Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 9 / 2016    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 9/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Βαλτούδη.
Των αναιρεσίβλητων:1) Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αθανασίου Ξυνίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 126/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 9-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 9-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει απ’ την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη .../7-7-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Εδέσσης Α. Α., η απολειπομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε (απ’ τον επισπεύδοντα την συζήτηση αναιρεσείοντα) νομίμως και εμπροθέσμως για την ανωτέρω αναφερομένη δικάσιμο, κατά την εκδίκαση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία της εν λόγω κλητευθείσης (2ης) αναιρεσίβλητης (άρθρ.576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Συμφώνως προς την (μετά την τροποποίησή της) διάταξη του άρθρου 1719 περ. 3 ΑΚ: "Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους...".Εξετέρου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.


ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει απ’ τις επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε την εγκυρότητα της από 9-3-2010 δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας στις 28-5-2010 Β. Ν., ως έχουσας (κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης) βούληση, δυναμένη να εκφρασθεί με τρόπο λογικό και συγκροτημένο, μη αποδειχθέντος, ότι αυτή κατά τον ως άνω χρόνο, δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή ευρίσκετο σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή η οποία περιόριζε αποφασιστικώς την λειτουργία της βουλήσεώς της. Οι παραδοχές αυτές απετέλεσαν το εφαλτήριο της δικανικής κρίσεως του εν λόγω δικαστηρίου, βάσει της οποίας (κρίσεως) αποφάνθηκε ότι ήταν επί της ουσίας απορριπτέα η (και πρωτοδίκως ομοίως απορριφθείσα) αγωγή του νυν αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Η Β. Ν. του Δ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στα ... στις 28-5-2010, σε ηλικία 79 ετών, άφησε δε, κατά το χρόνο του θανάτου της, πλησιέστερο συγγενή της τον ενάγοντα, αμφιθαλή αδελφό της. Η ως άνω αποβίώσασα, με την υπ’ αριθμ. .../9-3-2010 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., Σοφίας Ίμπα και δημοσιεύτηκε νόμιμα, με το υπ’ αριθμ. 112/7-9-2010 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, τους εναγόμενους, των οποίων είναι ανάδοχος (νονά). Ειδικότερα, το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, έχει ως εξής: "Με την παρούσα διαθήκη μου αφήνω κληρονόμους μου τα πνευματικά μου παιδιά (βαφτιστήρια μου) Π. Μ. του Δ. και της Φ. και Ι. Μ. του Δ. και Φ., κατοίκους ..., στα οποία αφήνω ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου". Η διαθέτης, η οποία απεβίωσε άγαμη και άτεκνη, κατοικούσε, εν ζωή, στα ... συμβίωνε δε, με τον αδελφό της, Π. Ν., άγαμο και άτεκνο, επίσης, στην πατρική τους οικία, μετά και το θάνατο του πατέρα τους, Δ., στις 30-7-1976, ενώ ο άλλος αδελφός τους, Δ. Ν. (ενάγων) διέμενε, με την οικογένειά του (σύζυγο και δύο τέκνα), από το έτος 1964, στην Αυστραλία όπου εργαζόταν. Η διαθέτις, η οποία λάμβανε, όσο ζούσε, σύνταξη από τον Ο.Γ.Α., ύψους 360,00 ευρώ, μηνιαίως, ασχολούνταν, επαγγελματικά, με την κατασκευή ενδυμάτων (μοδίστρα), ενώ συνέδραμε και τον αδελφό της, Π., στη λειτουργία του καφενείου που διατηρούσε εκείνος, στα ... Επίσης, η διαθέτις, από κοινού με το σύνοικο αδελφό της, διαχειριζόταν, χωρίς προβλήματα, την περιουσία που περιήλθε σ’ αυτούς και τον ενάγοντα - αδελφό τους, από κληρονομιά του πατέρα τους, η οποία ήταν σημαντικής αξίας, αποτελούμενη από αστικά και αγροτικά ακίνητα, ενώ διατηρούσε με τον ως άνω αδελφό της και κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στην Αγροτική Τράπεζα. Την παραπάνω κληρονομιαία περιουσία είχαν αποδεχθεί και τα τρία αδέλφια, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../17-4-1978 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο ..., Αλέξανδρο Χατζόπουλο και μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και αριθμό ... Εξάλλου, ο αδελφός της διαθέτιδας και του ενάγοντος, Π., συνταξιούχος του ΤΕΒΕ, απεβίωσε στην κατοικία τους, στα ... σε ηλικία 84 ετών και κληρονομήθηκε από τα δύο αδέλφια του, τα οποία αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς, εξ αδιαθέτου, κληρονομιά, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../21-10-2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο ..., Γ. Κοντό και μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και αριθμό ... Με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων και η αδελφή του, Β., έγιναν συγκύριοι της πατρικής τους ακίνητης περιουσίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ο ενάγων, μέχρι το θάνατο του αδελφού του, Π., δεν επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα, οι σχέσεις του δε με την αδελφή του, Β., ήταν καλές. Μετά το θάνατο του αδελφού τους, όμως, οπότε οι επισκέψεις του στα ... ήταν συχνές, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, λόγω των μεταξύ τους διαφορών, ως προς τη διαχείριση και εκμετάλλευση της κληρονομιαίας περιουσίας, που προαναφέρθηκε. Μάλιστα, οι μεταξύ τους διαφορές είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαχωρίσουν την πατρική κατοικία (μονοκατοικία) σε δύο μέρη, με γυψοσανίδα, για να μη διαμένουν μαζί, κατά το χρόνο παραμονής του ενάγοντος στα ... Ο τελευταίος, μετά το θάνατο του αδελφού τους, Π., παρέμεινε για λίγο χρόνο στην πατρική κατοικία και μετά, επέστρεψε στην ... από όπου επανήλθε, την άνοιξη του 2006. Τότε, επικαλούμενος ότι η αδελφή του Β. πάσχει από ψυχωσικό σύνδρομο, κατάθλιψη-μελαγχολία, πάρκινσσον, έχει εμμονές, υποβάλλεται πολύ εύκολα, φεύγει από το σπίτι και έχει σύνδρομο καταδίωξης, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., την από 7-4-2006 αίτηση, προκειμένου η Β. να τεθεί σε μερική στερητική ή μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ως προς τα ζητήματα της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης και της διενέργειας δικαιοπραξιών περιουσιακής φύσης (αναλήψεις χρημάτων, μεταβιβάσεις ακινήτων και κινητών αξίας μεγαλύτερης των 2.000,00 ευρώ). Κατόπιν τούτου, ο Εισαγγελέας κατέθεσε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την από 11-4-2006 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 612.15/2006) αίτηση, για τη θέση της Β. Ν. σε δικαστική συμπαράσταση, στη συζήτηση της οποίας, κατά τη δικάσιμο της 5-9-2006, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ αυτού, ο ενάγων, ενώ η Β. Ν. παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο. Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2/1068/2007 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το ανωτέρω Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, την προσωπική επικοινωνία του Δικαστή, με τη συμπαραστατέα, καθώς και την από 22-5-2006 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου-ψυχιάτρου Μ. Τ., η οποία είχε εξετάσει τη Β. Ν., όταν αυτή είχε μεταβεί, για το λόγο αυτό, στα εξωτερικά ιατρεία της Γ’ νευρολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "...". Ειδικότερα, η ανωτέρω ιατρός γνωμάτευσε ότι η Β. δεν έπασχε από κανένα νευρολογικό ή ψυχιατρικό νόσημα. Ανέφερε, επίσης, ότι η τελευταία "εξετάστηκε για πρώτη φορά στις 25-7-2001 στην οποία βρέθηκε ότι έπαιρνε φάρμακα που δεν τα χρειαζόταν η ασθενής και διεκόπησαν. Τότε ... = 0, Όψιμη δυσκινησία εξαιτίας των φαρμάκων και θεωρήθηκε νόσος Parkinson. Τώρα MMSE =29, FRSSD =1, ... = 0 και ως εκ τούτου η κ. Ν. έχει αυτονομία ως προς τη βούλησή της και δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία της". Περαιτέρω, ο Δικαστής του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, κατά την προσωπική επικοινωνία του με τη Β. Ν., διαπίστωσε ότι η τελευταία αντιλαμβανόταν τον εαυτό της σε σχέση με το περιβάλλον και είχε λογικό ειρμό σκέψης και συναίσθηση των υποχρεώσεων της. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της ανωτέρω απόφασης, η Β. Ν., κατά την επικοινωνία της με τον ως άνω Δικαστή, "διευκρίνισε ότι η μη πληρωμή από μέρους της της πρώτης δόσης οφειλής της προς τη Δ.Ο.Υ. ..., που αφορά στο φόρο που αναλογεί στην αποδοχή της κληρονομιάς του αποβιώσαντος αδελφού της, οφείλεται στο ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να την καταβάλει άμεσα. Προκειμένου δε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της αυτή, συμφώνησε με τον αδελφό της, Δήμο Ν., να διαπραγματευθεί εκείνος την πώληση ενός ακινήτου, του οποίου είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι. Στη συνέχεια, όμως, η πώληση δεν καταρτίστηκε, διότι διαφώνησε με τον αδελφό της, ως προς το χρηματικό ποσό του τιμήματος που αναλογεί στο ιδανικό της μερίδιο". Εξάλλου, σχετικά με τα φάρμακα, τα οποία, κατά την προαναφερόμενη εξέταση της, διαπιστώθηκε ότι λάμβανε η Β. Ν., πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από τα βιβλιάρια υγείας της τελευταίας, του ΟΓΑ, αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται, προκύπτει ότι έχουν συνταγογραφηθεί φάρμακα για διάφορες, αναφερόμενες σ’ αυτά, νόσους και συγκεκριμένα, στις 27-3-1987 για υποχονδριακή νεύρωση (συνταγογραφήθηκε από ψυχίατρο του Νοσοκομείου ...) και λίγους μήνες αργότερα, για ψυχονεύρωση, στις 3-12-1993 και 10-3-1994 για ψυχωσική συνδρομή (συνταγογραφήθηκαν από το νευρολόγο Ι. Χ.), στις 28-5-1997, 1-7-1997, 26-8-1997, 20-10-1997, 25-11-1997, 16-12-1997, 21-1-1998 για ψύχωση (συνταγογραφήθηκαν από τον ιατρό Γ. Ν.), στις 13-5-1998, 17-6-1998 για ψύχωση (συνταγογραφήθηκαν από τον ειδικό ρευματολόγο Γ. Δ.), το έτος 2000 για επιληψία, στις 8-1-2001 για επιληψία και νόσο Parkinson, στις 19-1-2001 για ψύχωση και νόσο Parkinson, στις 4-4-2001 για αντιδραστική κατάθλιψη, στις 23-5-2001 για ψύχωση, στις 11-7-2001 για ψυχωσικό σύνδρομο, στις 21-1-2002 -για διπολική διαταραχή, στις 27-2-2002 για ψύχωση, στις 12-4-2002 για κατάθλιψη, στη 1-9-2002 για οργανικό ψυχοσύνδρομο και στις 7-8-2003 για κατάθλιψη (τελευταία εγγραφή). Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, όμως, που τέθηκαν στην κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η διαθέτις, Β. Ν., έπασχε ποτέ από κάποια μόνιμη ψυχική νόσο, ώστε να απαιτείται η ανωτέρω φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, επειδή αυτή, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, έπασχε από αϋπνία, ορισμένοι ιατροί συνταγογραφουσαν τα ανωτέρω φάρμακα, για την αντιμετώπισή της, τα οποία, όμως, σύμφωνα με τη γνωμάτευση της νευρολόγου Μ. Τ., δεν ήταν απαραίτητα, γι’ αυτό και διακόπηκε τη χορήγηση τους. Σημειωτέον ότι, μέχρι την εξέταση της από την ως άνω νευρολόγο, η Β. Ν. δεν είχε νοσηλευθεί ποτέ, σε δημόσιο ή ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα, για κάποια ψυχική ή πνευματική νόσο και διαταραχή, ούτε και μετέπειτα, λάμβανε δε, μέχρι το θάνατό της, φαρμακευτική αγωγή, μόνο για την αντιμετώπιση της αϋπνίας και τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Περαιτέρω, το έτος 2007, εμφάνισε γαστρορραγία και εισήχθη στην παθολογική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ..., όπου νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες, στη συνέχεια δε, το Μάρτιο του 2008, εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "...", κατόπιν παραπομπής από το Γ.Ν. ... και διαγνώστηκε ότι έπασχε από αδενοκαρκίνωμα του ορθού. Στο από 20-3-2008 έγγραφο, που υπογράφει ο σύμβουλος ιατρός του ως άνω νοσοκομείου, Α. Μ., αναγράφεται ότι η Β. Ν. πάσχει από καρκίνο του ορθού, ότι "παρουσιάζει σύγχυση στην έκφραση των απόψεων της και η συζήτηση μαζί της είναι μερικώς προβληματική. Είναι υπό αγωγή Stilnox 10 ml από καιρού (όπως αναφέρει η ίδια). Παράκληση για εξέταση και οδηγίες για την ψυχική κατάσταση της ασθενούς", όπως επί λέξει αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο. Στο ίδιο έγγραφο και κάτω από την αναφορά του ως άνω ιατρού, είναι καταγεγραμμένη η γνωμάτευση του ψυχιάτρου που εξέτασε την ασθενή, τα στοιχεία του οποίου είναι δυσανάγνωστα, σύμφωνα με την οποία, η ασθενής "είναι πλήρως προσανατολισμένη σε τόπο και χρόνο, ήρεμη και συνεργάσιμη κατά την εξέταση. Δεν εμφανίζει έκπτωση γνωσιακών λειτουργιών...Πιθανώς εμφανίζει κάποια ένταση σε στοιχεία του χαρακτήρα της, που εκφράζονται στη συμπεριφορά της. Εμφανίζει χρόνια διαταραχή ύπνου, που δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς με (κατά)χρήση Stilnox" (βλ. προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα έγγραφο). Στη συνέχεια, η Β. Ν. νοσηλεύτηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο, από τις 17-4-2008 μέχρι τις 23-4-2008, στην Α’ χειρουργική κλινική, όπου υποβλήθηκε σε προεγχειρητική ακτινοθεραπεία, αλλά δεν χειρουργήθηκε. Στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 38519/29-9-2010 ιατρική γνωμάτευση του τελευταίου νοσοκομείου, αναφέρεται ότι η ως άνω διαθέτις, κατά τη νοσηλεία της, λόγω της οριακής νοητικής της κατάστασης, υποβλήθηκε σε ψυχιατρική εξέταση, όμως δεν προσκομίζεται το αποτέλεσμα τέτοιας εξέτασης, στο δε από 17-4-2008 έγγραφο εισαγωγής εσωτερικής νοσηλείας του ίδιου νοσοκομείου, αναφέρεται ότι αυτή λάμβανε τα φάρμακα Pactens, Lapicil και Stilnox, ότι ζητήθηκε καρδιολογική και ψυχιατρική εκτίμηση και ότι η Β. "γνωρίζει το πλάνο της θεραπείας της παρόλο που η νοητική της κατάσταση είναι οριακή", ενώ αναφέρεται, επίσης, ότι ενημερώθηκε η ανιψιά και ο αδελφός της (ενάγων). Ακολούθως, λόγω του καρκίνου από τον οποίο έπασχε, στις 6-3-2010 εισήχθη στην χειρουργική κλινική του Γ. Νοσοκομείου ..., με διάγνωση ορθορραγία και αναιμία, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή της στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, όπου τη μετέφερε η εξαδέλφη της, Ε. Χ., με το σύζυγο της. Στις 7-3-2010 διενεργήθηκε αξονική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, η οποία ανέδειξε καρκίνωμα ορθού με σύγχρονες μεταταστατικές εστίες ήπατος, πολλαπλές ενδοπεριτοναϊκες καρκινικές εμφυτεύσεις και παρουσία ασκιτικού υγρού. Ακολούθως, στις 9-3-2010, η Β. Ν. προέβη στη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, ήτοι, σε χρόνο κατά τον οποίο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, προϋπάρχουσα ή απότοκο της νόσου (καρκίνου) από την οποία έπασχε, η οποία περιόριζε, αποφασιστικά, τη λειτουργία της βούλησης της. Η σχετική δε προς τούτο, κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, δεν κρίνεται πειστική, διότι αυτός περιέπεσε σε αντιφάσεις και ειδικότερα, ενώ υποστήριξε ότι η ως άνω διαθέτις είχε, επί πολλά έτη, έλλειψη προσανατολισμού, ταυτόχρονα κατέθεσε ότι αυτή επισκεπτόταν τακτικά την πατρική του οικία, χωρίς τη συνοδεία κάποιου προσώπου, ενέργεια που είναι αδύνατη για ένα πρόσωπο με έλλειψη προσανατολισμού. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ως άνω διαθέτις, τα μόνα φάρμακα που λάμβανε, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ήταν τα προαναφερόμενα, Pactens, Lapicil και Stilnox, όπως προκύπτει και από το Γενικό Ιστορικό Ασθενούς - φύλλο νοσηλείας της Χ/Κ του Γ.Ν. ..., στο οποίο, στη θέση "Άλλες παθήσεις" αναγράφεται "Αγχ. συνδρομή". Από τα παραπάνω φάρμακα, το Stilnox είναι υπνωτικό χάπι και ενδείκνυται για βραχυχρόνια αγωγή κατά της αϋπνίας, το Pactens ενδείκνυται για αρτηριακή υπέρταση και στεφανιαία ανεπάρκεια και το Lapicil για τη θεραπεία της υπέρτασης, μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλους αντιϋπερτασιακούς παράγοντες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, σε πλησιόχρονο προς τη σύνταξη της διαθήκης έγγραφο, ήτοι, στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 455/20-4-2010 γνωμάτευση αναπηρίας της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Πέλλας, στην οποία συμμετείχε και ο ιατρός Θ. Δ., Διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου ..., αναφέρεται ότι η Β. Ν. πάσχει από "Ca ορθού κολοστομία" και κρίθηκε ανίκανη, με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, χωρίς να γίνεται αναφορά σε κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 11-3-2010, η ανωτέρω ασθενής παρουσίασε πνευμονικό οίδημα, για το οποίο έλαβε την κατάλληλη αγωγή και βελτιώθηκε η κλινική της εικόνα. Τότε ο ενάγων, ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα βρισκόταν στην ... αφού ενημερώθηκε από τρίτους (συγγενείς και γείτονες), για την εισαγωγή της αδελφής του στο νοσοκομείο, επέστρεψε στην Ελλάδα και υπέγραψε και αυτός, μαζί με τη Β. Ν., το σχετικό έγγραφο, προκειμένου αυτή να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα, στο έντυπο "ΓΕΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΣΘΕΝΟΥΣ-φύλλο νοσηλείας" (αντίγραφο του οποίου προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα), κάτω άπό την έντυπη ένδειξη "ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ", υπάρχουν οι, επίσης, έντυπες, ενδείξεις, "ο συγγενής", "ο συγκαταθέτων" και "ο ιατρός". Στο έγγραφο αυτό, ο ενάγων υπέγραψε κάτω από την ένδειξη "ο συγγενής", ενώ η Β. Ν. υπέγραψε κάτω από την ένδειξη "ο συγκαταθέτων", επιπροσθέτως δε, υπέγραψε και ο αρμόδιος ιατρός, στην αντίστοιχη ένδειξη. Από το ως άνω έγγραφο προκύπτει, σαφώς, ότι τη συγκατάθεση για τη χειρουργική επέμβαση της διαθέτιδας την έδωσε η ίδια, επιπροσθέτως δε, υπέγραψε και ο ενάγων, ως συγγενής αυτής, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσε το εν λόγω νοσοκομείο. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ιατροί του ανωτέρω νοσοκομείου, λόγω κάποιας ψυχικής ή νοητικής διαταραχής της ασθενούς, απαίτησαν τη συγκατάθεση του ενάγοντος-αδελφού της, προκειμένου να προχωρήσουν στη χειρουργική επέμβαση, όπως διατείνεται ο ίδιος, αφού, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αρκούσε η συγκατάθεση του και δεν θα ζητούνταν και η συγκατάθεση της ίδιας της ασθενούς. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν υπέγραψε στη θέση του συγκαταθέτοντος, στο ως άνω έγγραφο, αλλά κάτω από την ένδειξη "ο συγγενής". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 17-3-2010, η διαθέτις υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία και δημιουργία κολοστομίας στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Η μετεγχειρητική της πορεία υπήρξε ομαλή και στις 24-3-2010 έλαβε εξιτήριο με βελτίωση. Μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο, επέστρεψε στην κατοικία της, είχε, όμως, ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας, διότι ήταν ήδη πολύ εξασθενημένη. Μαζί της, διέμενε και ο ενάγων με τη σύζυγο του, ενώ την επισκεπτόταν, καθημερινά, η νοσοκόμα Μ. Σ., για λίγες ώρες, προκειμένου να την περιποιείται. Τελικά, η Β. Ν., μετά από δύο μήνες περίπου και συγκεκριμένα, στις 28-5-2010, απεβίωσε στην κατοικία της, εξαιτίας του καρκίνου του παχέως εντέρου, από τον οποίο έπασχε. Από το σύνολο των περιστατικών που προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω διαθέτις, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε, αποφασιστικά, τη λειτουργία της βούλησης της. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτή, πριν από την τελευταία εισαγωγή της στο νοσοκομείο ... και παρά την ανωτέρω ασθένεια της, ήταν σε καλή ψυχική και διανοητική κατάσταση, ζούσε, δε, μόνη της και συντηρούσε την οικία της και τον εαυτό της, χωρίς βοήθεια από κάποιο τρίτο πρόσωπο. Επιπροσθέτως, φρόντιζε την ένδυσή της και ασχολούνταν με την αισθητική της (έβαφε τα μαλλιά της, επισκεπτόταν αισθητικό για αποτρίχωση κλπ) και ήταν κοινωνική, δεν αισθανόταν δε, μόνη και αβοήθητη, κατά την απουσία του ενάγοντος στην ... όπως διατείνεται ο ίδιος, διότι είχε στενές σχέσεις με τις εξαδέλφες της, Ι. Α. και Ε. Χ., καθώς και τη μητέρα των εναγομένων, Φ. Μ. Οι τρεις παραπάνω γυναίκες ενδιαφέρονταν για τη διαθέτιδα, χωρίς να αποβλέπουν σε κάποιο αντάλλαγμα, δεν αποδείχθηκε δε, ότι προσπαθούσαν να την απομακρύνουν από τον ενάγοντα-αδελφό της, ούτε να την επηρεάσουν, με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να προβεί στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, όπως υποστηρίζει ο ενάγων. Άλλωστε, οι εναγόμενοι έχουν και τρίτο αδελφό, τον Κ. Μ., γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ενάγοντα (αρθρ. 261 ΚΠολΔ), αν δε, η μητέρα τους ήθελε να επηρεάσει τη βούληση της διαθέτιδας, θα είχε φροντίσει να συμπεριληφθεί στους κληρονόμους της τελευταίας και το τρίτο, ως άνω, τέκνο της (του οποίου δεν ήταν ανάδοχος η διαθέτις) και όχι μόνον οι εναγόμενοι. Σημειωτέον ότι ο ενάγων, πριν από τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, είχε παροτρύνει, κατ’ επανάληψη, τη διαθέτιδα, να συντάξει διαθήκη, καλώντας, μάλιστα, για το σκοπό αυτό, διαδοχικά, τους συμβολαιογράφους ..., Κωνσταντίνο Δεληγιάννη και Γ. Κοντό, στην οικία της, πλην όμως αυτή αρνήθηκε. Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει ότι η βούληση της ως άνω διαθέτιδας, κατά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, ήταν να εγκαταστήσει κληρονόμους της τους εναγόμενους, που ήταν πνευματικά τέκνα της και όχι τον ενάγοντα - αδελφό της. Τη βούληση της δε αυτή, ήταν σε θέση να εκφράσει με τρόπο λογικό και συγκροτημένο, όπως προαναφέρθηκε, αφού, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή, κατά τον ως άνω χρόνο, δεν είχε συνείδηση των πράξεων της ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε, αποφασιστικά, τη λειτουργία της βούλησής της".
IV. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο είναι σαφές ότι δεν υπέπεσε στις με τους λόγους αναιρέσεως καταλογιζόμενες πλημμέλειες. Συγκεκριμένα, αβασίμως μέμφεται ο αναιρεσείων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του υπέπεσε στο σφάλμα της κατ’ άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (1ος λόγος), κατά την εφαρμογή του άνω άρθρου του ΑΚ, και δη, ότι η ανικανότητα της διαθέτιδος να συναινέσει μόνη της στην υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί (με βάση τα ανωτέρω διδάγματα) και ως ταυτόχρονη ανικανότητα αυτής να καταρτίσει την διαφιλονικούμενη διαθήκη, (συνταχθείσα δύο ημέρες προ της τοιαύτης διαπιστώσεως αδυναμίας της να συναινέσει μόνη της στην υποβολή αυτής σε χειρουργική επέμβαση). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί λανθασμένης προϋποθέσεως. Αναλυτικότερα: Οι εν θέματι νομικές έννοιες είναι με απόλυτη ενάργεια διατυπωμένες, ούτως ώστε δεν καθίσταται απαραίτητη η καταφυγή στα διδάγματα αυτά. Το γεγονός, ότι το Εφετείο δεν χρησιμοποίησε τα εν λόγω διδάγματα, δεν προσδίδει την καταλογιζόμενη πλημμεληματικότητα στην κρίση του. Η "πλοήγησή" του κατά την ανάπτυξη του μείζονος συλλογισμού, (με ανάλυση της προμνησθείσης διατάξεως), δεν συνιστά πεδίο εννοιολογικής εξειδικεύσεως του εν θέματι άρθρου, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα αιτιάται, (αβασίμως όμως) ο αναιρεσείων. Επίσης, το γεγονός, ότι στο σκεπτικό της πληττομένης αποφάσεως αναφέρεται η γενικολογία της αξιολογήσεως του αποδεικτικού υλικού εν συνδυασμώ προς την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν θέτει εκποδών την πεμπτουσία των αναπτυσσομένων στις προηγηθείσες σκέψεις, από τις οποίες αναδεικνύεται και κατισχύει το αδιαμφισβήτητον, ότι, δηλαδή, το άνω άρθρο του ΑΚ δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αορίστων και δεομένων εξειδικεύσεως νομικών εννοιών. Τούτων δε ούτως εχόντων, η δικανική κρίση συμπυκνώνεται και σχηματοποιείται υπό την ανενδοίαστη σαφήνεια της ανωτέρω διατάξεως του ΑΚ, μη συντρέχουσας, επομένως, περιπτώσεως "επιστρατεύσεως" των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς αποσαφήνιση των ήδη σαφών και μη χρηζουσών διευκρινίσεως εννοιών, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ωσαύτως ενέχουν αβασιμότητα και οι προσαπτόμενες με τους δεύτερο και τρίτο (τελευταίο) λόγους αναιρέσεως πλημμέλειες, ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του στην προσβαλλομένη απόφασή του, παραβίασε την προρρηθείσα διάταξη (του ΑΚ) με εσφαλμένη εφαρμογή της, υπό την έννοια, ότι η ίδια αυτού (αναιρεσείοντος) συγκατάθεση κρίθηκε αναγκαία μαζί με αυτήν της ασθενούς - διαθέτιδος, ώστε η τελευταία να χειρουργηθεί, πράγμα το οποίον συμβαίνει μόνον όταν ο ασθενής δεν έχει ικανότητα για συναίνεση και παρά ταύτα κρίθηκε ικανή να συντάξει την προειπωθείσα διαθήκη της (2ος λόγος κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και ότι έγινε δεκτό το αναπόδεικτο, ότι ο αναιρεσείων υπέγραψε κατά τα ως άνω, ως συγγενής, συμφώνως προς "την πρακτική που ακολουθούσε το εν λόγω νοσοκομείο" (3ος τελευταίος λόγος, κατ’ αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ). Εν τούτοις, όπως προδιαλαμβάνεται, και αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, δοθέντος ότι το επίμαχο άρθρο του ΑΚ προσηκόντως εφαρμόσθηκε, όπως καταδεικνύεται απ’ τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και (επιτρεπτώς) επισκοπηθέντα. Προσέτι, απ’ την επισκόπηση αυτήν των παραδοχών, αδιστάκτως εμφαίνεται, ότι η προειπωθείσα φράση δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή ως "ακρογωνιαίος λίθος" στον σχηματισμό της πεποιθήσεως, όσον αφορά στο καταληκτικό (=καθοριστικό) του Εφετείου πόρισμα περί της δικαιοπρακτικής δυνατότητος της διαθέτιδος, κατά τα ανωτέρω ενδελεχώς αναπτυσσόμενα.
V. Κατ’ ακολουθίαν (άπαντες) οι λόγοι αναιρέσεως στερούνται βασιμότητος, κατά τα άνω εκτιθέμενα VI. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέα. Ο δε αναιρεσείων πρέπει, κατ’ άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (κατά παραδοχή του αιτήματός του, κατ’ άρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό που ακολουθεί. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, εδώ εφαρμοστέο μετά την τροποποίηση υπ’ αρθρ. 12 παρ. 2 ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-5015 αίτηση του Δήμου Ν. για αναίρεση της 126/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή