Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 105 / 2014    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 105/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: S. M. του G., Αλβανού υπηκόου... που όπως προκύπτει από το 19/4/1999 πιστοποιητικό γεννήσεως του Ληξιαρχείου Κορυτσάς και την 68/29-7-1997 απόφαση το όνομά του από S. άλλαξε στο ελληνικό Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μπιρμπίλη Στυλιανό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Εδρεύοντος στην Αθήνα, Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΜOTOR INSURERS BUREAU) και εκπροσωπουμένου νομίμως, ατομικά και ως αντικλήτου της αλλοδαπής Αλβανικής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INSTITUTI SIG.MEVE TE SHQIRERISE INSURANCE INSTITUTE OF ALBANIA" που εδρεύει στα …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλέκα Τάμπαλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:45/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 28-2-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 20-4-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 134 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίον γίνεται η επίδοση. Κατά δε διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 ΚΠολΔ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το Ν. 1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση πλασματικώς ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, την οποία έχει επικυρώσει και η Αλβανία, με έναρξη ισχύος γι' αυτήν από την 1.7.2007, με τη διατυπωθείσα επιφύλαξη εκ μέρους της Ελλάδος ως προς την επικύρωση των εγγράφων καθόσον αφορά τη γνησιότητα της υπογραφής των οργάνων του Κράτους της Αλβανίας που τα υπογράφουν σε σχέση με την επίδοση, σχετικά με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις και η οποία, σύμφωνα με την 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ και ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπον και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 1342/2007). Περαιτέρω η διάταξη του όρθρου 134 του Κ.Πολ.Δ. εκτοπίζεται και από την μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας υπογραφείσα την 17-5-1993 Σύμβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311 της 16/19-6-1995 (ΦΕΚ τ. Α' 119/1995) και άρχισε να ισχύει από 15-9-1995 (ΦΕΚ τ. Α' 194/1995), χωρίς η εφαρμογή της να αποκλείεται από τη μεταγενέστερη ισχύ μεταξύ των μερών δηλαδή της Ελλάδας και της Αλβανίας της Σύμβασης της Χάγης κατ' αρθρ. 25 της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 22/2009 και ΑΠ 1840/2008). Ειδικότερα, το άρθρο 9 αυτής ορίζει, ότι "1. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγματοποιεί την επίδοση σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωμένη μετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα". Περαιτέρω, το επόμενο άρθρο 10 με τον τίτλο "απόδειξη της επιδόσεως" αναφέρει, ότι "Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση οφείλει να παράσχει απόδειξη της επιδόσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κρότους της. Το έγγραφο αυτό θα αναφέρει τον τόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και το όνομα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκαν τα έγγραφα". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει: 1) ότι η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της Αρχής του Κρότους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, που να εμφαίνει τον τρόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και τα στοιχεία του παραλήπτη και 2) ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον μνημονευθέντα τρόπο, και, επομένως, δεν ισχύει κάθε άλλη αντίθετη ρύθμιση (Α.Π. 1818/2012). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσίβλητο ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ προβάλλει παραδεκτώς με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ένσταση περί εκπροθέσμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ισχυριζόμενο ότι η προσβαλλόμενη δι' αυτής υπ' αρ. 81/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κοινοποιήθηκε με επιμέλειά του στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, για τον έχοντα την κατοικία του στο εξωτερικό (Αλβανία) αναιρεσείοντα, στις 7-5-2010, η δε αίτηση κατατέθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την επίδοση αυτή. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, διότι το αναιρεσίβλητο δεν επικαλείται περιέλευση της απόφασης στον παραλήπτη, ούτε προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής κατά τον ως άνω νόμιμο τρόπο.
Με την κρινόμενη 3/1-3-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 81/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Με την από 26-9-2002 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, οι ενάγοντες S. M. (αναιρεσείων) M. N. ιστορούσαν ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο έλαβε χώρα οδικό ατύχημα, το οποίο οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του A. M., Αλβανού υπηκόου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... IX φορτηγού αυτοκινήτου, που είχε ως τόπο συνήθους σταθμεύσεως του την Αλβανία και το οποίο ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφαλίσεως (πράσινη κάρτα), με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ο πρώτος από αυτούς. Περαιτέρω, ότι εξαιτίας του τραυματισμού του, εκτός των αναφερομένων σε προγενέστερες αγωγές του, απώλεσε και θα απολέσει περαιτέρω εισοδήματα για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι 31-12-2015. Ζητούσαν δε, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο, ως υπόχρεο για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας τους, οφείλει να καταβάλει στον πρώτο, το ποσό των 300.472 ευρώ για θετική και αποθετική του ζημία και το ποσό των 146.735 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη λόγω του τραυματισμού του και στη δεύτερη, το ποσό των 29.347 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τον τραυματισμό του πρώτου, συζύγου της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 154/2003 εν μέρει οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, στη συνέχεια, έκρινε κατά τα λοιπά παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του πρώτου ενάγοντος. Μετά το πέρας της πραγματογνωμοσύνης, εισήχθη και πάλι η υπόθεση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 223/2004 μη οριστική του απόφαση, ανέβαλε την οριστική του απόφαση και διέταξε συμπληρωματική ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Αφού περατώθηκε και η τελευταία, εισήχθη η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την 45/2006 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή του πρώτου ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος. Κατ' αυτής άσκησε την 33/20-11-2006 έφεση ο αναιρεσείων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω αγωγή του ο πρώτος ενάγων και ήδη εκκαλών (η δεύτερη ενάγουσα δεν άσκησε έφεση), ιστορούσε ότι στις 29-9-1997, το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... τουριστικό λεωφορείο, που ανήκει σε Αλβανική εταιρία και οδηγούσε ο ίδιος, συγκρούστηκε στο 50 χλμ της ΕΟ Φλώρινας-Κρυσταλλοπηγής, με το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο A. M., Αλβανός υπήκοος, το οποίο (αυτοκίνητο) είχε ως τόπο συνήθους σταθμεύσεως του τη Αλβανία, ήταν ασφαλισμένο στην αναφερόμενη στην αγωγή αλλοδαπή (αλβανική) ασφαλιστική εταιρία και ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφαλίσεως (πράσινη κάρτα), που εκδόθηκε από την εν λόγω εταιρία. Ότι από τη σύγκρουση αυτή, η οποία οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, προκλήθηκαν στον ίδιο σοβαρές σωματικές βλάβες. Επίσης, ότι με την υπ' αριθμ. 270/2001 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ατύχημα οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερόμενου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και ότι πέραν των όσων του επιδικάστηκαν με άλλες αγωγές του, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, υπέστην την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία (θετική και αποθετική), για το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως 31-12-2015. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ότι κατατέθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Φλώρινας αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... πράσινης κάρτας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που εκδόθηκε από αλλοδαπή (αλβανική) ασφαλιστική εταιρία, ζήτησε όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 13-3-2003, η πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου ΓΔΑ, πρότεινε και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, μεταξύ άλλων και τις εξής ενστάσεις: "1) Ένσταση διετούς παραγραφής για το κονδύλιο ηθικής βλάβης. 2) Ένσταση παραγραφής για όλα τα κονδύλια", χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη (βλ. τα υπ' αριθμ. 154/15-3-2003 πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Η προσβαλλόμενη απόφαση αφού έκρινε νόμιμη, ορισμένη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής, απέρριψε την αγωγή. Το εναγόμενο, επαναφέρει την ανωτέρω ένσταση με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επαρκώς ορισμένη, αναφέροντας ότι αφού το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 29-9-1997, η παραγραφή της αξιώσεως του εκκαλούντος άρχισε την επομένη και συμπληρώθηκε στις 30-9-1999, πριν από τη δημοσίευση στις 31-12-2001 της υπ' αριθμ. 270/2001 τελεσίδικης αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε τελεσιδίκως για τις απαιτήσεις του εκκαλούντος για το χρονικό διάστημα από 22-9-1997 έως 30-4-1999, η δε ένδικη αγωγή, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως 31-12-2015, κατατέθηκε στις 30-9-2002 και επιδόθηκε σ' αυτό πολύ αργότερα, με συνέπεια να υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976. Η προβολή της όμως για πρώτη φορά με ορισμένο τρόπο ενώπιον του δευτέρου βαθμού με τις προτάσεις, είναι παραδεκτή. Όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω παραγραφής. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων. Επομένως, το εφεσίβλητο δικαιούται, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη με τις προτάσεις νέους πραγματικούς ισχυρισμούς που δε είχαν προταθεί πρωτοδίκως ή είχαν προταθεί τότε αορίστως, εφόσον συντελούν σε απόκρουση της εφέσεως και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης αποφάσεως Συνεπώς, η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, δεδομένου ότι από το χρόνο του ατυχήματος μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, με αποτέλεσμα οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος να έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489.1976 διετή παραγραφή έναντι του εναγομένου Γ.Δ.Α.. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ένδικη αξίωση του υπόκειται έναντι του εναγομένου Γ.Δ.Α. στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Όπως έγινε δεκτό στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχ. IV), η έκδοση και κατοχή του πιστοποιητικού διεθνούς ασφαλίσεως (πράσινης κάρτας) από τον οδηγό του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου αποτελεί πρόταση σωρευτικής αναδοχής χρέους, η οποία γίνεται από την αλλοδαπή (αλβανική) ασφαλιστική εταιρία που το εξέδωσε και όχι από το Γ.Δ.Α. Στην προκειμένη περίπτωση, το τελευταίο, δεν έχει συνάψει με τον ζημιωθέντα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και συνεπώς δεν συντρέχει, ως προς αυτό, λόγος άλλης παραγραφής και ιδίως εκείνης των αξιώσεων αναδοχής χρέους. Περαιτέρω, τ& γεγονός ότι προηγήθηκε η έκδοση της υπ' αριθμ. 154/2003 μη οριστικής αποφάσεως, η οποία έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή και ότι η τελευταία είναι συνέχεια άλλων αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 178/1999, 75/2001 και 177/2002 αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως και οι υπ' αριθμ. 270/2001, 204 και 205/2005, αντιστοίχως, τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στα παραπάνω. Τέλος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της η κρινόμενη αγωγή στρέφεται μόνο κατά του ελληνικού ΓΔΑ ως αντικλήτου της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, και όχι και κατά της τελευταίας, ώστε να τίθεται θέμα ευθύνης και της τελευταίας, όπως υποστηρίζει ο ενάγων ...".
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, λ.χ. η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π.826/2007). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίον υφίσταται όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε ολικώς η μερικώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πρέπει δε να απευθύνεται κατ" εκείνων των αντιδίκων του που νίκησαν στη δίκη (Ολ.Α.Π. 11/1992, Α.Π. 40/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο και με τη δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, ενώ αυτός στρεφόταν με την αγωγή του και κατά της αλλοδαπής (Αλβανικής) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία <<INSTITUTI SIG.MERE TE SHQIRERISE INSURANCE INSTITUTE OF ALBANIA>>, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ασφαλμένως, ότι στρεφόταν μόνο κατά του ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ.
Συνεπώς, η πλημμέλεια που αποδίδεται με τις ως άνω αιτιάσεις είναι εκείνη του άρθρου 559 αρ. 9, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη, και όχι των αρ. 8 και 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται ο αναιρεσείων. Από την εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει σαφώς, ότι αυτή στρεφόταν μόνο κατά του ελληνικού ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και όχι κατά της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρείας, η οποία δεν υπήρξε διάδικος ούτε στο Εφετείο, ούτε σε όλη τη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, αφού απευθύνονται κατά μη διαδίκου.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. Α.Π. 9/2013). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. α', 5 παρ. 2 - 3, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1-2, 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 και 43 παρ. 6 του ν. 2094/1992 (προϊσχύων Κ.Ο.Κ.) συνάγεται ότι με την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δημιουργείται εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, του οποίου η κατ' αυτής αξίωση προς αποζημίωση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ενώ η κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην αστυνομική αρχή βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή η από τον ίδιο απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως αποτελούν, ειδικώς στην περίπτωση αυτή, πρόταση της έχουσας εκδώσει τη βεβαίωση ή το δελτίο ασφαλιστικής εταιρίας, με την αποδοχή της οποίας που μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, η εκ της οποίας ευθύνη της αναδεχόμενης εταιρίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 472 έως 475 ΑΚ, και έτσι η σε αδικοπραξία στηριζόμενη αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου προς αποζημίωση του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ', 4 παρ. 3 περ. α', 5 παρ. 3, 10 παρ. 1, 11 παρ.1, 27 παρ. 1 και 31 παρ. 4 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως (Γ.Δ.Α.), σε περίπτωση προκλήσεως στην Ελλάδα ατυχήματος από αυτοκίνητο με πινακίδα κυκλοφορίας άλλης χώρας και υπό τις οριζόμενες από τις διατάξεις του νόμου τούτου προϋποθέσεις, υποχρεούται, παραλλήλως προς τα συνδεόμενα με το αυτοκίνητο πρόσωπα, να καταβάλει στους παθόντες αποζημίωση, εντός των ορίων του νόμου αυτού, για λογαριασμό αλλοδαπών γραφείων διεθνούς ασφαλίσεως. Για την καταβολή της αποζημιώσεως οι παθόντες έχουν ευθεία αγωγή κατ" αυτού. Δεδομένου δε ότι το Γ.Δ.Α. επιτελεί ουσιαστικώς λειτουργία ασφαλιστή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύουν και γι' αυτό, κατ' ανάλογη εφαρμογή, οι αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις, ως προς την παραγραφή των αξιώσεων των ζημιωθέντων τρίτων και την κατάρτιση σωρευτικής αναδοχής χρέους μεταξύ αυτών και του Γ.Δ.Α. Η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής προϋποθέτει αυτονοήτως ότι το δελτίο διεθνούς ασφαλίσεως έχει εκδοθεί από το ελληνικό Γ.Δ.Α. Έτσι, σε περίπτωση που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου με ξένη πινακίδα κυκλοφορία κατέχει ένα τέτοιο δελτίο, το οποίο έχει εκδοθεί από αλλοδαπό γραφείο διεθνούς ασφαλίσεως ή από αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους καταρτίζεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, μόνο μεταξύ του αλλοδαπού εκδότη και του ζημιωθέντος τρίτου. Έναντι του Ελληνικού Γ.Δ.Α. η σύμβαση αυτή δεν αναπτύσσει καμία δεσμευτική ενέργεια, αφού τούτο υπό καμία ιδιότητα δεν μετέχει στη σύμβαση αυτή. Στην περίπτωση συνεπώς αυτή οι αξιώσεις του ζημιωθέντος τρίτου κατά του Γ.Δ.Α. υπόκεινται στην οριζόμενη από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 διετή παραγραφή (Α.Π. 1518/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθ' όσο μέρος με αυτόν υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1054/2010, Α.Π. 2328/2009). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για τα εις το λόγο αυτό ζητήματα είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τα εν λόγω ζητήματα, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί ούτε με την έφεση, ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου. Πέραν τούτου είναι και αβάσιμος, διότι, όταν δημοσιεύθηκε η 270/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσείοντος, η οποία βεβαίωσε την όλη αξίωση του από αδικοπραξία, είχε ήδη συμπληρωθεί η διετής παραγραφή της κατά του Γ.Δ.Α. αξίωσης του (από την 30-9-1999).Ως προς την Αλβανική Ασφαλιστική Εταιρεία και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα για τους άλλους δύο λόγους (διότι απευθύνεται κατά μη διαδίκου).
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. έκθ. κατάθεσης 3/2011 αίτηση για αναίρεση της 81/2009 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή