Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 731 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Ακύρωση διαθήκης λόγω απειλής. Προϋποθέσεις – έννοια απειλής. Αναιρετικοί λόγοι από τους αρ.1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πότε ιδρύονται [Επικυρώνει ΕΑ 2614/2011].




Αριθμός 731/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξάκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. του Ι., o oποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Όλγα Μοσχοχωρίτου δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 25/1/2013 και κληρονομήθηκε από τους γιούς του Ι. Δ. και Γ. Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2174/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2614/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/11/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1782§1, 150 και 151 του ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση διαθήκης η οποία συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής που ασκήθηκε παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών απαιτείται αφενός μεν απειλή σοβαρή, ήτοι ψυχολογική βία που να προκαλεί υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, αφ' ετέρου δε η απειλή αυτή να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν, και να υφίσταται εξακολουθητικώς, και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι τον θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει, υπάρχει δε τέτοια απειλή και όταν κάποιος απειλεί ασθενή ότι θα τον εγκαταλείψει μόνο (του) κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του (ΑΠ 677/2002). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων. Ο λόγος δε αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 είναι αβάσιμος όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι την 19-6-2007 απεβίωσε στην Αθήνα η Β. Δ.-Δ. σε ηλικία 75 ετών, η οποία είχε τελέσει γάμο με τον αναιρεσίβλητο σε ηλικία 64 ετών, ότι η θανούσα με την υπ' αριθμ. .../12-6-2007 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Ελένης Παπαθανασίου επτά ημέρες προ του θανάτου της (διαθέτιδας) και δημοσιεύτηκε νόμιμα, άφησε μοναδικό κληρονόμο της τον σύζυγό της-αναιρεσίβλητο, ανακαλώντας τις προηγούμενες διαθήκες της, και ότι η ανωτέρω διαθήκη και οι προρρηθείσες διατάξεις της δεν ήταν προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον τετιμημένο αναιρεσίβλητο. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, τον οποίο η κληρονομουμένη είχε ορίσει καταπιστευματοδόχο σε όλη την κληρονομία της με προηγούμενη και ανακληθείσα ως άνω διαθήκη και ο οποίος ζητούσε με την αγωγή αυτή την ακύρωση της τελευταίας υπ' αριθμ. .../2007 διαθήκης, ως προϊόντος απειλής, παράνομης και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου. Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα των συνθηκών της συντάξεως της επίδικης διαθήκης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά τον γάμο της (με τον αναιρεσίβλητο) η διαθέτις εμφάνισε φλυκτενώδη ψωρίαση, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε κατ' επανάληψη στο Νοσοκομείο Συγγρού και ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή. Στις αρχές του έτους 1997 εμφάνισε αναπνευστική δυσχέρεια, κατά τη διάρκεια του νυκτερινού ύπνου. Στις 16-3-1997 μετέβη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, στη Μονάδα Νοσημάτων Θώρακα, όπου υπεβλήθη σε ειδική μελέτη ύπνου, και εξήλθε στις 19.3.1997 με τη διάγνωση της βαρύτατης αποφρακτικής άπνοιας κατά τον ύπνο και τη σύσταση για χρήση συσκευής συνεχούς θετικής πίεσης, μέσω ρινικής μάσκας, η οποία κρίθηκε αναγκαία να χρησιμοποιείται καθημερινά, κατά τη διάρκεια του ύπνου. Στις 2.10.2003 εισήλθε στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και συγκεκριμένα στην καρδιοχειρουργική κλινική, όπου διαπιστώθηκε στένωση αορτικής βαλβίδας. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο μέχρι την 23.10.2003, αφού υπεβλήθη σε εγχείρηση αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας και, έκτοτε, ακολουθούσε ειδική φαρμακευτική αγωγή. Στις 22.1.2006, εισήλθε στον Ευαγγελισμό, στο κέντρο μελέτης ύπνου, γιατί, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε την ειδική συσκευή κατά τη διάρκεια του ύπνου, εμφάνιζε εκ νέου προβλήματα αναπνευστικής δυσχέρειας. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της διαπιστώθηκε έντονη αποφρακτική άπνοια στον ύπνο, και της συστήθηκε η χρήση αναπνευστήρα, τον οποίο προμηθεύθηκε στις 10.2.2006. Στις 13.4.2006, αισθανόμενη αδυναμία και καταβολή δυνάμεων, εισήλθε στο 7° Νοσοκομείο Αθηνών του ΙΚΑ, όπου παρέμεινε για εξετάσεις μέχρι 20.4.2006. Κατά τον εργαστηριακό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε, διαπιστώθηκε αναιμία, αιμορροιδιοπάθεια 2ου-3ου βαθμού - εκκολπώματα σιγμοειδούς, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, αρτηριακή υπέρταση και πρόβλημα στην βαλβίδα αορτής και της συστήθηκε τακτική κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση. Στις 2.5.2007 εισήλθε στην καρδιολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας "ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ" με οξύ πνευμονικό οίδημα και, αφού υποβλήθηκε σε ειδική εξέταση, διαπιστώθηκε δυσλειτουργία βιοπροσθετικής βαλβίδας στη θέση της αορτής με σημαντικού βαθμού στένωση και ανεπάρκεια της βαλβίδας. Στις 7.5.2007 εισήχθη εκ νέου στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" για εξετάσεις και νοσηλεύθηκε μέχρι 14.5.2007, πάσχουσα από ανεπάρκεια αορτής. Μετά ταύτα, κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε στεφανιογραφία και, στη συνέχεια, σε εγχείρηση αντικατάστασης, εκ νέου, της αορτικής βαλβίδας. Στις 14.6.2007 εισήλθε στο Νοσοκομείο ΝΊΜΤΣ, όπου υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία, και ενώ είχε προγραμματιστεί η εγχείριση αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας υπέστη πνευμονικό οίδημα και εισήλθε στην εντατική μονάδα θεραπείας του Νοσοκομείου, όπου υπέκυψε στις 19.6.2007 από καρδιογενές σοκ. Όλα τα χρόνια της έγγαμης συμβίωσής τους, ο εναγόμενος ήταν συνεχώς κοντά στην διαθέτιδα - σύζυγό του, της συμπαρίστατο, φρόντιζε για την παρακολούθηση των προβλημάτων της υγείας της, για την νοσηλεία, την περίθαλψη και την συντήρησή της. Αυτός ήταν και ο λόγος που η διαθέτις, με την .../12.6.07 δημόσια διαθήκη της, εγκατέστησε τον εναγόμενο - σύζυγό της αποκλειστικό κληρονόμο, ανακαλώντας τις δύο προγενέστερες διαθήκες της. ’λλωστε, και με την .../3.12.02 διαθήκη της, η διαθέτις είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της τον εναγόμενο και, μετά τον θάνατο αυτού, τον ενάγοντα, ως καταπίστευματοδόχο. Ο ενάγων, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, επισκεπτόταν την διαθέτιδα και επιμελείτο ενίοτε και για τις μετακινήσεις της, ωστόσο δεν είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτήν, κατά τον χρόνο προ του γάμου της με τον εναγόμενο, και αυτός ήταν ο λόγος, που, με την πρώτη διαθήκη της, η αποβιώσασα είχε καταστήσει αποκλειστικές κληρονόμους της την Α. Χ. και Α. Β., όπως προαναφέρθηκε, έχοντας αποκλείσει εξ ολοκλήρου αυτόν από την κληρονομιαία της περιουσία. Αλλά, και κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου της, ο ενάγων δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτήν, ούτε ενεργό συμμετοχή, κατά τη διάρκεια της αντιμετώπισης των ως άνω προβλημάτων της υγείας της. Αντίθετα, πολλές φορές την είχε πιέσει να τον καταστήσει αποκλειστικό της κληρονόμο και αυτό την είχε προβληματίσει έντονα. ’λλωστε, ο ενάγων, μετά τον θάνατο του αμφιθαλούς αδελφού του Ε. και της μητέρας του, είχε δημιουργήσει αντιδικία και με τον αμφιθαλή αδελφό του Ν. Δ., που αφορούσε την κληρονομιαία περιουσία των ως άνω αποβιωσάντων. Ενόψει αυτών, η διαθέτις μερίμνησε και, μετά από προσωπική επικοινωνία της με την ως άνω συμβολαιογράφο, προέβη στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, ενώπιον αυτής και των ως άνω μαρτύρων. Η επίδικη διαθήκη υπήρξε προϊόν ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεώς της ως άνω διαθέτιδος, με λογικούς υπολογισμούς και τελούσε, κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής, εν γνώσει της ουσίας και του περιεχομένου της, όπως και των συνεπειών που θα απέρρεαν από αυτή. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι από τις 5.6.2007 ο εναγόμενος είχε απομονώσει την διαθέτιδα στο σπίτι τους και ότι δεν επέτρεπε στον ενάγοντα να την επισκεφθεί, ούτε ότι στις 11.6.2007 την απείλησε ότι θα την αφήσει να πεθάνει μόνη της, προκειμένου να κάμψει τη θέλησή της και να αναγκαστεί να συντάξει την ένδικη διαθήκη, εφόσον περί αυτών δεν προσκομίζονται επαρκείς και πειστικές αποδείξεις. Δικαστική κρίση περί των ως άνω θεμάτων δεν μπορεί να στηριχθεί στα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα, που φέρει, εν προκειμένω, το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού, αποδεικτικά μέσα (...). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η επίδικη διαθήκη δεν συνιστά προϊόν απειλής και μάλιστα υφισταμένης εξακολουθητικώς και μετά τη σύνταξη αυτής, μέχρι το θάνατο της διαθέτιδας, για να μην μπορεί αυτή να την ανακαλέσει". Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τους αρ. 1β και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προρρηθείσες παραδοχές του α) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "ο τελών υπό την εξουσία άλλου υπερήλικας και μακροχρόνια σοβαρά ασθενής που δεν έχει ανιόντες ή κατιόντες υφίσταται επ' απειλή εγκαταλείψεώς του ψυχολογική βία για τη ζωή του, την υγεία και την περιουσία του", και β) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επικαλούμενης ακυρώσεως της επίδικης διαθήκης. Ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως ως προς μεν το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω φερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο για την εκτίμηση αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά τα προεκτεθέντα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων και σύμφωνα με το πραγματικό των ειρημένων διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 1782§1 του ΑΚ δεν επέρχεται η έννομη συνέπεια των διατάξεων αυτών, η επικαλούμενη δηλαδή ακυρωσία της επίδικης διαθήκης, την οποία αρνήθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 270§2 εδ. γ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, κατά το άρθρο 524§1 του ίδιου ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά αν έχουν ληφθεί κατά τον οριζόμενο τρόπο, κατά δε το άρθρο 529§§ 1α και 2 του ΚΠολΔ "Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια". Κατά την έννοια του τελευταίου αυτού άρθρου για το παραδεκτό ή μη των νέων αποδεικτικών μέσων κρίνει ανελέγκτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, πάντως, οφείλει να αιτιολογήσει την απόκρουση του νέου αποδεικτικού μέσου, όχι όμως και το αντίθετο, τη λήψη δηλαδή υπόψη (και) του αποδεικτικού αυτού μέσου.
Εν προκειμένω ρητώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και την υπ' αριθμ. 7393/22.3.2011 ένορκη βεβαίωση του Ν. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Ελένης Παπαθανασίου, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε το πρώτον στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος, "διότι κρίνεται ότι η παράλειψη προσκόμισής της στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια του εκκαλούντος" (αναιρεσιβλήτου), και ότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 6179, 6180, 8181 και 6182/23.9.2009 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων προσώπων τις οποίες είχε προσκομίσει ο ίδιος διάδικος και οι οποίες δεν είχαν ληφθεί νομίμως. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 1, 11, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι α) το Εφετείο κατά παράβαση του ανωτέρω άρθρου 270§2γ'του ΚΠολΔ έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 7393/22.3.2011 ένορκη βεβαίωση, που είχε προσκομισθεί καθ' υπέρβαση του ανωτέρω νομίμου ορίου (τρεις για κάθε πλευρά), ενώ έπρεπε να λάβει υπόψη τις προαναφερθείσες τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις που έκρινε απαράδεκτες και οι οποίες (υπερ-)εκάλυπταν το όριο αυτό, και ότι β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για την παραδοχή τής ενώπιόν του το πρώτον προσκομισθείσης υπ' αριθμ. 7393/2011 ενόρκου βεβαιώσεως. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, ως λόγος μεν από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για δικονομική (άρθρο 276 ΚΠολΔ) και όχι ουσιαστική διάταξη και για ανέλεγκτη, κατά τα προεκτεθέντα, παραδοχή του δικαστηρίου, που δεν χρήζει αιτιολογίας, ως λόγος δε από τους αριθμούς 11 και 14 του ίδιου άρθρου (είναι) αβάσιμος, καθόσον η προρρηθείσα υπ' αριθμ. 7393/2011 ένορκη βεβαίωση ορθώς ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, αφού δεν ελήφθησαν υπόψη οι προηγούμενες, ως ανωτέρω, τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, ως μη νομίμως ληφθείσες, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου και σύμφωνα με τη σχετική ένσταση που ο αναιρεσείων-εφεσίβλητος είχε προβάλει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-11-2011 αίτηση του Μ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2614/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή