Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1445 / 2018    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1445/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 12-5-2017 αιτήσεώς του, για αναίρεση της 329/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων "...".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7553/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για τον σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναιρέσεως που έχει ασκηθεί κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), μπορεί να γίνει, χωρίς την συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από τον, κατ’ άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δικ. πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή, κατ’ άρθρο 98 του Κ.Πολ.Δικ., απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής (άρθρο 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, η παραίτηση δε που γίνεται κατά την συζήτηση, με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά, είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργουμένου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζητήσεως, κατ’ άρθρο 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω μη κλητεύσεώς του (Α.Π. 159/2016). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της παρούσας αποφάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με δήλωση, κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", για την οποία ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται σχετική έκθεση επιδόσεως της κρινόμενης αιτήσεως με την περιεχόμενη σ’ αυτή κλήση προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο. Ο αναιρεσείων, αντιθέτως, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζητήσεως, διά του, κατ’ άρθρο 96 του Κ.Πολ.Δικ. πληρεξουσίου δικηγόρου του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης από 12.5.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ως άνω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία. Η δήλωση αυτή έχει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 του Κ.Πολ.Δικ. αποτέλεσμα και, συνεπώς, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης ως προς αυτήν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με την μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρον εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (Α.Π. 1155/2007). Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (παρ. 3 του ίδιου άρθρου), η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (Κ.Πολ.Δικ. 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 του Α.Κ. "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής. Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρώς από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη. Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (βλ. ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους. Τούτο δε καθ’ όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (Κ.Πολ.Δικ. 561 παρ. 2) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 1.8.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2008 προγενέστερη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, αλλά και ο Α. J. D. (ήδη μη διάδικος) να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως απώλεια εισοδήματος, συνεπεία τραυματισμού του σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα την 1.8.2007, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2007 έως 31.7.2035 (ημερομηνία συνταξιοδοτήσεώς του), το ποσό των 2.486 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.300 ευρώ, μηνιαίως. Επί της αγωγής αυτής το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμ. 137/2014 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά, ως απώλεια εισοδήματος, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2007 έως 31.7.2014, ενώ απέρριψε τούτο για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (ήτοι από 1.8.2014 έως 31.7.2035), ως προώρως ασκηθέν, με την αιτιολογία ότι "το Δικαστήριο δεν δύναται από τώρα να κρίνει με βεβαιότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, τις οικονομικές συνθήκες που θα επικρατούν στην χώρα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, βάσει των οποίων θα κριθεί η ύπαρξη του δικαιώματος του ενάγοντος, καθώς και το ύψος της τυχόν επιδικασθησομένης αποζημιώσεως". Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την ένδικη από 29.9.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2014 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, ως απώλεια εισοδήματος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το προαναφερθέν τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2014 έως και την 31.7.2035, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά, δηλαδή το ποσό των 2.486 ευρώ, άλλως το ποσό των 2.300 ευρώ, μηνιαίως. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη 329/2017 απόφασή του, δικάζοντας επί της ένδικης (δεύτερης) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και κρίνοντας επί της προβληθείσας από τους εναγομένους ενστάσεως πενταετούς παραγραφής της αξιώσεώς του για διαφυγόντα εισοδήματα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το παραπάνω περιγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο ενάγων, επισυνέβη την 1-8-2007, όπως ήδη αναφέρθηκε, και η ως άνω υπ’ αριθμ. 137/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε στις 30-1-2014, οπότε η παραπάνω σχετική αξίωση του ενάγοντος να του επιδικασθούν διαφυγόντα κέρδη που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-8-2007 μέχρι 31-7-2035 δεν κρίθηκε τελεσιδίκως εντός πενταετίας από της προκλήσεως του παραπάνω ατυχήματος, ώστε η σχετική παραγραφή της να έχει παραταθεί σε είκοσι έτη. Η ασκούμενη λοιπόν με την ως άνω από 29-9-2014 (αριθμός καταθέσεως: .../2-10-2014) κρινομένη αγωγή αξίωση του ενάγοντος να του καταβληθούν διαφυγόντα κέρδη για το (μεταγενέστερο) χρονικό διάστημα από 1-8-2014 μέχρι 31-7-2035, ως προς το οποίο θεωρήθηκε με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 137/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι ασκήθηκε πρόωρα, θα έπρεπε (για την διακοπή της παραγραφής) να ασκηθεί εκ νέου εντός έξι μηνών από της δημοσιεύσεως της τελευταίας αποφάσεως, η κρινομένη όμως αγωγή ασκήθηκε στις 9-10-2014, όπως προκύπτει από τις σχετικές επισημειώσεις του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ. επί των ακριβών αντιγράφων της αγωγής αυτής που επιδόθηκαν στους εναγομένους αντιστοίχως (αλλά και τις υπ’ αριθμ. ... σχετικές εκθέσεις επιδόσεως του ως άνω Δικαστικού Επιμελητού) και, συνεπώς, η προαναφερθείσα σχετική αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει σε παραγραφή και για τον λόγον αυτόν, η ως άνω από 29-9-2014 (αριθμός καταθέσεως: .../2-10-2014) κρινομένη αγωγή πρέπει να απορριφθεί". Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η απόρριψη της αγωγής, ως προώρως ασκηθείσας, συνιστά απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους και ότι, συνακολούθως, ο ενάγων έπρεπε να επανεγείρει την αγωγή του εντός έξι (6) μηνών από την τελεσιδικία της απορριπτικής αποφάσεως, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας, δεν αποτελεί τυπικό λόγο απορρίψεως αυτής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά την θεώρηση αυτής ως μη ασκηθείσας ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί το δεύτερο αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, εν όψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 12-5-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2017 αίτηση για αναίρεση της 329/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...".

Αναιρεί την 329/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "...".
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή