι εξ αρχής όφελος, αλλ' ότι η προσπάθεια αυτή συνισταμένη σε αγορά και πώληση επί κέρδει τηλεοράσεων απέτυχε και υπέστησαν και οι 2 δηλ. αυτός και ο εγκαλών ζημία. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εκκαλούντος Χ δεν αποδεικνύονται από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδία από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και .... Απεναντίας οι προαναφερθέντες μάρτυρες του εγκαλούντος Ζ καταθέτουν με σαφήνεια και εξ ιδίας αντιλήψεως και οι καταθέσεις τους ενισχύονται και από τα προαναφερθέντα έγγραφα της δικογραφίας. Ο εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι απλώς έφερε σε επαφή τον εγκαλούντα Ζ με τον έτερο εκκαλούντα Χ χωρίς ο ίδιος να έχει περαιτέρω ανάμειξη και χωρίς vα γνωρίζει τι συμφωνίες έκαναν μεταξύ τους. Όμως από το 21-7-2004 αποδεικτικό καταθέσεως της "ALPHA ΒΑΝΚ" προκύπτει ότι ο ίδιος κατέθεσε στον λογαριασμό του εγκαλούντος Ζ το ποσόν των 3401,20 Ευρώ. Εις δε ερώτηση του Ανακριτή προς τον εγκαλούντα Ζ για πιο λόγο έγινε η καταβολή των χρημάτων αυτών από τον εκκαλούντα Ψ, ο εγκαλών απάντησε: " Η καταβολή αυτή έγινε από τον κ. Ψ να με πείση να ανανεώση την αρχική επιταγή των 50.000 Ευρώ". Ο ίδιος δε ο εκκαλών Ψ ισχυρίζεται ότι το ποσόν αυτό το κατέθεσε κατ' εντολή του εκκαλούντος Χ, ο οποίος αδυνατούσε να το πράξει επειδή τότε ευρισκόταν στο εξοχικό του στην Πάτμο, ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των ανωτέρω αναφερομένων μαρτύρων καθώς και από τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα έγγραφα. Οι εκκαλούντες ναι μεν αρνούνται την εις βάρος τους κατηγορία πλην όμως δεν αντικρούουν κατά τρόπον πειστικό τα εις βάρος τους στοιχεία. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω προέκυψαν κατά των εκκαλούντων Ψ και Χ επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δια την προαναφερθείσα πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσόν των 73.000 Ευρώ (άρθρ. Ι, 26 Ια, 27 παρ. Ι, 45, 98, 386 παρ. Ι, 3β όπως η παράγρ. 3 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999) που τους αποδόθηκε. Επομένως ορθώς το προσβαλλόμενο με τις υπό κρίσεις εφέσεις υπ' αριθμ. 82/15.1.2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε τους εκκαλούντες δια να δικασθούν δια την ανωτέρω πράξη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και πρέπει οι κρίση υπ' αριθμ. 137/29.3.2007 και 138/29.3.2007 εφέσεις να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να διαταχθεί η εκτέλεσή του και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες εις την καταβολή των δικαστικών εξόδων κατ'άρθρ. 583 παρ. Ι Κ.Π.Δ, όπως αντικατ. με άρθρ. 55 Ν. 3160/2003. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1,14, 26  1, 27  1, 45, 98, 386  1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484  1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 98 και 386  1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ'επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προ εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583  1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ.289/28-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αρ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 11 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28.11.2007 αίτηση του Χ ζητείται η αναίρεση του υπ'αριθμ. 2397/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, μετά την τήρηση και των οριζομένων από τα άρθρα 308 παρ. 2 και 485 παρ. ΚΠΔ ως προς τη γνώση της Εισαγγελικής πρότασης προς το Δικαστικό τούτο Συμβούλιο από τον αναιρεσείοντα (βλ. την ενυπόγραφη από 13.5.2008 σημείωση στην αρχή της Εισαγγελικής πρότασης). Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχα παράνομο περιουσιακό όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται επιπλέον κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ήδη ισχύει από τις 3.6.1999 και εντεύθεν, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, στην υπό στοιχ. Β' περίπτωση, το περιουσιακό όφελος η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακόμη κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3.6.1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος του 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Έτσι, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έστω και εσφαλμένη δεν συνιστά τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2397/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο με το υπ' αριθμ. 82/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί μαζί με τον Ψ για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν αντίστοιχα το ποσό των 73.000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται σ' αυτό και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό προς την απολογία και τα υπομνήματα του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Ψ, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο κατηγορούμενοι (ο Ψ και ο αναιρεσείων) είναι παιδικοί φίλοι και γνωρίζονται από πολλά χρόνια, έχουν δε οικογενειακές σχέσεις και φιλία. Ο πρώτος αυτών είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στην Τράπεζα "CITIBANK" και ειδικότερα στο τμήμα αυτής CITTIGOLD, στο οποίο ανήκουν και εξυπηρετούνται πελάτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια...Ο δεύτερος αυτών (αναιρεσείων) είναι επιχειρηματίας και έχει ιδρύει δύο εταιρείες α) την BEYOND SILENCE ΕΠΕ - ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ και β) την εταιρεία με την επωνυμία BEYOND BEACH BAR ΕΠΕ". Ο εγκαλών Ζ ανήκε στην κατηγορία των μεγαλοκαταθετών της παραπάνω Τράπεζας (CITIBANK) και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με τον εκ των κατηγορουμένων Ψ, ο οποίος ήταν τραπεζικός σύμβουλός του. Την άνοιξη του 2004 ο κατηγορούμενος Ψ, γνωρίζοντας λόγω των προαναφερομένων σχέσεών του με τον αναιρεσείοντα ότι ο τελευταίος είχε ανάγκη χρημάτων για την επιχειρηματική του δραστηριότητα έπεισε τον εγκαλούντα, που και αυτός επιζητούσε μεγαλύτερες από τις τραπεζικές αποδόσεις των χρημάτων, να δανείσει τον αναιρεσείοντα με ετησιοποιημένο επιτόκιο 8,3% και για μικρό χρονικό διάστημα. Στις επιφυλάξεις του εγκαλούντος ως προς την ασφάλεια των χρημάτων του στην αρχή ο Ψ και στη συνέχεια και ο αναιρεσείων παρέστησαν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο αναιρεσείων είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας με ανάπτυξη 3-4 εταιριών, όλων φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών και κερδών, καθώς και με μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν φερέγγυος, αλλ' ούτε και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας, ούτε δε είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Πεισθείς όμως ο εγκαλών στις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων κατέβαλε ως δάνειο τμηματικώς στον αναιρεσείοντα Χ κατά το από 27.5.2004 και μέχρι 17.6.2004 χρονικό διάστημα συνολικά το ποσό των 145.000 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα: α) στις 27.5.2004 του κατέβαλε το ποσό των 50.000 ευρώ (βλ. την από 27.5.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK), β) στις 7.6.2004 το ποσό των 42.000 ευρώ (βλ. την 7.6.2004 απόδειξη τραπεζικής επιταγής της CITIBANK μεταφοράς ποσού 42.000 ευρώ από ένα λογαριασμό σε άλλον), γ) την ίδια ημέρα το ποσό των 38.000 ευρώ (βλ. το από 7.6.2004 έγγραφη της Eurobank περί μεταφοράς ποσού 38.000 ευρώ και δ) στις 17.6.2004 το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. την από 14.10.2004 επιστολή της CITIBANK προς τον εγκαλούντα). Ο κατηγορούμενος Χ που έλαβε τα παραπάνω χρηματικά ποσά από τον εγκαλούντα Ζ έδωσε στον τελευταίο τρείς επιταγές συνολικού ύψους 145.000 ευρώ, ήτοι: α) στις 7.6.2004 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της ALPHA BANK εκδόσεως στην Αθήνα της εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" ποσού 80.000 ευρώ πληρωτέα την 27.9.2004 που οπισθογραφήθηκε στον εγκαλούντα και β) τις υπ' αριθμ. ... και .... επιταγές της Eurobank ποσών 50.000 και 15.000 ευρώ αντίστοιχα εκδόσεως της εταιρείας "BEYOND SILENCE ΕΠΕ ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΗΧΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ", σε διαταγή του εγκαλούντος, πληρωτέες στις 15.10.2004 και 26.9.2004 αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι κατά το παραπάνω ποσό των 145.000 ευρώ". Περαιτέρω, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από την κατάθεση του εγκαλούντος στον ανακριτή και τις μαρτυρικές καταθέσεις των α) ..., μητέρας του εγκαλούντος - δικηγόρου και 2) ..., δικηγόρου, αποδείχθηκε ότι "ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές συνολικού ύψους προσδιοριζομένου στο ποσό των 1.700.000 έως 2.000.000 ευρώ. Αυτός (κατηγορούμενος) ομολογεί ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 145.000 ευρώ, αλλά ισχυρίζεται ότι έλαβε τούτο όχι ως δάνειο, αλλά λόγω του ότι η σχέση τους ήταν σχέση εμπορικών συναλλαγών μέσα από τις οποίες συναλλάχθησαν σε εξαρχής συμφωνημένη και συγκεκριμένη οικονομική βάση μέσα από την οποία επιδίωξαν και προσδοκούσαν αμφότεροι εξαρχής όφελος, αλλ' ότι η προσπάθεια αυτή, συνισταμένη σε αγορά και πώληση επί κέρδει τηλεοράσεων, απέτυχε και υπέστησαν αμφότεροι (δηλαδή ο εγκαλών και ο ίδιος) ζημία. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ... και ..., ενόψει των σαφών και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσεων των προαναφερομένων μαρτύρων του εγκαλούντος, που ενισχύονται και απ' τα προμνημονευόμενα έγγραφα...". Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού με άλλον κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου υπ' αρ. 82/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε (μαζί με το συγκατηγορούμενό του ...) για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτά πού δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, παραθέτει δε, τέλος στις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' ΠΚ, όπως τα τελευταία των άρθρων αυτών συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν εν μέρει αντίστοιχα με το άρθρο 14 παρ. 1 υπ.1 και 4 του νόμου 2721/1999, τις οποίες (διατάξεις) στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, χωρίς να στερήσει έτσι το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα με τις πιο πάνω παραδοχές του διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των περιστάσεων εκείνων της κατ' εξακολούθηση και σε βαθμό κακουργήματος τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της απάτης που του αποδίδεται. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει το βούλευμα ειδικότερες αναφορές για το τί προέκυψε χωριστά από το καθένα αποδεικτικό μέσο και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκούντος του γεγονότος ότι αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία των κατηγορουμένων)? ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρει ειδικά τις πληρωμές του αναιρεσείοντος προς διάφορες Ελληνικές Τράπεζες που έκανε σε εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεών του, γι' αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος που αποτελεί άρνηση της εναντίον του κατηγορίας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2397/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή