Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 156 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Έφεση Εισαγγελέα.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (ιατρό). Στοιχεία εγκλήματος. Ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναιρέσεως καταδικαστικής αποφάσεως ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραλείψεων της αναιρεσείουσας και επελθόντος αποτελέσματος. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 156/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Π. Τ. του Κ., κατοίκου Γρεβενών, π[ου εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1051/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Χ. συζ. Α.Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 11 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314§1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε τυπικώς την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών κατά της υπ' αριθ. 434/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε (κατά πλειοψηφία) ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ιατρό σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος της Χ. συζ. Α. Γ. και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στην από 28.1.2011 έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Από την συνεκτίμηση των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων και του συνόλου των αναγνωσθέντων εγγράφων, προέκυψε ότι η παθούσα Χ. Γ. όταν προσήλθε στο ιατρείο της κατηγορουμένης ιατρού ειδικευμένης γυναικολόγου τον Μάρτιο του 2005 δύο φορές αναφέροντας οξείς πόνους στο υπογάστριο, αμηνόρροια και αύξηση του σωματικού της βάρους, όντας η ίδια σε αναπαραγωγική ηλικία, προκειμένου να διαγνωστεί εγκυμοσύνη της ή μη, η κατηγορούμενη αν και ήταν έμπειρη ειδικευμένη γυναικολόγος δεν προέβη στις ενδεδειγμένες lege artis ενέργειες όπως είχε υποχρέωση, παρόλο που η παθούσα το ζήτησε, δηλαδή δεν προέβη στις πρόσφορες κλινικές εξετάσεις, ήτοι μακροσκοπικό ή οπτικοακουστικό έλεγχο και υπερηχογράφημα, όπως έγινε όταν εισήχθη αργότερα στην Γυναικολογική Κλινική του Γ.Ν. Ρίου Πατρών, προκειμένου να διαγνωστεί έγκαιρα και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η προχωρημένη εγκυμοσύνη (6 μηνών) της παθούσας Χ. Γ.. Το αποτέλεσμα δε της μη έγκαιρης διάγνωσης της εγκυμοσύνης και κατ' επέκταση της δέουσας και αποτελεσματικής περαιτέρω ιατρικής αντιμετώπισης ήταν στις 19-4-05 να υποβληθεί η παθούσα σε καισαρική τομή, λόγω της ραγδαίας επιβάρυνσης της υγείας της, για την αφαίρεση εμβρύου 27 εβδομάδων, το οποίο και απεβίωσε λόγω προωρότητας, αλλά και να υποστεί η ίδια κολπική αιμόρροια και επιπωματικό πλακούντα, να υποβληθεί σε ολική υστερεκτομία, μη δυνάμενη πλέον να τεκνοποιήσει, αποτελέσματα που συναρτώνται αιτιατά με τις παραλείψεις, και την πλημμελή ιατρικά και επιστημονικά αντιμετώπιση της πιο πάνω παθούσας, η ίδια δε με τις παραλείψεις της παρέβη τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης της, και το καθήκον επιμελείας που επιβαλλόταν στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απόλυτα δε συμβατό με τα προαναφερόμενα το συμπέρασμα του διενεργήσαντος ένορκη Διοικητική εξέταση σε εκτέλεση εντολής του Υποδιοικητού ΙΚΑ (αρ. πρωτ. 15/5-3-07), το οποίο δεν εκτιμήθηκε από το δικαστήριο, σύμφωνα με το οποίο η κατηγορουμένη ιατρός "κακώς δεν εξέτασε την ασφαλισμένη", αναφερόμενο στην κλινική εξέταση της παθούσας που δεν αντικαθίσταται σε καμία περίπτωση μόνο από εργαστηριακές εξετάσεις. Έπρεπε κατόπιν αυτών η πιο πάνω κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρα ...) όπως διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα".
Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486§3 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλειες της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία αποδίδεται στην κατηγορουμένη, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν πρόβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κανένα ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εφέσεως, είναι αβάσιμες, αφού: α)Ναι μεν στην έκθεση εφέσεως δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που ο εκκαλών Εισαγγελέας απέδιδε στην αναιρεσείουσα, πλην, με την αναφορά ότι έπρεπε αυτή να κηρυχθεί ένοχη για την εν λόγω πράξη όπως διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα, ο Εισαγγελέας παραπέμπει, για το είδος της αμέλειας, στο κλητήριο θέσπισμα, κατά το οποίο η αμέλεια της αναιρεσείουσας ήταν ασυνείδητη ("δεν προέβλεψε"), β) Στην έφεση εκτίθενται οι παραλείψεις της κατηγορουμένης, επαρκώς δε αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της εγκαλούσας, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αντικρούονται λεπτομερώς οι σκέψεις και παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν ερευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 8 Μαρτίου 2005 η εγκαλούσα - παθούσα, ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α., Χ. συζ. Α. Γ., 24 ετών, επειδή από μεγάλο διάστημα παρουσίαζε διακοπή της εμμήνου ρύσεως και παράλληλα διαταραχή -πόνους χαμηλά στην κοιλιακή χώρα, έχοντας υποψίες για πιθανή εγκυμοσύνη της, επισκέφθηκε στο Υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. στα ... την κατηγορούμενη ιατρό-γυναικολόγο Π. Τ., ιατρό του ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η εγκαλούσα ανέφερε στην κατηγορούμενη ιατρό τα ως άνω συμπτώματα που εμφάνιζε και η τελευταία, χωρίς να την εξετάσει κλινικά, προκειμένου να ελέγξει την αμηνόρροια της συνέστησε τεστ κυήσεως με εξέταση ούρων. Στις 16 Μαρτίου 2005 η εγκαλούσα επανήλθε και πάλι στην κατηγορούμενη ιατρό, η οποία είχε ενημερωθεί ότι το τεστ κυήσεως ήταν αρνητικό. Εκεί η εγκαλούσα διαμαρτυρήθηκε και πάλι για τους συνεχιζόμενους κοιλιακούς πόνους, καθώς και το γεγονός ότι παρουσίαζε αύξηση του σωματικού βάρους της, γι' αυτό και ζήτησε από την κατηγορούμενη ιατρό να προβεί σε γυναικολογική κλινική εξέταση αυτής προς διερεύνηση των ως άνω συμπτωμάτων και αν σχετίζονται με πιθανή εγκυμοσύνη της. Η κατηγορούμενη ιατρός όμως αν και όπως βεβαιώθηκε, κατά γενική ιατρική παραδοχή, όφειλε να εξετάσει και κλινικά την εγκαλούσα ασφαλισμένη, αφού η κλινική εξέταση, η οποία μάλιστα κρίνεται κορυφαία ιατρική ενέργεια και οι εργαστηριακές εξετάσεις αλληλοσυμπληρώνονται για την επίτευξη ορθής και πλήρους ιατρικής διάγνωσης, παρέλειψε την υποχρέωση της αυτή ως ιατρός. Έτσι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις αλλά και λόγω του επαγγέλματος της ως ιατρού, παρέλειψε να προβεί σε κλινική εξέταση της εγκαλούσας, από τη οποία ευχερώς θα μπορούσε να διαγνώσει την προχωρημένη κατάσταση κυήσεως της εγκαλούσας, περίπου 5,5 μηνών και να προβεί σε περαιτέρω εργαστηριακό έλεγχο, όπως υπερηχογράφημα κοιλίας και εξέταση αίματος β' χοριακής γοναδοτροπίνης αίματος. Από τις εξετάσεις αυτές κλινικές και εργαστηριακές θα επιβεβαιωνόταν η ύπαρξη της εγκυμοσύνης της εγκαλούσας, θα προέκυπτε η θέση και το σχήμα του εμβρύου και θα ετίθετο η υποψία του προδρομικού - επιπωματικού πλακούντα που συνέτρεχε στην περίπτωση της παθούσας και επέβαλε αποφυγή κόπωσης και τη συνεχή ιατρική παρακολούθηση της, οπότε μετά την πάροδο 27 εβδομάδων κυήσεως αφού επιβεβαιωνόταν υπερηχογραφικά η ύπαρξη και διατήρηση του προδρομικού -επιπωματικού πλακούντα να συστηθεί στην παθούσα ανάπαυση και ειδική αγωγή, ώστε να αποφευχθεί η αιμορραγία από τον κόλπο της παθούσας, η οποία εάν δεν διδόταν η δέουσα προσοχή μπορούσε να είναι μεγάλη και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της εγκύου και του εμβρύου, λόγω του πρόωρου τοκετού. Οπότε από έλλειψη της προσοχής που όφειλε η κατηγορούμενη ιατρός παρέλειψε τις ως άνω ιατρικά επιβαλλόμενες ενέργειες και εξετάσεις, από τις οποίες θα μπορούσε ως ειδικευμένη γυναικολόγος ιατρός να διαγνώσει την κατάσταση προχωρημένης κυήσεως της εγκαλούσας και την ανάγκη περαιτέρω παρακολούθησης και ειδικής αντιμετώπισης αυτής. Αντίθετα κατά τρόπο εντελώς επιπόλαιο και χωρίς να προβεί σε κλινική γυναικολογική εξέταση, απέδωσε τους πόνους που ένιωθε η παθούσα χαμηλά στο υπογάστριο στην καθυστέρηση της εμμήνου ρύσεως, γι' αυτό και της συνταγογράφησε το φάρμακο Duphaston, ένα χάπι επί 10 ημέρες, προκειμένου να επανέλθει, όπως συνέστησε στην εγκαλούσα η περίοδος της (έμμηνος ρύση). Το συγκεκριμένο φάρμακο, όπως βεβαιώνεται από τους πραγματογνώμονες γυναικολόγους ιατρούς Γ. Κ. και Γ. Α. περιέχει τη φαρμακευτική ουσία Δυδρογεστερόνη και η χορήγηση του αποτελεί τη "δοκιμασία προγεστερόνης" και είναι ενδεδειγμένη σε περίπτωση αμηνόρροιας με αρνητικό τεστ κύησης, όπως στην ένδικη περίπτωση, χωρίς να σημαίνει ότι αντικαθιστά την κλινική εξέταση προς διάγνωση της κυήσεως, η δε χορήγηση του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αγωγή, αλλά ως διαγνωστική δοκιμασία, ενώ η χορήγηση του δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με πρόωρο τοκετό. Σύμφωνα όμως με το εθνικό συνταγολόγιο η δυδρογεστερόνη χορηγείται σε περιπτώσεις δευτεροπαθούς αμηνόρροιας, αφού αποκλεισθεί η εγκυμοσύνη και στις αντενδείξεις χορήγησης του φαρμάκου αναφέρεται η εγκυμοσύνη. Σημειωτέον ότι η εγκαλούσα πριν και παράλληλα με την κατηγορούμενη γυναικολόγο ιατρό απευθύνθηκε και σε ιατρό παθολόγο του Ι.Κ.Α. και συγκεκριμένα τον Δ. Μ., τον οποίο φέρεται να επισκέφθηκε τέσσερις φορές από τις 2 Μαρτίου 2005. Ο τελευταίος διέγνωσε στην εγκαλούσα λευκοκυττάρωση που είναι συμβατή με την κατάσταση της εγκυμοσύνης. Ο ίδιος παθολόγος ιατρός, εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποστήριξε ότι η εγκαλούσα τον επισκέφθηκε παραπονούμενη για αδιαθεσία - αδυναμία, χωρίς να του αναφέρει σχετικά με κοιλιακά άλγη και διαταραχή στη περίοδο της. Αναιρείται όμως η κατάθεση του από αυτή της ίδιας της παθούσας καθώς και του συζύγου της Α. Γ., από τις οποίες με σαφήνεια προκύπτει ότι η προσφυγή στους ιατρούς έγινε ύστερα από έντονα κοιλιακά άλγη που αντιμετώπιζε η εγκαλούσα, σε συνδυασμό με την διακοπή της εμμήνου ρύσης. Η αναγραφή στα βιβλία ασθενών που τηρούσε η κατηγορούμενη ιατρός στο ιατρείο του Ι.Κ.Α. της λέξης "αμηνόρροια" αποτελεί τη διάγνωση στην οποία προέβη για το ιατρικό πρόβλημα της παθούσας, ύστερα από το αρνητικό τεστ κυήσεως, αφού παρέλειψε να εξετάσει αυτή κλινικά και να διαγνώσει την κατάσταση της προχωρημένης κυήσεως αυτής, χωρίς από τη διάγνωση αυτή να μπορεί να αποκλεισθεί το γεγονός ότι η εγκαλούσα ανέφερε προς την κατηγορούμενη ιατρό το κοιλιακό άλγος που ένιωθε χαμηλά στο υπογάστριο. Όπως ως άνω αναφέρθηκε η κατηγορούμενη ιατρός απέδωσε τα άλγη αυτά ως συμπτώματα της αμηνόρροιας, γι' αυτό και δεν εξέτασε την εγκαλούσα κλινικά όπως της ζήτησε αυτή, ούτε βέβαια υπήρχε λόγος η εγκαλούσα να αποκρύψει τα κοιλιακά άλγη, αφού αυτός ήταν ο λόγος που την οδήγησε στον ιατρό. Η εγκαλούσα έλαβε το ως άνω φάρμακο Duphaston που της είχε συνταγογραφήσει η κατηγορούμενη ιατρός επί 16 συνολικά ημέρες, αναμένοντας να επανέλθει η έμμηνος ρύση της. Παράλληλα, αφού δεν είχε πληροφορηθεί για την κατάσταση της κυήσεως της με τις ως άνω ιδιαιτερότητες και επικινδυνότητα που είχε, συνέχισε να εργάζεται χωρίς προφυλάξεις σε χειρωνακτική εργασία ως πωλήτρια σε λαϊκή αγορά. Όμως, έχοντας υπόνοιες για τυχόν εγκυμοσύνη της, κατέφυγε και σε άλλο γυναικολόγο ιατρό του Ι.Κ.Α. που της συνέστησε εξέταση με υπερηχογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, τις οποίες η εγκαλούσα δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει. Συγκεκριμένα, περί τις αρχές Απριλίου 2005 αντιλήφθηκε να εξέρχεται αίμα από τον κόλπο της, το οποίο η εγκαλούσα κατ' αρχήν απέδωσε σε επάνοδο της εμμήνου ρύσεως της. Το αίμα όμως δεν σταματούσε και η εγκαλούσα μη μπορώντας να εξηγήσει την αιμόρροια που εμφάνιζε και τις ωδίνες που αισθανόταν στις 10 Απριλίου 2005 κατέφυγε στο νοσοκομείο του Ρίου Πατρών στην Μαιευτική - Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών. Εκεί σύμφωνα με την από 10-4-2005 γνωμάτευση του ιατρού επιμελητή Β. Π. η συγκεκριμένη ασθενής προσέρχεται με αιμόρροια κολπική από 7ημέρου. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε κύηση ενδομήτρια μονήρης που από τη βιομετρία αντιστοιχεί στις 27-28 εβδομάδες κυήσεως. Πλακούς επιπωματικός πρόσθιος με ένα τμήμα του στο ύψος παλαιάς ουλής. Η ίδια εγκαλούσα ασθενής ανέφερε κατά την εξέταση ότι προ 15νθημέρου υποβλήθηκε σε τεστ κυήσεως που ήταν αρνητικό και για το λόγο αυτό της χορηγήθηκε προγεστερόνη ( Duphaston) για να έλθει η έμμηνος ρύση. Κατόπιν αυτού εξηγήθηκε στην εγκαλούσα και στο σύζυγο της ότι εάν δεν υποχωρήσουν τα συμπτώματα αιμόρροιας και οι ωδίνες θα πρέπει άμεσα να αφαιρεθεί το έμβρυο με καισαρική τομή και σε μια τέτοια περίπτωση οι πιθανότητες επιβίωσης του νεογνού είναι 40-50%. Επίσης η ύπαρξη επιπωματικού πλακούντα πάνω σε παλαιά ουλή που αιμορραγεί ενέχει αυξημένο κίνδυνο και υπάρχει πιθανότητα σε ποσοστό 50% μαιευτικής υστερεκτομής εάν ήταν και διεισδυτικός. Σημειωτέον ο προδρομικός επιπωματικός πλακούς είναι αυτός που αναπτύσσεται στο κατώτερο τμήμα της μήτρας αντί του ανώτερου τμήματος αυτής, κατά τρόπον που να καλύπτει το τραχηλικό στόμιο. Η συχνότητα αυτού στο γενικό πληθυσμό είναι μικρή και έχει κριθεί υπεύθυνος για το 20% όλων των περιπτώσεων αιμορραγίας πριν από τον τοκετό. Επίσης αυξημένος είναι και ο κίνδυνος αιμορραγίας μετά τον τοκετό κατά την προσπάθεια αποκόλλησης του πλακούντα που συνήθως γίνεται με καισαρική τομή. Στις περιπτώσεις αυτές εάν δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί η αιμορραγία καθίσταται αναγκαίο η γυναίκα να υποβληθεί σε υστερεκτομία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ζωής της από τη συνεχιζόμενη αιμορραγία. Η διάγνωση του προδρομικού επιπωματικού πλακούντα, όπως προαναφέρθηκε γίνεται υπερηχογραφικά, οπότε στην περίπτωση αυτή η έγκυος χρειάζεται ειδική μεταχείριση, κατά το δυνατόν σωματική ανάπαυση και ειδική τοκολυτική αγωγή για να παραταθεί κατά το δυνατόν η κύηση και να μειωθεί ο κίνδυνος πρόκλησης αιμορραγίας που μπορούσε να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό και κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική υγεία της εγκύου. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη ιατρός κατά την εξέταση της εγκαλούσας δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια λόγω του ως άνω επαγγέλματος της και παρέλειψε να εξετάσει την εγκαλούσα κλινικά προς διαπίστωση της προχωρημένης κυήσεως της και να συστήσει σε αυτήν περαιτέρω έλεγχο με υπερηχογράφημα και αιματολογικές εξετάσεις, ώστε να διαγνωσθεί η ως άνω κατάσταση της κυήσεως της εγκαλούσης λόγω του επιπωματικού πλακούντα και να αποφευχθεί ο αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης αιμορραγίας με σύσταση ανάπαυσης και κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και άμεση εισαγωγή της εγκαλούσας στο νοσοκομείο σε περίπτωση αιμορραγίας για την αντιμετώπιση της. Έτσι η παράλειψη της κατηγορουμένης ιατρού να διαγνώσει την κατάσταση κυήσεως της εγκαλούσας με τις ιδιαιτερότητες που είχε και εκτιμώντας τα ως άνω συμπτώματα που είχε ως αμηνόρροια, έθεσε την εγκαλούσα σε αυξημένο κίνδυνο, αφού αυτή συνέχισε να εργάζεται χειρωνακτικά, λαμβάνοντας το ως άνω φάρμακο Duphaston, όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη προκειμένου να της επανέλθει η έμμηνος ρύση. Γι' αυτό και όταν μετά την λήψη του συγκεκριμένου φαρμάκου η εγκαλούσα είδε αίμα προερχόμενο από τον κόλπο της, αγνοώντας ότι είναι έγκυος υπέλαβε αυτό ως επάνοδο της εμμήνου ρύσης, όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα να προσφύγει στο νοσοκομείο μετά πάροδο 7 ημερών από την έναρξη της αιμόρροιας, αφού πλέον κατάλαβε ότι πρόκειται περί αιμορραγίας. Οπότε από τη συμπεριφορά αυτή της κατηγορουμένης ιατρού και τις ως άνω παραλείψεις της κατέστη βέβαιος ο κίνδυνος επέλευσης της κολπικής αιμορραγίας με τα παρακάτω αποτελέσματα για τη σωματική υγεία της εγκαλούσας. Ειδικότερα μετά την ως άνω εισαγωγή της στο νοσοκομείο και τη διάγνωση που έγινε χορηγήθηκαν στην εγκαλούσα τοκολυτικά φάρμακα για την αντιμετώπιση των ωδινών καθώς και φάρμακα για την πνευμονική ωρίμανση του εμβρύου, ενώ παρέμεινε νοσηλευόμενη στο χώρο του νοσοκομείου σε ανάπαυση για να διακοπεί η αιμορραγία. Η κατάσταση των ωδινών του τοκετού με την αιμόρροια συνεχίστηκαν, οπότε προς αποφυγή του κινδύνου, η εγκαλούσα κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών του ως άνω νοσοκομείου υποβλήθηκε στις 12 Απριλίου 2005 σε τοκετό και με καισαρική τομή της αφαιρέθηκε ένα άρρεν τέκνο, αρτιμελές, σωματικού βάρους 970 γραμμαρίων. Όμως και μετά το πέρας της καισαρικής τομής η αιμορραγία από τον κόλπο συνεχιζόταν στην εγκαλούσα, γι' αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος για τη ζωή της από τους θεράποντες ιατρούς αποφασίσθηκε και αμέσως στη συνέχεια υπέβαλαν αυτή σε υφολική υστερεκτομία με αφαίρεση της μήτρας χωρίς τα εξαρτήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε η αιμορραγία προερχόταν από την κοίτη του πλακούντα στο αριστερό πλάγιο τοίχωμα της μήτρας λίγο πάνω από το τραχηλικό στόμιο. Το ως άνω νεογνό απεβίωσε μετά 4ήμερο λόγω πνευμονικής ανωριμότητας και επιπλοκών που εμφάνισε. Από τα δελτία νοσηλείας και τοκετού με καισαρική τομή καθώς και υφολικής υστερεκτομής που σύνταξαν με ημερομηνία 12-4-2005 οι θεράποντες ιατροί της εγκαλούσας δεν προκύπτει ιατρική διάγνωση ότι επρόκειτο για διεισδυτικό επιπωματικό πλακούντα, κατά τον οποίο δεν μπορεί να αποφευχθεί η αιμορραγία κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής, ώστε να παραστεί αναγκαία η υφολική υστερεκτομή προς διακοπή της αιμορραγίας. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι γυναικολόγοι μαιευτήρες Γ. Κ. και Γ. Α., όπου ρητά αναγράφουν ότι η εγκαλούσα έχει υποβληθεί σε υφολική υστερεκτομία άνευ των εξαρτημάτων λόγω αιμορραγίας εξ επιπωματικού πλακούντα, χωρίς να γίνεται αναφορά ότι πρόκειται για διεισδυτικό επιπωματικό πλακούντα ή ότι η αιμορραγία προκλήθηκε κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής. Επίσης όπως ως άνω αποδείχθηκε η αιμορραγία στην εγκαλούσα προκλήθηκε πριν τον τοκετό και αποτέλεσε το λόγο εισόδου της στο νοσοκομείο, συνδέεται δε αιτιωδώς με την αμέλεια και παράλειψη της κατηγορουμένης ιατρού να διαγνώσει με κλινικό έλεγχο την κατάσταση προχωρημένης κυήσεως της εγκαλούσας και να της συστήσει περαιτέρω αιματολογικό και υπερηχογραφικό έλεγχο από τον οποίο θα προέκυπτε η ύπαρξη του επιπωματικού πλακούντα και η ανάγκη της συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης του με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ανάπαυση της εγκύου ώστε να αποφευχθεί η αιμορραγία. Έτσι οι παραλείψεις της κατηγορουμένης να διαγνώσει την κατάσταση κύησης της εγκαλούσας και να προβεί σε περαιτέρω έλεγχο της κατάστασης της προς διαπίστωση των ανωτέρω, κατέστησαν βεβαία την επέλευση της αιμορραγίας, την οποία η εγκαλούσα αρχικά εξέλαβε ως επάνοδο της εμμήνου ρύσεως όπως της είχε συστήσει η κατηγορούμενη θεράπουσα ιατρός της, με αποτέλεσμα να εισέλθει καθυστερημένα στο νοσοκομείο και να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό με καισαρική τομή και στη συνέχεια σε υφολική υστερεκτομία λόγω της συνεχιζόμενης αιμορραγίας, σωματική βλάβη, συνεπεία της οποίας δεν μπορεί πλέον να τεκνοποιήσει λόγω της αφαίρεσης της μήτρας. Η σωματική βλάβη αυτή της εγκαλούσας συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παραλείψεις της κατηγορουμένης ιατρού να προβεί σε έγκαιρη και ορθή διάγνωση των ανωτέρω ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος αιμορραγίας της εγκαλούσας πριν τον τοκετό και σε κάθε περίπτωση να ληφθούν έγκαιρα μέτρα για την αντιμετώπιση του, χωρίς να παραστεί αναγκαίο να υποστεί υφολική υστερεκτομία και απώλεια της μήτρας της που αποτελεί σοβαρή σωματική βλάβη. Υποστηρίζει η κατηγορουμένη ιατρός ότι ο λόγος που δεν εξέτασε κλινικά την εγκαλούσα είναι γιατί αυτή αρνήθηκε τον κλινικό γυναικολογικό έλεγχο, πράγμα που συνήθως συμβαίνει με τις γυναίκες να αποφεύγουν την ταλαιπωρία του κλινικού ελέγχου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός γιατί σε μια τέτοια περίπτωση η άρνηση αυτή της εγκαλούσας να υποβληθεί σε κλινικό έλεγχο έπρεπε να καταχωρηθεί στο βιβλίο ασθενών και στο βιβλιάριο ασθενείας της. Στην περίπτωση δε των ασφαλιστικών ταμείων συμβαίνει το αντίθετο λόγω του μεγάλου αριθμού των ασθενών οι ιατροί να αποφεύγουν να τους εξετάζουν κλινικά και στην προκειμένη περίπτωση η εγκαλούσα εξεταζόμενη στο ακροατήριο βεβαίωσε ότι η κατηγορούμενη ιατρός δεν την εξέτασε, όπως της ζήτησε, γιατί "είχε κόσμο" χωρίς βέβαια αυτό να την απαλλάσσει της ευθύνης της. Ούτε επίσης την απαλλάσσει των ευθυνών της το γεγονός ότι η εγκαλούσα μετά την λήψη επί 10ήμερο του ως άνω φαρμάκου Duphaston που της είχε συστήσει δεν επανήλθε στο ιατρείο της, αφού ως ιατρός όφειλε να επιδείξει εξ αρχής ιδιαίτερη επιμέλεια και να υποβάλει την εγκαλούσα σε κλινική εξέταση σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ώστε να προβεί σε ορθή διάγνωση και διαπίστωση της κυήσεως. Επομένως κατά την άποψη της πλειοψηφίας η κατηγορουμένη ιατρός πρέπει να κηρυχθεί ένοχη σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σε βάρος της εγκαλούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία; αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314§1α του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφαση του και νόμιμης βάσεως και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή τους. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογεί τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παραλείψεων της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της παθούσας. Ειδικότερα: α) Δεν αναφέρει ποια ήταν η ειδική αγωγή και τα έγκαιρα μέτρα που θα είχαν ληφθεί αν η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη εξέταζε την παθούσα (πριν, μάλιστα, συμπληρωθούν 27 εβδομάδες κυήσεως), ούτε αν αυτά ή η ανάπαυση της παθούσας θα απέτρεπαν το επελθόν αποτέλεσμα (αιμορραγία, υφολική υστερεκτομία), ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, προϋπήρχε επιπωματικός πλακούντας με ένα τμήμα του στο ύψος παλαιάς ουλής, ο οποίος ενείχε αυξημένο κίνδυνο μαιευτικής υστερεκτομίας. β) Δεν εξηγεί από πού αποδεικνύεται ότι, αν η κατηγορουμένη εξέταζε την παθούσα όταν προσήλθε σ' αυτήν σε κατάσταση εγκυμοσύνης 5,5 μηνών περίπου, θα ετίθετο η υποψία του προδρομικού επιπωματικού πλακούντα, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η ύπαρξη του θα επιβεβαιωνόταν υπερηχογραφικά αργότερα μετά την πάροδο 27 εβδομάδων κυήσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 13.12.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (όσον αφορά την κρίση επί της ενοχής της αναιρεσείουσας - ως προς την κρίση επί του παραδεκτού της εφέσεως, μετά την απόρριψη του σχετικού λόγου αναιρέσεως, έχει καταστεί αμετάκλητη), και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1051/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών όσον αφορά την κρίση επί της ενοχής της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Τ. του Κ.. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή