Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 711 / 2011    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 711/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. (E. G.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.
Των αναιρεσιβλήτων: Η. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 2.Α. Τ. του Σ., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Σπυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.11.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 17/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Απριλίου 2009 αίτησή του και των από 17 Αυγούστου 2010 πρόσθετων αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνου δεκτοί οι, τέταρτος λόγος της αναίρεσης και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά το εις το σκεπτικό μέρος τους όπως συμπληρώνονται με τη παρούσα έκθεση και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους, στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, αποτελεί την γενική αρχή (άρθρο 2 της Συμβάσεως του Λουγκάνο που κυρώθηκε με το ν. 2460/1997), μόνο δε κατά παρέκκλιση, προβλέπει η Σύμβαση αυτή, περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος, κατά περίπτωση, δύναται (στις ειδικές δικαιοδοσίες) ή οφείλει (στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες ή στην περίπτωση παρεκτάσεως της δικαιοδοσίας) να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου Κράτους. Το άρθρο 5 της ίδιας συμβάσεως προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων δύναται να επιλέξει να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από αυτόν της κατοικίας του τελευταίου, για τον λόγο ότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, το οποίο δύναται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδικάσεως της υποθέσεως και της οικονομίας της δίκης. Μία από τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει και ως προς τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία για τις οποίες καθιερούται η ειδική δωσιδικία "του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός" (αρθρ. 5 σημ. 3). Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά "διαφορές από σύμβαση" κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ. 1 της Συμβάσεως. Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά., όχι μόνον κατ' αυτού ο οποίος προξένησε τη ζημία, αλλά και εναντίον παντός άλλου αστικώς υπευθύνου για παράνομη πράξη τρίτου. Η έννοια της εκφράσεως "τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", καλύπτει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία με αποτέλεσμα να μπορεί ο εναγόμενος να εναχθεί κατ'επιλογή του ενάγοντος είτε του ενός είτε του άλλου τόπου. Για τον προσδιορισμό του "τόπου επέλευσης της ζημίας" έχει σημασία ο καθορισμός της "ζημίας", η οποία είναι ληπτέα υπ' όψη. Ως "ζημία" νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία, την οποία υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων. Κατά συνέπεια "ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία", είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την προεκτεθείσα έννοια. Συνακολούθως, εάν εκτός από τον τόπο στον οποίον εμφανίσθηκε η ζημία, εμφανίσθηκε άλλη ζημία, η οποία αποτελεί την συνέπεια της αρχικώς επελθούσης ζημίας, σε άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού και στερείται επομένως, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς σημασίας, ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά το δίκαιο που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποια είναι τα είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης (αρθρ. 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου, τα μέλη της οικογένειας του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ότι: "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως". Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ειδικότερα καθ' όσον αφορά την άλλη προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημιάς και του υπόχρεου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι κάτοικοι ...ς και ασχολούνται με το εμπόριο γούνας. Στις αρχές του έτους 1997 αποφάσισαν να επενδύσουν ένα σημαντικό ποσό σε χρηματαγορές του εξωτερικού. Για το σκοπό αυτό αποτάνθηκαν στον εναγόμενο(ήδη αναιρεσείοντα), μόνιμο κάτοικο ..., μετά από συστάσεις της μητέρας του με την οποία είχαν μακροχρόνια εμπορική συνεργασία. Μετά από τηλεφωνικές συνεννοήσεις ο εναγόμενος αποδέχθηκε την εντολή τους όπως διαχειρισθεί ιδίω ονόματι, αλλά για δικό τους λογαριασμό τα κεφάλαια τα οποία θα έθεταν αυτοί στη διάθεση του, μέσω ασφαλών τοποθετήσεων στις διεθνείς χρηματαγορές, στις οποίες, όπως τους ανέφερε δραστηριοποιείται με τον περιορισμό ότι από τα ως άνω κεφάλαια το μισό περίπου θα ήταν αζημίως αμέσως ρευστοποιήσιμο και το άλλο μισό εντός τριών μηνών από τη λήψη της εντολής τους. Προς επίτευξη των όσων συμφωνήθηκαν, την 8-1-1997, ο εναγόμενος απέστειλε από τη …, σε παραλαβή των εναγόντων στην ..., telefax, με το οποίο παρείχε σ' αυτούς πληροφορίες και στοιχεία για την τράπεζα της … στην οποία θα απέστελλαν το έμβασμα. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω έγγραφο αναγράφονταν τα εξής: "Από Έ. Γ., προς κο Τ.. Στη συνέχεια της συνομιλίας μας, σας αναφέρουμε κατωτέρω τον τραπεζικό λογαριασμό για εμβάσματα πεσετών: Bank Julius Baer New York. Μέσω: Banco Central HispanoAmericano Madrid. Σε πίστωση: Whiteleaf FX Management, αριθμός λογαριασμού ...". Το έγγραφο δε που χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο για την αποστολή του ως άνω fax είχε στο πάνω μέρος της σελίδας το όνομα του και στο κάτω μέρος αυτής προεκτυπωμένα τα στοιχεία "Whiteleaf FX Management NV". Μετά τη λήψη του εγγράφου αυτού οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στην Εμπορική Τράπεζα, κατάστημα ..., από όπου θα γινόταν το έμβασμα. Επειδή τα στοιχεία και ειδικότερα η διεύθυνση της τράπεζας στη ..., όπου θα αποστέλλοντο τα χρήματα, ήσαν ελλιπή, μετά από προτροπή του διευθυντή του ως άνω τραπεζικού καταστήματος, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο περισσότερα στοιχεία .Έτσι, την επομένη ημέρα, 9-1-1997, με νέο fax δόθηκαν τα πλήρη στοιχεία της ως άνω αλλοδαπής τράπεζας και την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε η αποστολή του εμβάσματος, συνολικού ποσού 190.000.000 δρχ. αφού προηγουμένως μετατράπηκε σε ισπανικές πεσέτες (95.000.000 ισπανικές πεσέτες, βλ. το από 9-1-1-992, αντίγραφο εντάλματος πληρωμής καταθέσεων σε συνάλλαγμα και την από 9-1-1997 έκδοση εντολής σε συνάλλαγμα μέσω τελεξ/ταχυδρομείου της Εμπορικής Τράπεζας]. Τονίζεται, ότι οι ανωτέρω διευκρινήσεις, που έφθασαν στους ενάγοντες με fax, απεστάλησαν σ' αυτούς με έγγραφο το οποίο είχε εκτυπωμένα τα στοιχεία της ως άνω εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και επιπλέον περιείχε την πλήρη διεύθυνση αυτής στη ... ως εξής: 730 FIFTH AVENUE, NINTH FLOOR, NEW YORK, NY 10019, TEL. ..., FΑΧ. ... . Με το έμβασμα αυτό ο καθένας ενάγων απέστειλε για λογαριασμό του το μισό του εν λόγω ποσού. Αυτό που είχε βαρύνουσα σημασία για την απόφαση των εναγόντων να εμβάσουν το ως άνω ποσό, ήταν η προηγούμενη καλή συνεργασία που είχαν με τη μητέρα του εναγομένου επί μία δεκαετία και η συνεπεία αυτής δημιουργηθείσα σχέση εμπιστοσύνης, αλλά και το γεγονός ότι η εταιρία στην οποία εστάλησαν τα χρήματα, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ήταν προσωπική του επιχείρηση, με έδρα τη .... Στη συνέχεια, σε αναλυτική κατάσταση που επισυνήψε στο από 26-9-1997 fax, το οποίο απέστειλε ο εναγόμενος στους ενάγοντες, με προεκτυπωμένη σ' αυτό την πλήρη διεύθυνση της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV", στη ..., εμφάνισε την παρακάτω τοποθέτηση των κεφαλαίων που του απέστειλαν με έμβασμα προς διαχείριση : α) Καταπιστευτικός λογαριασμός: 33.200.000 ισπανικές πεσέτες στην τράπεζα Banco Hispano-Americano, λήξεως 15-12-1997, με ετήσιο επιτόκιο 5,1875% και β) πρόγραμμα διαχειρίσεως Whiteleaf FΧ: 417.579 δολάρια ΗΠΑ, με ετήσια απόδοση 21,22%. Στην αναλυτική κατάσταση που επισυνάπτεται, αναφέρεται η λήψη του εμβάσματος των 95.000.000 πεσετών (στις 16-1-1997), η τοποθέτηση 47.000.000 πεσετών σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση (επίσης στις 16-1-1997), η αγορά δολαρίων για το ποσό των 48.000.000 πεσετών, που αντιστοιχούσε τότε σε 359.982 δολάρια ΗΙΑ (στις 16-1-1997), η μεταφορά του ποσού τούτου αυθημερόν στο πρόγραμμα επενδύσεων Whiteleaf, καθώς και η τρέχουσα αξία των μεριδίων που επενδύθηκαν στις 26-9-1997 σε 417.759,12 δολάρια ΗΠΑ. Τέλος, στην ίδια κατάσταση αναγράφεται επίσης η αποστολή από τον εναγόμενο του εμβάσματος σε πίστωση της εταιρίας με την επωνυμία "Satil LTD", για την οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια. Στο μεταξύ, μετά την από 10-7-1997 έγγραφη εντολή των εναγόντων ο εναγόμενος ρευστοποίησε μέρος της ως άνω προθεσμιακής καταθέσεως του, ύψους 14.979.200 ισπανικών πεσετών, το οποίο ενέβασε σε κυπριακή τράπεζα για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "Satil LTD", ενώ σε εκτέλεση της από 10-4-1998 έγγραφης εντολής των ιδίων, ο εναγόμενος ρευστοποίησε και το υπόλοιπο της προθεσμιακής καταθέσεως τους και ενέβασε 100.000 δολάρια ΗΠΑ στην φινλανδική τράπεζα "ΟΚΟ ΒΑΝΚ Ηelsinki", με δικαιούχο την εταιρία με την επωνυμία "FINNISH FUR SALES", ενώ το υπόλοιπο ποσό της ρευστοποιήσεως πιστώθηκε στον τηρούμενο λογαριασμό των εναγόντων στην Εμπορική Τράπεζα του .... Έτσι, μετά τις ως άνω εντολές των εναγόντων, αποδόθηκαν σ' αυτούς από τον εναγόμενο το σύνολο των 47.000.000 ισπανικών πεσετών, που τοποθέτησε αυτός για λογαριασμό τους στην ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και απέμεινε προς διαχείριση από αυτόν το ποσό των 48.000:000 ισπανικών πεσετών. Στη συνέχεια, στις 14-1-1998, εστάλη νεο fax σε πανομοιότυπο έγγραφο με όλα τα προηγούμενα δηλαδή με τα πλήρη στοιχεία της ως άνω εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και υπογραφή του εναγομένου, με το οποίο επιβεβαιώνεται η τοποθέτηση ποσού 33.550.000 ισπανικών πεσετών στην τράπεζα Βanco Bilbao-Vizcaya, σε προθεσμιακή κατάθεση λήξεως στις 16-3-1998, με ετήσιο επιτόκιο 4,75% και η επένδυση ποσού 412.300 δολαρίων ΗΠΑ σε επενδυτικό Πρόγραμμα της εταιρίας Whiteleaf FX, με ετήσια απόδοση 14,55%. Επίσης, επισυνάφθηκε λεπτομερής αναλυτική κατάσταση των έως τότε κινήσεων του λογαριασμού των εναγόντων, όπου εμφανίζεται ότι η τρέχουσα αξία των μεριδίων που επενδύθηκαν στην εν λόγω εταιρία ανερχόταν, την 9-1-1998, σε 412.300 δολάρια ΗΠΑ. Η αποστολή του παραπάνω fax, στις 14-1-1998, ήταν η τελευταία γραπτή ενημέρωση που έλαβαν σι ενάγοντες από τον εναγόμενο, αναφορικά με την τύχη των κεφαλαίων τους στην εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", παρά τις μετέπειτα επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις τους. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε γραπτώς τους ενάγοντες, σχετικά με την τύχη των κεφαλαίων τους και μετά την ως άνω ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 15-9-1998 και στις 8-3-1999. Για την απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλείται και προσκομίζει για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα από 15-9-1998 και 8-3-1999 έγγραφα της Μanagement NV", που φέρουν την υπογραφή του, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, απέστειλε με fax προς αυτούς. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά παρελήφθησαν από τους ενάγοντες.
Λόγω της άρνησης του εναγομένου να δώσει πληροφορίες στους ενάγοντες, δημιουργήθηκε ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις, με συνέπεια αυτοί να απευθυνθούν σε δικηγορικό γραφείο της … (De Goutes και συνεργάτες), το οποίο με την από 24-6-1999 επιστολή του προς τον εναγόμενο, κάλεσε αυτόν εξ ονόματος των εναγόντων να παράσχει λογοδοσία της παρ' αυτού διαχειρίσεως του κονδυλίου των 48.000.000 ισπανικών πεσετών και να τους γνωρίσει την προθεσμία εντός της οποίας θα μπορέσει να το επιστρέψει. Στην επιστολή αυτή ο εναγόμενος απάντησε με την από 7-7-1999 όμοια δική του, δια του ελβετού πληρεξουσίου δικηγόρου του Ρ. G. M., με την οποία αρνήθηκε κάθε προσωπική του ανάμειξη στη διαχείριση των κεφαλαίων των εναγόντων Ισχυριζόμενος ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στη μεσολάβηση του προκειμένου τα χρήματα τους, μετά από δική του σύσταση, να τα διαχειριστεί η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV", που εδρεύει στη ..., της οποίας εταιρίας "Whiteleaf FX ήταν απλός σύμβουλος και για το λόγο αυτό ενημερωνόταν για την κίνηση των λογαριασμών τους σε αυτήν. Επίσης, με την ίδια επιστολή ο εναγόμενος δήλωσε ότι ήδη έχει ζητήσει από την εν λόγω εταιρία να του προμηθεύσει αντίγραφο των λογαριασμών των εναγόντων, προκειμένου να ελεγχθεί η κίνηση τους. Λόγω των ως άνω ισχυρισμών του εναγομένου, οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στην ερευνητική εταιρία με την επωνυμία "ΙCΑΡ ΑΕ" προκειμένου να εντοπίσουν την πιο πάνω εταιρία στη ..., καθόσον σε όλα τα προεκτυπωμένα έγγραφα που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος απευθυνόμενος προς αυτούς εμφανιζόταν ως εξής: " WHITELEAF FX MANAGEMENT ΝV", με έδρα τη ...:. 730 FIFTH AVENUE, MNTH FLOOR, NEW YORK, ΝΥ 10019, ΤΕL. ..., FΑΧ. .... Στις 15-7-1999 έλαβαν απάντηση από την ως άνω ερευνητική εταιρία, στην οποία αναφερόταν ότι η εν λόγω εταιρία είναι άγνωστη στους τοπικούς καταλόγους και αρχές, ότι ο αριθμός τηλεφώνου που αναφέρεται δεν απαντά, αλλά ούτε και υπάρχει καταχώρηση της επιχειρήσεως αυτής στην υπηρεσία πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου, επιπλέον δε ότι οι γείτονες στην ανωτέρω διεύθυνση δήλωσαν ότι τέτοια εταιρία δεν υφίσταται στο κτίριο κατά τα τελευταία δύο έτη. Μετά από αυτό, ο δικηγόρος των εναγόντων απευθύνθηκε εκ νέου με την από 10-8-1999 επιστολή του, προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου, ζητώντας την παροχή νέων στοιχείων τα οποία να αποδεικνύουν την ύπαρξη της ως άνω εταιρίας, αλλά και τον ακριβή ρόλο του εναγομένου σε αυτήν. Επίσης, τόνιζαν ότι μέχρι τότε αντιλήφθηκαν ως μόνο συναλλασσόμενο με αυτούς τον εναγόμενο και με δεδομένη την εκφρασθείσα διάθεση του για μεσολάβηση προκειμένου να τους δοθούν αναλυτικές καταστάσεις κινήσεως των λογαριασμών τους, για να αρθούν οποιαδήποτε ερωτήματα τους δημιουργήθηκαν σχετικά με το ρόλο αυτού (εναγομένου), δήλωσαν ότι ανέμεναν να παραλάβουν τις εν λόγω καταστάσεις, από οποιονδήποτε και αν έχουν γραφεί. Σε απάντηση της επιστολής αυτής, ο πληρεξούσιος, του εναγομένου P. G. M., με την από 1-9-1999 επιστολή του, προτρέπει τους ενάγοντες να απευθυνθούν για οποιαδήποτε πληροφορία επιθυμούν στο εμπορικό επιμελητήριο του Κουρακάο, στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς να τους δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα τους αναφορικά με την ύπαρξη της εν λόγω εταιρίας. Επίσης, επαναλαμβάνει ότι ο εντολέας του είναι διατεθειμένος να μεσολαβήσει στην εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf Management NV", προκειμένου να βοηθήσει τους ενάγοντες να συλλέξουν όσα στοιχεία χρειάζονται, ώστε να λάβουν ολοκληρωμένες πληροφορίες για τα μερίδια τους στην εταιρία αυτή. Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι ήδη από τις 7-7-1999 ο εναγόμενος είχε εκφράσει την ίδια διάθεση για μεσολάβηση του στην εν λόγω εταιρία, με σκοπό την βοήθεια των εναγόντων, ουδέν έπραξε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα των δύο μηνών, αν και μπορούσε ευχερώς να το πράξει όπως και στο παρελθόν είχε ενεργήσει αναλόγως (στις 26-9-1997 και 14-1-1998, βλ. παραπάνω υπό στοιχ. ΙΧ), υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά ενημερωτικά fax, για την κίνηση του λογαριασμού τους. Αντιθέτως, αρκείται σε προτροπές προς αυτούς για ανεύρεση της εταιρίας στις Ολλανδικές Αντίλλες. Μετά την τελευταία επιστολή, οι ενάγοντες απέστειλαν σ' αυτόν, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, την από 7-9-1999 επιστολή τους, με την οποία του γνωστοποιούν ότι αναζήτησαν την εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf Management NV" στις Ολλανδικές Αντίλλες, πλην όμως οι έρευνες τους απέβησαν άκαρπες, αφού δεν μπόρεσαν να βρουν εταιρία με την επωνυμία αυτή, ενώ τόνισαν και πάλι ότι αναμένουν την αποστολή των αναλυτικών καταστάσεων του λογαριασμού τους, όπως τους είχε υποσχεθεί και παράλληλα τον, πληροφορούν ότι θα καταθέσουν αγωγή εναντίον του. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 υπήρξαν συζητήσεις μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, προκειμένου να παρασχεθούν έγγραφες εξηγήσεις και να καταστούν σαφείς οι ισχυρισμοί και των δύο πλευρών. Σε συνέχεια τούτων, ο πληρεξούσιος του εναγομένου με την από 17-1-2000 επιστολή του θέτει υπόψη του δικηγόρου των εναγόντων ότι ο ίδιος, όπως είχαν συμφωνήσει, συνέταξε ένα υπόμνημα που περιείχε τις απόψεις - του πελάτη του, ενώ ο δικηγόρος των τελευταίων με την από 19-1-2000 επιστολή του αναφέρει ότι μετά από τις 25-10-1999 οπότε και διαβίβασε σ' αυτόν επιστολή περιέχουσα τις απόψεις τους, έκτοτε δεν είχε νεότερα από αυτούς. Μετά από αυτά, οι ενάγοντες δεν είχαν καμία σχέση ή επικοινωνία με τον εναγόμενο ή τον δικηγόρο του. Έτσι, παρά τις προσπάθειες τους δεν μπόρεσαν να διαπιστώσουν εάν πράγματι υφίστατο η ως άνω εταιρία, ως και ποία η σχέση της με τον εναγόμενο. Με βάση λοιπόν τα στοιχεία τα οποία είχαν μέχρι τότε στη διάθεση τους, οι ενάγοντες άσκησαν εναντίον του εναγομένου, ενώπιον των Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, την από 5-6-2002 αγωγή αποζημιώσεως (υπ' αριθμ. καταθ. 634/75/2002), την οποία θεμελίωναν σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του, επικαλούμενοι υπεξαίρεση του παραπάνω ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών. Παράλληλα κατέθεσαν εναντίον του και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου, πιθανολογούμενης της απαιτήσεως τους και προς εξασφάλιση της, να τους επιτραπεί να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα του, τα οποία βρίσκονται στην … .
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στις 20-9-2002, ο εναγόμενος με το από 26-9-2002 σημείωμα του, αρνήθηκε την ανάθεση σε αυτόν από τους ενάγοντες της διαχειρίσεως των κεφαλαίων τους και περιόρισε τη σχέση του με αυτούς μόνο στο γεγονός της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, προκειμένου να τους δώσει πληροφορίες για την επένδυση των χρημάτων τους σε χρηματαγορές του εξωτερικού, κατά την οποία τους σύστησε την εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf Management NV" της οποίας ήταν εξωτερικός Τραπεζικός σύμβουλος. Για την ενίσχυση δε των ισχυρισμών του προσκόμισε την από 19-10-2001 επίσημη βεβαίωση του εμπορικού επιμελητηρίου του Κουρακάο των Ολλανδικών Αντιλλών, από την οποία προέκυπτε ότι η εταιρία αυτή δεν ήταν προσωπική εταιρία του ιδίου, που έχει την έδρα της στη ..., αλλά επενδυτική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Κουρακάο των Ολλανδικών Αντιλλών, που συστάθηκε το έτος 1984, με καταβεβλημένο κεφάλαιο 6.000 δολάρια ΗΠΑ, της οποίας καταστατικός διαχειριστής ορίζεται μια άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ιntertrust (CURACAO) ΝΥ", με έδρα επίσης το Κουρακάο. Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο προσκομίστηκε από τον εναγόμενο το από 25-9-2002 , έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "Ιntertrust (Curacao) NV", στο οποίο βεβαιώνεται ότι κατά, τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Δεκέμβριο του 1999 ο εναγόμενος είχε διατελέσει εξωτερικός ερευνητικός -σύμβουλος της εταιρίας "Whiteleaf Management NV " και παρείχε συμβουλές σ' αυτήν στον τομέα των εξειδικευμένων συστημάτων σε υποθέσεις εξωτερικού συναλλάγματος. Μετά την εξέλιξη αυτή οι ενάγοντες έλαβαν μέσω του διαδικτύου περισσότερες πληροφορίες για την εταιρία που εμφανιζόταν ως καταστατικός διαχειριστής. Συγκεκριμένα, πληροφορήθηκαν ότι η εταιρία με την επωνυμία "Ιntertrust (Curacao) NV " έχει τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εμφανίζεται ως εταιρία διαχειρίσεως καταπιστεύματος με έδρα το Κουρακάο και ταχυδρομική διεύθυνση την ίδια με αυτή της εταιρίας Whiteleaf. Μετά από όλα αυτά, για πρώτη φορά καθίσταται σαφές στους ενάγοντες ότι η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf Management NV " δεν είναι προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, και ότι ουδέποτε είχε την έδρα της στη .... Εκτός τούτων, τότε διαπίστωσαν για πρώτη φορά την πραγματική κατάσταση των προαναφερομένων εταιριών ως και τη σχέση αυτών με τον εναγόμενο, ο οποίος εμφανίζεται ως εξωτερικός ερευνητικός σύμβουλος της ως άνω εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Δεκέμβριο του 1999. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος στην ως άνω από 7-7-1999 επιστολή του ανέφερε στους ενάγοντες ότι ήταν απλός σύμβουλος της εταιρίας Whiteleaf, δεν αίρει τα παραπάνω αναφορικά με τη γνώση των εναγόντων περί του ρόλου του ενάγοντος, καθόσον κατά την αλληλογραφία που επακολούθησε επί ικανό χρονικό διάστημα, δεν επιβεβαιώθηκε τούτο από κανένα άλλο στοιχείο, με συνέπεια να δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες στους ενάγοντες σχετικά με την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού του.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο που ο εναγόμενος συζητούσε με τους ενάγοντες προκειμένου να του αναθέσουν τη διαχείριση των κεφαλαίων τους, παρέστησε σ "αυτούς ψευδώς ότι η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf Management NV", στην οποία επρόκειτο να εμβάσουν τα κεφάλαια τους, είναι προσωπική επιχείρηση του ιδίου με έδρα τη ... εκτός τούτου, απέκρυψε από αυτούς δολίως ότι επρόκειτο για εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Curacao των Ολλανδικών Αντιλλών, με καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς άλλη περιουσία και με καταστατικό διαχειριστή μία άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ιntertrust (Curacao) NV", με έδρα επίσης το Curacao και καταστατικό σκοπό την καταπιστευτική διαχείριση των συμφερόντων τρίτων (trust). Έτσι λόγω της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του παρέπεισε τους εγάγοντες να, εμβάσουν στην εν λόγω εταιρία το ποσό των48.000. 000 ισπανικών πεσετών ο καθένας πράξη στην οποία δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση. Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία ισόποση των 24.000.000 ισπανικών πεσετών ο καθένας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο εναγόμενος, στην από 26-9-1997 επιστολή του προς τους ενάγοντες, συνομολογεί ότι το συνολικό έμβασμα προς την εταιρία "Whiteleaf Management NV" ανερχόταν σε 95.000.000 ισπανικές πεσέτες, από τις οποίες 47.000.000 κατατέθηκαν σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και το υπόλοιπο ποσό των 48.000.000 μεταφέρθηκε στο πρόγραμμα Whiteleaf.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο περιεχόμενος στην έφεση ισχυρισμός του ότι η ακριβής αντιστοιχία του εμβασθέντος ποσού ήταν μικρότερη. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ενισχύεται και από το γεγονός της συστηματικής χρησιμοποιήσεως από αυτόν, στη μεταξύ αυτού και των εναγόντων αλληλογραφίας, εντύπων με προεκτυπωμένη την επωνυμία τής εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και διεύθυνση αυτής στη ... (βλ. παραπάνω υπό στοιχ VIII και ΙΧ). Εκτός τούτου, η προσωπική ενημέρωση του ιδίου προς τους ενάγοντες, με την από 26-9-1997 επιστολή του περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων τους κατά το ήμισυ σαν ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και κατά το υπόλοιπο στο επενδυτικό πρόγραμμα Whiteleaf, καθώς και με την από 14-14998 όμοια, περί της τρέχουσας αξίας του μεριδίου τους στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με την εκτέλεση από τον ίδιο των από 10-7-1997 και 10-4-1998 εντολών τους προς ρευστοποίηση και απόδοση των κεφαλαίων τους που τοποθετήθηκαν στην προθεσμιακή κατάθεση, φανερώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόθεση του να αποκρύψει από τους ενάγοντες ότι αντισυμβαλλόμενος τους δεν ήταν προσωπική του επιχείρηση, με έδρα τη ..., αλλά εταιρία με έδρα το Κουρακάο, της οποίας, όπως αποκάλυψε εκ των υστέρων, ήταν απλός εξωτερικός σύμβουλος .Τέλος, η ως άνω άποψη του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος, παρά τις εκκλήσεις των εναγόντων, μέσω του αλλοδαπού δικηγόρου τους, αυτός αρνείτο κάθε ανάμειξη στη διαχείριση των χρημάτων τους - ενώ προηγουμένως τους ενημέρωσε προσωπικώς για την κίνηση των λογαριασμών τους - παραπέμποντας αυτούς αρχικώς στην εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", με έδρα τη ... και όταν αυτοί διαπίστωσαν ότι είναι άγνωστη στον ως άνω τόπο, παραπέμποντας να την αναζητήσουν στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς να τους δώσει λεπτομερή στοιχεία, τα οποία αναγκάστηκε να τα επικαλεστεί για πρώτη φορά στο δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι σι ενάγοντες άσκησαν κατά του εναγομένου αρχικώς την ως άνω αγωγή τους (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο στις 15-1-2004), που είχε ως βάση και πάλι την αδικοπραξία ισχυριζόμενοι όμως ότι ο εναγόμενος υπεξαίρεσε το ως άνω ποσό. Τούτο γιατί, έως τότε, παρά τις προσπάθειες τους δεν είχαν καταφέρει να συλλέξουν περισσότερα στοιχεία αναφορικά με την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", την οποία θεωρούσαν προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, όπως ο ίδιος τους διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς, ή σε κάθε περίπτωση ότι εξυπηρετεί συμφέροντα του, ως και τη σχέση του ιδίου με αυτήν. Επίσης, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει: α) Δημοσιεύματα ξένων εφημερίδων, όπως της Wall Street Journal της 28-2-1996 και 21-1-1996, όπου φιλοξενούνται δηλώσεις του ιδίου ως στελέχους της εταιρίας Whiteleaf, β) το από 6-2-1997 πιστοποιητικό ελέγχου του ελεγκτικού οίκου STG-Coopers and Lybrand, με αντικείμενο την πιστοποίηση των αποδόσεων της εταιρίας Whiteleaf κατά την περίοδο 1994-199δ και γ) την από 19-9-1996 επιστολή της αμερικανικής τράπεζας Julius Baer Bank, με την οποία επιβεβαιώνεται η καλή συνεργασία της με την Whiteleaf FX, καθόσον αυτά ουδεμία σχέση έχουν με την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιδίου. Άλλωστε, όλα τα παραπάνω έγγραφα αναφέρονται σε χρόνο προγενέστερο. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε τα ίδια και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση τα παραπάνω ποσά, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τέταρτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του καθόσον αποκλειστικώς υπεύθυνη είναι η εταιρία Whiteleaf (που στην, ουσία συνιστά άρνηση της αγωγής) και έκτος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι κακώς έγινε δεκτή κατ' ουσία η αγωγή των εναγόντων.
Ο εναγόμενος προέβαλε ενώπιον τον πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με την έφεση του τον επικουρικό ισχυρισμό ότι σε κάθε περίπτωση η αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι από το χρόνο έναρξης, που κατά τους ισχυρισμούς του τοποθετείται στις 28-6-1999, όταν για πρώτη φορά οχλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, άλλως στις 7-9-1999, όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανακοίνωσε σε αυτόν την πρόθεση του να προχωρήσει σε αγωγή εναντίον του, μέχρι το χρόνο ασκήσεως αυτής, στις 27-3-2006, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και τον προς αποζημίωση υπόχρεο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στις 20-9-2002, την πραγματική κατάσταση αναφορικά με τη μορφή της εταιρίας Whiteleaf, την έδρα της, αλλά και τη σχέση και το ρόλο του ενάγοντος σε αυτήν. Μέχρι τότε οι προσπάθειες τους δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το μόνο στοιχείο το οποίο κατάφεραν μέχρι τότε να συγκεντρώσουν ήταν η πληροφορία ότι η εν λόγω εταιρία ήταν άγνωστη στη διεύθυνση που αναγραφόταν στα επιστολόχαρτα που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος. Η μη ευόδωση των προσπαθειών τους οφείλετο στο γεγονός ότι ο εναγόμενος απέφευγε συστηματικώς να τους δώσει στοιχεία για την εταιρία - την οποία θεωρούσαν προσωπική επιχείρηση του, όπως ο ίδιος τους διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς, ή σε κάθε περίπτωση ότι εξυπηρετεί συμφέροντα του είτε παραπέμποντας αυτούς στην υποτιθέμενη έδρα της, στη ... και όταν αυτοί διαπίστωσαν ότι είναι άγνωστη στον ως άνω τόπο, παραπέμποντας τους να την αναζητήσουν στις Ολλανδικές Αντίλλες και πάλι χωρίς να τους δώσει λεπτομερή στοιχεία. Η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου πρέπει να συνδυαστεί με τη συστηματική χρησιμοποίηση από αυτόν, στη μεταξύ αυτού και των εναγόντων αλληλογραφίας, εντύπων με προεκτυπωμένη την επωνυμία της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και διεύθυνση αυτής στη ..., ως και με την προσωπική ενημέρωση του ιδίου προς τους ενάγοντες, με τις από 26-9-1997 και 14-1-1998 επιστολές του, περί της τύχης των κεφαλαίων τους, σε συνδυασμό με την αποδοχή από τον ίδιο των από 10-7-1998 και 10-4-1998- εντολών τους προς ρευστοποίηση της προθεσμιακής καταθέσεως τους. Τα γεγονότα αυτά δημιούργησαν στους ενάγοντες διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Η απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου προς αυτούς, αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, όταν αυτοί διαπίστωσαν ότι η εταιρία στην οποία ενέβασαν τα κεφάλαια τους για να τα διαχειριστεί δεν ήταν προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, αλλά εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα όχι τη ... αλλά το Κουρακάο των Αντιλλών, με καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς άλλη περιουσία και καταστατικό διαχειριστή μία άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ιntertrust (Curacao) NV", με έδρα επίσης το Κουρακάο. Επίσης, τότε αποκαλύφθηκε σ' αυτούς, με επίσημα στοιχεία ο ρόλος του εναγομένου, ότι δηλαδή είχε διατελέσει εξωτερικός ερευνητικός σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας κατά τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο τον 1996 έως το Δεκέμβριο τον 1999. Επομένως, τότε για πρώτη φορά οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, δηλαδή όλων εκείνων των περιστατικών τα οποία ήσαν ικανά να θεμελιώσουν εναντίον του την κρινόμενη αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Από τότε λοιπόν (20-9-2002) αρχίζει και η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της αξιώσεως τους και όχι από το χρόνο που ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η οποία συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (27-3-2006). Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε.
Για τους λόγους αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος εφέσεως. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε αυτός και με προσωπική του κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης να καταβάλλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 149.246,51 ευρώ (144.246,51 ως αποζημίωση και 5.000 ως χρηματική ικανοποίηση) με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: 1) Δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή που έγιναν δεκτά και στην ουσία, τούτο είχε διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 σημ.3 της Σύμβασης του Λουγκάνο καθόσον η αξίωση των εναγόντων είναι από αδικοπραξία(απάτη) που εμπίπτει στην έννοια της ενοχής της προαναφερθείσας διατάξεως (5 σημ.3) της ανωτέρω διεθνούς συμβάσεως και το ζημιογόνο γεγονός συνέβη στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην ... όπου περιήλθαν σε γνώση των εναγόντων η εκ μέρους του εναγομένου (κατοίκου …) ψευδείς διαβεβαιώσεις περί προσωπικής επενδυτικής εταιρίας στη ... μέσω των τηλεφωνικών συνομιλιών και επιστολών και στο ... όπου επήλθε η ζημία (περιουσιακή βλάβη) διά της μειώσεως των κεφαλαίων που τηρούσαν στον τραπεζικό τους λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα του ..., κατά το ποσό των 95.000.000 δρχ. το οποίο με σχετική εντολή τους ενέβασαν στο λογαριασμό της εταιρίας Whiteleaf και έκτοτε απώλεσαν αφού η απώλεια των χρημάτων κατά σχετική παραδοχή της απόφασης δεν ήταν αποτέλεσμα μεταγενέστερων λανθασμένων επενδυτικών κινήσεων εκ μέρους της επενδυτικής αυτής εταιρίας αλλά των απατηλών διαβεβαιώσεων του εναγομένου ως προς την ταυτότητα και την αξιοπιστία της επενδυτικής αυτής εταιρίας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. κατ' εκτίμηση 4 και όχι 14 που φέρεται στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 2) Δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ.καθόσον με βάση τα ανωτέρω εφαρμοστέο στη προκειμένη περίπτωση είναι το ελληνικό δίκαιο στο οποίο περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. με την οποία προβλέπεται πενταετής παραγραφή καθόσον το αδίκημα σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα διαπράχθηκε στην Ελλάδα και όχι το ελβετικό δίκαιο στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 60 Ελβετικού Κώδικα Ενοχών με το οποίο προβλέπεται ετήσια παραγραφή για τις ενοχές από αδικοπραξία η εφαρμογή του οποίου και αποκρούεται με βάση τις ανωτέρω παραδοχές.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.3)Δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. διά της μη εφαρμογής της διότι με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία κατά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων (20-9-2002) το πρώτον οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της εκ μέρους του εναγομένου απατηλής συμπεριφοράς σχετικά με τη πραγματική κατάσταση της εταιρίας στην οποία ενέβασαν τα χρήματα τους και τη πραγματική σχέση του εναγομένου με αυτή ήτοι των περιστατικών εκείνων τα οποία ήσαν ικανά να θεμελιώσουν την ένδικη αγωγή σε βάρος του εναγομένου με βάση την αδικοπραξία που διαπράχθηκε από αυτόν με απάτη , με ελπίδες επιτυχίας και μέχρι το χρόνο άσκησης αυτής (27-3-2006)δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετίας και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 4) Στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης και ειδικότερα διότι: 1) δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλου) υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια. Συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση αν ο εναγόμενος με την σ' αυτή ως άνω απατηλή συμπεριφορά του επεδίωκε την πρόκληση της ζημίας ή αποδέχθηκε την πιθανότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του και 2) δεν διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προκληθείσας ζημίας και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται πως με τη πραγματοποίηση του εμβάσματος του ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών ύστερα από σχετική εντολή των εναγόντων στο λογαριασμό της εταιρίας Whiteleaf FX Management NV υπέστησαν αυτοί ισόποση ζημία ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν μεταξύ της ζημίας και της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια με την έννοια που προεκτέθηκε.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι, τέταρτος της αναίρεσης και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ και 386 ΠΚ όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώνονται με την έκθεση του Εισηγητή (αρθρ.562 παρ.4 ΚΠολΔ) είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους ως άνω βάσιμους λόγους αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) παρελκούσης ύστερα από αυτού έρευνας των λοιπών λόγων. Εξάλλου οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή