Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 210 / 2012    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 210/2012



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.



Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Παπαδαμάκη, περί αναιρέσεως της 582, 598/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον τον ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), νόμιμα εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου.



Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2011 αίτησή του καθώς και στο από 16 Νοεμβρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/2011.

Αφού άκουσε

Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του Π.Κ. (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ.3 με τα άρθρα 1 παρ.7α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ.2 α' και β' του ν. 2721/ 1999), "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ.3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ.7α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ." και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση ρύθμιση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 386 του Π.Κ. όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της παρ.3 από τα άρθρα 1 παρ.11 του ν. 2408/1996 και 14 παρ.4 του ν. 2721/1999), "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη της παρ.3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.)". Και το έγκλημα δηλαδή της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Και των διατάξεων αυτών η ρύθμιση, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης 15.000 Ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (αρκούσε η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως), ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ ' του η ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1§1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του Π.Κ. (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999), "2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ1 εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. "Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η τελευταία, όμως, αυτή διάταξη είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες προ της ισχύος της, εκτός αν αυτές στρέφονται εις βάρος του Δημοσίου κ.λ.π., περί των οποίων κατωτέρω. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 1608/1950 ("για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π."), "Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (μεταξύ άλλων και) 216 και 386 του Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως είναι και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ άρθρο 11 ν. 1846/1951), και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται, μεταξύ άλλων, και κατά του ΙΚΑ και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 Ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (άρθρο 52 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ.3 και 386 παρ.3 του Π.Κ, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ.7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσερα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 Ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 Ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 Ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου1 παρ.1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 Ευρώ αντί των 50.000.000 δρχ. ισόποσου των 146.735 Ευρώ) και, επομένως, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί προ της ισχύος του νόμου 2943/2001 την 12-9-2001. Το αναφερόμενο ποσό των 150.000 Ευρώ ή των 50.000.000 δρχ. υπολογίζεται προκειμένου εγκλήματος που στρέφεται κατά του Δημοσίου κ.λ.π. και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, στο σύνολο του και για τις μερικότερες πράξεις ή τα εγκλήματα που φέρονται τελεσθέντα προ της ισχύος του άρθρου 98 παρ.2 του Π.Κ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν.δ. 2576/ 1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων" (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608/ 1950 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων και) κατά την οποία, "οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/ 1950, το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων", η δε τελευταία διάταξη, ως ειδική ειδικού νομοθετήματος, διότι αφορά μόνο στα περιοριστικώς προβλεπόμενα και τιμωρούμενα και υπό τις "σ' αυτό προϋποθέσεις εγκλήματα του άρθρου 1 παρ.1 του, όπως ισχύει, Ν. 1608/1950, κατισχύει της άνω γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ.2 Π.Κ. Το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Σε περίπτωση δε συνδρομής, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο αυτοτελή εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Το έγκλημα δε της απάτης προϋποθέτει την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση-απόκρυψη-παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και τα δύο εγκλήματα έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται, δηλαδή, με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι επί πλαστογραφίας, η παραπλάνηση του άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε σχέση με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου ή βλάβης του άλλου και επί απάτης, η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 582, 598/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κακουργηματικής απάτης, με την επιβαρυντική περίπτωση, και για τις δυο πράξεις, του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 και για υπεξαγωγή εγγράφων και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τριών (13) ετών και τριών (3) μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, συμπληρούμενη παραδεκτά από το διατακτικό, δέχθηκε το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τμήμα της (δεδομένου ότι δεν προσβάλλεται η απόφαση με λόγους αναιρέσεως για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων), ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: Ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνους που αναφέρονται παρακάτω με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ειδικότερα: Α) κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος νόθευσε έγγραφα δηλαδή γραπτά που προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομη συνέπεια με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και έκανε χρήση αυτών και συγκεκριμένα: Α1) Στα πλαίσια του υπ' αριθμ. .../31.3.1992 εργολαβικού που συνήψε ως διευθυντής, διαχειριστής και εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. και Σία Ε.Ε." με τους οικοπεδούχους Δ. Κ. του Δ., Ν. Σ. του Ε., Φ. Σ. του Ε. και Κ. Κ. του Β., ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει οικοδομή για λογαριασμό των τελευταίων στο οικόπεδό τους που βρίσκεται στο Βόλο επί της οδού ... αριθ. 38. Έτσι ως πολιτικός μηχανικός επιμελούμενος της εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής αδείας εμφανίσθηκε με την ως άνω ιδιότητα ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου και υπέβαλε καταστάσεις εργασιών από 1/11/92 έως 30-6-93 για τη φάση του οικοδομικού σκελετού, από 1/4/93 - 30/8/93 για τη φάση της τοιχοποιίας, από 1/9 - 30/10/94 για τη φάση των επιχρισμάτων, από 1/8/93 - 30/12/94 για τη φάση των λοιπών εργασιών, από 1/12/93 - 30/11/94 για τη φάση των χρωμάτων και από 1/1/94 - 31/12/94 για τη φάση των δαπέδων. Επίσης στα πλαίσια της υπ' αριθ. Φ21/2930/ 10.11.1992 απόφ. του ΥΠ. Υγ. Πρόν. Κοιν. Ασφ. εμφανίσθηκε στις 10-11-94 ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου και υπέβαλε ως δικαιολογητικό με σκοπό την παραπλάνηση του, παράλληλα με τον με ίδια ημερομηνία πίνακα Ι για τις εργασίες των φάσεων που άρχισαν από 1/1/93, αντίγραφο της υπ' αριθ. 316/23-8-92 ήδη εκδοθείσης οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας Βόλου και το οποίο νωρίτερα είχε νοθεύσει, δηλ. τροποποίησες το "ΑΔΕΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΕΠΤΑΟΡΟΦΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" που έπρεπε να είναι, σε "ΑΔΕΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΠΕΝΤΑΟΡΟΦΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ", διόρθωσε τον αριθμό ορόφων και τον αριθμό "7" τον έτρεψε σε "5", τον αριθμό των τ.μ. της ολικής επιφάνειας ορόφων από "1470" τον έτρεψε σε "870" και την ημερομηνία εκδόσεως της από "23/8/92" την έτρεψε σε "23/9/92", όπως εμφαίνεται στον πίνακα Α1, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, και κατόπιν εμφάνισε ότι αυτή αναφέρεται σε 5όροφη πολυκατοικία αντί της πραγματικής 7όροφης, ότι αυτή είχε εκδοθεί στις 23/9/92 αντί πραγματικά στις 23/8/92 και ότι αφορούσε επιφάνεια βασικών χώρων 870 τ.μ. αντί της πραγματικής των 1470 τ.μ. Με την πράξη του δε αυτή προξένησε ζημία στην περιουσία του Ι.Κ.Α. Βόλου ανερχόμενη στη διαφορά των ημερομισθίων που πραγματικά απαιτούνταν για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής, η οποία φθάνει στο χρηματικό ποσό των 16.351,51 €, με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια, γεγονός που είχε και σαν συνέπεια να εκδοθεί από το ως άνω Ίδρυμα η υπ' αριθ. 246/04 Ε.Ε. και οι υπ' αριθ. 38350/04, 38351/04 Π.Ε.Ε. για συνολικές εισφορές χρον. περ. 94/01-95/01 ιδίου ποσού και η υπ' αριθ. 656/04 ΠΕΠΕΕ πρόσθετης επιβάρυνσης χρονικής περιόδου 94/01 - 95/01 ύψους 8175,75 €. Α2). Στα πλαίσια του υπ' αριθ. 24703/20.1.93 εργολαβικού που συνήψε ως διευθυντής, διαχειριστής και εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. και Συνεργάτες Ο.Ε." με τους οικοπεδούχους Ι. Φ. του Ν., Δ. Φ. του Ν. και Γ. Φ. του Ν., ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει οικοδομή για λογαριασμό των τελευταίων στο οικόπεδο τους που βρίσκεται στο Βόλο επί της οδού ... αριθ. 2. Έτσι ως πολιτικός μηχανικός επιμελούμενος της εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής αδείας εμφανίσθηκε με την ως άνω ιδιότητα ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου και υπέβαλε αναγγελία εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών με βάση την εκδοθείσα υπ' αριθ. 193/93 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Βόλου. Επίσης στα πλαίσια της υπ' αριθ. Φ21/2930/10.11.1992 απόφ. του ΥΠ. Υγ. Πρόν. Κοιν. Ασφ. εμφανίσθηκε στις 17-5-93 ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου και υπέβαλε ως δικαιολογητικό, τον με ίδια ημερομηνία πίνακα Ι της ανεγειρόμενης ως άνω πολυκατοικίας για επιφάνειες 152 τ.μ. υπογείου, 49 τ.μ. γκαράζ, 15 τ.μ. Η/Υ χώρους, 96 τ.μ. ακάλυπτους χώρους και 1105 τ.μ. κύριους χώρους, 60 τ.μ. καταστήματα και έφερε ως άθροισμα της επιφάνειας υπολογισμού (Ε.Υ.) 1240, καθώς και αριθμό αντιστοιχούντων ημερομισθίων 1926. Επίσης στα πλαίσια της υπ' αριθ. Φ21/2930/10.11.1992 αποφ. του ΥΠ. Υγ. Πρόν. Κοιν. Ασφ. εμφανίσθηκε στις 17-5-93 ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Πολεοδομίας Βόλου και υπέβαλε ως δικαιολογητικό για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, τον με ίδια ημερομηνία πίνακα Ι της ανεγειρόμενης ως άνω πολυκατοικίας τον οποίο ήδη είχε λάβει ως αντίγραφο από τον ίδιο που προσκόμισε και υπέγραψε σχετικά ο αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ Βόλου. Στον πίνακα αυτό, ο οποίος έπρεπε να είναι ίδιος με εκείνο που είχε υποβληθεί στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ Βόλου, στη στήλη 8 που αφορούσε στους βασικούς χώρους διόρθωσε τον αριθμό από "1105" τ.μ. που έπρεπε να είναι σε "2105" τ.μ., στη στήλη 9 που αφορούσε το άθροισμα των στηλών 3-9 διόρθωσε τον αριθμό από "1240" τ.μ. που έπρεπε να είναι, σε "2240" τ.μ., στη στήλη 11 που αφορούσε στον αριθμό των ημερομισθίων διόρθωσε τον αριθμό από "1860" που έπρεπε να είναι, σε"3360", και το συνολικό αριθμό των ημερομισθίων από "1926" σε "3426", όπως εμφαίνεται στον πίνακα Α2, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου. Επίσης στα ίδια πλαίσια στις 19/5/93 εμφανίσθηκε ενώπιον του ως άνω υπαλλήλου και προσκόμισε συμπληρωματικό πίνακα Ι, ο οποίος συμπεριελάμβανε για την ίδια ως άνω πολυκατοικία επιφάνειες υπογείου 300 τ.μ., γκαράζ 300 τ.μ., Η/Υ χώρους 150 τ.μ,, και ακάλυπτους 400 τ.μ., καθώς και αριθμό αντιστοιχούντων ημερομισθίων σε 690. Στον πίνακα αυτό, ο οποίος έπρεπε να είναι ίδιος με εκείνο που είχε υποβληθεί στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ Βόλου, στη στήλη 4 που αφορούσε στο υπόγειο βοηθητικών χρησ. διόρθωσε τον αριθμό από "30" τ.μ. που έπρεπε να είναι σε "300" τ.μ., στη στήλη 5 που αφορούσε στεγασμένους χώρους γκαράζ διόρθωσε τον αριθμό από "30" τ.μ. που έπρεπε να είναι σε "300" τ.μ., στη στήλη 6 που αφορούσε ημιυπαίθριους χώρους διόρθωσε τον αριθμό από "15" τ.μ. που έπρεπε να είναι σε "150" τ.μ., στη στήλη 7 που αφορούσε ακάλυπτους χώρους οικοπέδου διόρθωσε τον αριθμό από "40" τ.μ. που έπρεπε να είναι σε "400" τ.μ., στη στήλη 9 που αφορούσε το άθροισμα των στηλών 3-9 διόρθωσε τον αριθμό από "46" τ.μ. που έπρεπε να είναι, σε "460" τ.μ. και στη στήλη 11 που αφορούσε στον αριθμό των ημερομισθίων διόρθωσε τον αριθμό από "69" που έπρεπε να είναι, σε "690", όπως εμφαίνεται στον πίνακα Α2ί, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου. Δηλαδή με τον πρώτο πίνακα Ι εμφάνισε διαφορές σε επιφάνειες 1000 τ.μ., στο άθροισμα της στήλης (9) 1000 τ.μ. και στον αριθμό των ημερομισθίων (στήλη 11) 1500 ημερομίσθια, ενώ στον συμπληρωματικό πίνακα εμφάνισε διαφορές, ως προς το υπόγειο 270 τ.μ., ως προς το γκαράζ, 270 τ.μ., ως προς το Η/Υ 135 τ.μ., ως προς τους ακάλυπτους χώρους 360 τ.μ., στο άθροισμα 414 και στα ημερομίσθια (στήλη 11) 621. Με τις ως άνω αυτές πράξεις του κατόρθωσε να εκδοθεί η υπ' αριθ. 193/93 οικοδομική άδεια στο όνομά του για κάλυψη μεγαλύτερης οικοδομικής επιφάνειας χωρίς την καταβολή στο ΙΚΑ των αναλογούντων κατασκευαστικών ημερομισθίων, προξένησε δε ζημία κατά τον τρόπο αυτό στην περιουσία του Ι.Κ.Α. Βόλου ανερχόμενη στη διαφορά των ημερομισθίων που πραγματικά απαιτούνταν για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής που ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 53.112,30 €, με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια, εφόσον το εν λόγω ποσό ήταν υποχρεωμένος να το καταβάλει αυτός γεγονός που είχε και σαν συνέπεια να εκδοθεί από το ως άνω Ίδρυμα η υπ' αριθ. 194/04 Ε.Ε. και οι υπ' αριθ. 37189/04, 37180/04, 37181/04, 37182/04 Π.Ε.Ε. για συνολικές εισφορές ιδίου ποσού και οι υπ' αριθ. 528/04, 529/04 ΠΕΠΕΕ πρόσθετης επιβάρυνσης ύψους 26556,14 €. Α3). Στα πλαίσια του υπ' αριθ. .../7.7.93 εργολαβικού που συνήψε ως διευθυντής, διαχειριστής και εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. και Συνεργάτες Ο.Ε." με τους οικοπεδούχους Α. Α. του Α., Θ. Α. του Α., Μ. Α. του Θ., Γ. Κ. του Σ. ως εκπρόσωπο των Α. Τ. του Σ. και Α. Τ. του Κ., ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει οικοδομή για λογαριασμό των τελευταίων στο οικόπεδο τους που βρίσκεται στη Ν. Ιωνία Μαγνησίας επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... . Έτσι ως πολιτικός μηχανικός επιμελούμενος της εκδόσεως της σχετικής οικοδομικής αδείας εμφανίσθηκε στις 8-7-94 ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού υπαλλήλου του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Μαγνησίας και υπέβαλε ως δικαιολογητικό, τον άνευ ημερομηνίας πίνακα Ι της ανεγειρόμενης ως άνω πολυκατοικίας για επιφάνειες βασικών χώρων 1160 τ.μ. Αντίγραφο του πίνακα αυτού που υπέγραψε σχετικά ο αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ Ν. Ιωνίας Μαγνησίας αφού το παραποίησε το υπέβαλε στην ίδια ως άνω ημερομηνία ως δικαιολογητικό για την έκδοση της υπ' αριθ. 14/94 οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας Ν. Ιωνίας Μαγνησίας. Στον πίνακα αυτό, ο οποίος έπρεπε να είναι ίδιος με εκείνο που είχε υποβληθεί στο Περιφερειακό Υποκατάστημα ΙΚΑ Βόλου, στη στήλη 8

Επομένως οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 379§1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του από το άρθρο 34 στοιχ.β' του Ν. 3904/ 23.12.2010, που εν προκειμένω έχει εφαρμογή ως εκ του χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις Αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνον απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, ενώ κατά το άρθρο 393§1 εδ.β' ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του από το άνω άρθρο του Ν. 3904/2010, οι διατάξεις του άρθρου 379, εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός των άλλων και για την πράξη του άρθρου 386 ΠΚ.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι όταν ικανοποιηθεί πλήρως ο ζημιωθείς, εξαλείφεται το αξιόποινο της πράξεως και εν προκειμένω της απάτης, ακόμη και υπό την κακουργηματική της μορφή με την επιβαρυντική περίπτωση του Ν. 1608/1950, διότι το άρθρο 1 του Νόμου αυτού δεν διαπλάσσει νέα εγκλήματα, αλλά στα αναφερόμενα σ' αυτό εγκλήματα του ΠΚ, προσδίδει διακεκριμένη μορφή, εφόσον όμως ο ζημιωθείς ικανοποιηθεί πλήρως, πριν ο δράστης εξετασθεί από την Αρχή, με την ελεύθερη βούλησή του, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση αίτια, διότι στην τελευταία περίπτωση αυτή, το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του παθόντος-ζημιωθέντος, δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της έμπρακτης μετάνοιας. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να διαλαμβάνεται όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνου που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170§2 και 333§2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως λόγω έμπρακτης μετάνοιας κατ' άρθρα 379§1 σε συνδυασμό με 393§1β ΠΚ, όπως ίσχυαν, πρέπει να αιτιολογείται, ιδιαιτέρως. Στην προκειμένη περίπτωση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου προέβαλαν εγγράφως, σχετικά με την πράξη της απάτης, τον αυτοτελή ισχυρισμό της εξαλείψεως του αξιοποίνου της απάτης, λόγω εμπράκτου μετανοίας. Ειδικότερα, σχετικά με τον άνω ισχυρισμό τον οποίο ανέπτυξαν και προφορικά προέβαλαν τα εξής: "Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 379§1 και 393§1 ΠΚ οι διατάξεις του άρ. 379 για την έμπρακτη μετάνοια έχουν εφαρμογή και στο αδίκημα της απάτης. Η διάταξη του άρ. 393 §1 (σε συνδ. με άρ. 379 §1) ΠΚ εξαλείφει το αξιόποινο κάθε μορφής απάτης του ΠΚ ή ειδικών ποινικών νόμων εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά έτσι ασφαλώς και εφαρμόζεται και επί απάτης κατά τη Δημοσίου, η οποία συνιστά διακεκριμένη μορφή της απάτης του άρ. 386§1 ΠΚ (βλ. Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Ειδ. μέρος. 20062, σελ. 254).

Οι επιμέρους προϋποθέσεις της έμπρακτης μετάνοιας είναι: (ί) η απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του παθόντος, (ii) η εν λόγω συμπεριφορά να εκδηλωθεί πριν εξετασθεί ο υπαίτιος οπωσδήποτε για την πράξη του από τις αρχές, (iii) η απόδοση ή ικανοποίηση να έγινε "οικειοθελώς" ("οικεία θελήσει) και (iν) η απόδοση ή η εντελής ικανοποίηση πρέπει να γίνουν χωρίς παράνομη βλάβη άλλου. Έμπρακτη είναι η υλοποιημένη μετάνοια με την επιστροφή του πράγματος ή την ικανοποίηση του ζημιωθέντος. Αρκεί λογικά ο υπαίτιος να ζύγισε τα "υπέρ και τα κατά" της πράξης του και να άλλαξε γνώμη. Θεμιτό είναι να έπαιξε ρόλο στην αλλαγή στάσης και ο φόβος της εμπλοκής του στα δίκτυα του ποινικού δικαίου. Θα πρέπει πάντως η αλλαγή γνώμης και η αποδοκιμασία της πράξης να έγινε από τον ίδιο τον υπαίτιο και να μην εξαναγκάστηκε από άλλον (βλ. Μανωλεδάκη, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, 2000, σελ. 93-94, Μυλωνοπούλου, ό.π., σελ. 245 ε.π., Μπιτζιλέκη, Η ελεύθερη βούληση στην υποχώρηση και στην έμπρακτη μετάνοια, 1995, σελ. 121 επ., ΑΠ 149/1992, Υπεράσπιση 1992.831 με παρατ. Α. Παπαδαμάκη). Κατά την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου με δική του βούληση πράττει ο υπαίτιος όταν προβαίνει στην απόδοση ή στην ικανοποίηση "εκουσίως και αυθορμήτως" (βλ. ενδ. ΑΠ 1354/1997, Υπεράσπιση 1998.537, ΑΠ 1144/1998, ΠοινΧρον. 1999, 662). Σε κάθε περίπτωση η απόδοση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της επιλογής του υπαίτιου το αν η επιλογή του υπήρξε προϊόν ηθικής στάσης ή ωφελιμιστικής στάθμισης δεν ενδιαφέρει. Γι' αυτό και ο φόβος της τιμωρίας όχι μόνο δεν αποκλείει το οικειοθελές της έμπρακτης μετάνοιας αλλά είναι και το κίνητρο που ο ίδιος ο νόμος θέτει στην παρ.2 του άρ.379 ΠΚ: όταν, λοιπόν, ο νόμος αναγνωρίζει δυνατότητα οικειοθελούς απόδοσης μετά την έναρξη της ποινικής δίωξης, δεν νοείται να εξοστρακίζει την "οικεία θέληση" ο φόβος τιμωρίας πριν καν ο δράστης εξεταστεί από την Αρχή (βλ. Μυλωνοπούλου, ό.π., σελ. 248).

II. Στις με στοιχεία Β1, Β2, Β5. 36, Β7, Β8, Β9, Β10, Β11, Β12. Β13 μερικότερες πράξεις η διερεύνηση για τυχόν ποινικές ευθύνες είχε ως αφορμή την από 11-10-2004 μηνυτήρια αναφορά της Φ. Π., Διευθύντριας του υποκαταστήματος ΙΚΑ Βόλου. Για τον λόγο αυτό παραγγέλθηκε προκαταρκτική εξέταση και κλήθηκα για παροχή εξηγήσεων στις 21-1-2005. Είχα ωστόσο φροντίσει, ενόψει ακριβώς των αξιώσεων που είχαν εγερθεί από το ΙΚΑ Βόλου, να καταβάλλω με τη θέλησή μου όλες τις διαφορές ημερομισθίων που αντιστοιχούσαν στην ανέγερση καθεμιάς από τις οικοδομές (καθώς και τα αναλογούντα πρόστιμα) πριν από την ημερομηνία που κλήθηκα να καταθέσω στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης (17-1-2005).

Συγκεκριμένα για την με στοιχείο Β1 πράξη η καταβολή έγινε στις 29-10-2004, για την με στοιχείο Β2 στις 30-8-2004, για την με στοιχείο Β5 στις 12-10-2004, για την με στοιχείο Β6 στις 25-10-2004, για την με στοιχείο Β7 στις 16-9-2004, για την με στοιχείο Β7 στις 6-9-2004, για την με στοιχείο Β8 στις 6-9-2004, για την με στοιχείο Β9 στις 18-10-2004.

Επισημαίνεται εδώ ότι οι επιμέρους πράξεις Β10 (ποσού 2.186,49€), Β11 (ποσού 4.459,28€), Β12 (ποσού 9.475,31€), και Β13 (ποσού 15.651,67€) αναφέρονται σε οικοδομές για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα οι εξής οικοδομικές άδειες: 60/2002, 41/2003, 200/2003 κα: 535/2003. Για τις περιπτώσεις αυτές έγινε η προβλεπόμενη κατά νόμο αναθεώρηση των αδειών και καταβλήθηκε το χρηματικό ποσό των αναλογούντων ημερομισθίων μόλις αυτά κατέστησαν απαιτητά χωρίς την επιβολή κανενός προστίμου ή προσαυξήσεως όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα του ΙΚΑ.

Β. Οι με στοιχ. Β3 και Β4 μερικότερες πράξεις καταγγέλθηκαν με την από 24-10-2005 μηνυτήρια-αναφορά τον Θ. Μ., αναπληρωτή Διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ν.Ιωνίας Μαγνησίας. Διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και κλήθηκα στις 18-11-2005 να εξεταστώ παρέχοντας τις κατά νόμο εξηγήσεις. Ήδη όμως με δική μου θέληση και σε προγενέστερο χρόνο (πριν ακόμα υποβληθεί η μηνυτήρια αναφορά) κατέβαλα τις διαφορές ημερομισθίων του αντιστοιχούσαν στην ανέγερση καθεμιάς από τις δύο οικοδομές καθώς και τα αναλογούντα πρόστιμα. Συγκεκριμένα για την με στοιχ. Β3 πράξη η καταβολή έγινε στις 25-1-2005 ενώ για την με στοιχ. Β4 πράξη η καταβολή έγινε στις 21-1-2005.

Κατόπιν των ανωτέρω συντρέχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου για τις αναφερθείσες μερικότερες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια συνολικού ποσού βλάβης άνω των 150.000 € σε βάρος του Δημοσίου, γι' αυτό και θα πρέπει να με κηρύξετε αθώο.

Για τους λόγους αυτούς Ζητώ να κηρυχθώ αθώος για τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατ' συνήθεια συνολικού ποσού βλάβης άνω των 150.000 € σε βάρος του Δημοσίου, λόγω έμπρακτης μετάνοιας (άρ. 378§1, 393§1 ΠΚ, 370§1α ΚΠΔ)".

Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 393 του ΠΚ στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 και 379 ΠΚ προκύπτει ότι ο υπαίτιος της πράξης της απάτης απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, εφόσον δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Όμως, το άνω Δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εσφαλμένα δε ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 379§1 και 393§1 εδ.β' ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους από το άρθρο 34§1 ν. 3904/2010, (που ακολούθως οι άνω διατάξεις περιελήφθησαν στο ήδη ισχύον άρθρο 484 ΠΚ βλ. άρθρο 6 ν. 3904/2010), αφού κατά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου που είναι σαφής και ορισμένος, υπό τα περιστατικά που εκτίθενται σ' αυτόν, η ικανοποίηση του ζημιωθέντος ΙΚΑ, έλαβε χώρα προ της εξετάσεώς του από την Αρχή, είναι δε αδιάφορο εάν η πράξη (απάτη) έχει τον χαρακτήρα του πλημμελήματος ή κακουργήματος.

Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός συναφής των πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκαν παραδεκτά και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 ΚΠοινΔ) είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί εμπράκτου μετανοίας για την πράξη της απάτης, ως προς την επιβολή ποινής για την πράξη της απάτης και ως προς την επιμέτρηση της συνολικής εκτιτέας ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, της απάτης, αμφοτέρων των πράξεων με την επιβαρυντική περίσταση του Νόμου 1608/1950 και της υπεξαγωγής εγγράφων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519§1 ΚΠοινΔ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθ. 582-598/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για την πράξη της απάτης, ως προς την επιβολή ποινής για την πράξη της απάτης και ως προς την επιμέτρηση της συνολικής εκτιτέας ποινής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως για νέα συζήτηση της υποθέσεως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Απριλίου 2011 αίτηση του Α. Δ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 582, 598/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή