Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 749 / 2019    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 749/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ.-Ζ.-Π.-Λ. Α. του Ζ. Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Κακίση και Απόστολο Σοφιαλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204ΤΜ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 131/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 1-11-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ. τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά των εν λόγω πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830 και 19.6.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Όμως την εποχή της Τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου. Αυτό συνέβαινε γιατί τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου, αλλά ειρηνικά με την οικειοθελή υποταγή τους κατόπιν συνθηκών που συνάφθηκαν μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρός ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία συνεπώς εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα. Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου (και όχι μόνον των Κυκλάδων) αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη "Διασάφηση" (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του Νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 "περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών από 26.5/7.6.1835" όπου γινόταν αναφορά στο "ιδιότροπο της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο σχεδόν όλες οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί Τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα". Επομένως οι ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Τούτο όμως συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κων/λης, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τους βοσκότοπους και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου και τούτο γιατί οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του Κράτους αυτού. Μετά δε την επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα προαναφερθέντα Πρωτόκολλα και Συνθήκη, οπότε προσδιορίστηκε η Χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμία αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα θα ανήκαν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013 ΑΠ 1182/2018). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελλ. Δημόσιο. Έτι περαιτέρω, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ' αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 396/16). Προσέτι με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της. Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 596/2016).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 438 Κ.ΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή την βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Ακόμη, κατ' άρθρ. 440 του ιδίου, ως άνω κώδικος, τα έγγραφα που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο αποτελούν πλήρη απόδειξη, για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο• επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
ΙΙΙ. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 Κ.ΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Προσέτι, κατά τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, επιτρέπεται αναίρεση αν δεν ελήφθησαν υπόψιν επικληθέντα και προσκομισθέντα υπό των διαδίκων αποδεικτικά μέσα, έστω και αν υπάρχει αμφιβολία, δηλαδή αν δεν είναι αδιστάκτως βέβαιον, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αυτά. Περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ. 12 του άνω άρθρ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ήτοι, ο προκείμενος αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως (σύμφωνα με το σύστημα νομικών αποδείξεων). Ειδικότερα, ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων (άρθρ. 339 ΚΠολΔ), θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστού ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτήν, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από αυτήν που του αποδίδει ο νόμος ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης σε περίπτωση που δημόσιο έγγραφο συνεκτιμήθηκε, ελεύθερα, με τις λοιπές αποδείξεις, όχι για άμεση απόδειξη, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτι, περαιτέρω, κατ' αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 §1 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ. και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος δε αυτός δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, καθώς επίσης και όταν η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία αφορά σε επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά (που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων).
IV. Η προσβαλλόμενη 131/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Μ. Β. και Ε. Γ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, από την υπ' αριθμ. ..5 5 8/24-10- 2012 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ε. Α. που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της άλλης πλευράς (βλ. υπ' αριθμ…..69/18-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Χ. Ν.), [η υπ' αριθμ. …26/9-9-2010 ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφους Σ. Λ. δεν λαμβάνεται υπόψη, λόγω μη κλήτευσης της άλλης πλευράς], από τις φωτογραφίες, σε συνδυασμό με την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Δ. και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ' αριθμ…..30/22-2-2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αγόρασε από τους Μ. Β. του Ι. και τη Μ. Δ. θυγατέρα του Ι. Β., ένα αγροτικό ακίνητο, κείμενο στη θέση "..." της ... της περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου …. εμβαδού 6.920 τμ, το οποίο απεικονίζεται περιμετρικά υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε- Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο υπό κλίματα 1:1500 και από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Γ. Ψ. και σύμφωνα με αυτό συνορεύει βόρεια επί πλευρών διαγράμματος Ζ-Η μήκους 33,55 μέτρων, και Ι-Α μήκους 13,55 μέτρων και από βορειοδυτικά επί πλευρών διαγράμματος Θ-Η μήκους 22,75 μέτρων και Θ-Ι μήκους 41,75 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β., δυτικά-νοτιοδυτικά επί πλευράς διαγράμματος Α-Β μήκους 26,10 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. και επί πλευράς διαγράμματος Β-Γ μήκους 40 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Π., νοτιοανατολικά, επί πλευράς διαγράμματος Γ-Δ μήκους 73 μέτρων με λοιπό τμήμα αρχικής ιδιοκτησίας Ε. Π. εν μέρει και εν μέρει με μονοπάτι πλάτους 4 μέτρων, ανατολικά-βορειοανατολικά, επί πλευράς διαγράμματος Δ-Ε μήκους 68 μέτρων και από ανατολικά επί πλευράς διαγράμματος Ε-Ζ μήκους 6,50 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Α. Σ.. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει του υπ' αριθμ….11/16-10-2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αγόρασε από τους ίδιους ως άνω πωλητές Μ. Β. και Μ. Δ., ένα άλλο όμορο ακίνητο, εμβαδού 3.911 τμ, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, κείμενο στην ίδια ως άνω θέση "..." της περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., που απεικονίζεται με τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 1 -2-3-4-5-6-7-7 '-34 '-35-1 στο υπό κλίμακα 1:1500 και από Αυγούστου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Λ. και συνορεύει βόρεια-βορειοδυτικά επί πλευράς διαγράμματος 7'-34'μήκους 71 μέτρων με το ακίνητο ιδιοκτησίας του, εμβαδού 6.920 τμ που αγόρασε ο ενάγων με το υπ' αριθμ….20/22-2-2000 συμβόλαιο, δυτικά-νοτιοδυτικά, επί πλευράς διαγράμματος 34'-35 μήκους 23,75 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Ε. Π. και ήδη Κ. Δ. και επί πλευράς διαγράμματος 35-1, μήκους 46,90 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην Ε. Π. και ήδη Κ. Δ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Φ. Π., νότια-νοτιοδυτικά, επί πλευρών διαγράγμματος 1-2 μήκους 9 μέτρων και 2-3 μήκους 17,55 μέτρων, δυτικά-νοτιοδυτικά επί πλευράς διαγράμματος 3-4 μήκους 3,20 μέτρων, νότια επί πλευρών διαγράμματος 4-5 μήκους 22,25 μέτρων και 6-7 μήκους 2.45 μέτρων και νότια-νοτιοανατολικά επί πλευράς διαγράμματος 5-6- μήκους 3 μέτρων με δημοτική οδό μεταβλητού πλάτους, ανατολικά-βορειοανατολικά επί πλευράς διαγράμματος 7-7'μήκους 90,30 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. Α. Σ.. Περαιτέρω, με το αυτό ως άνω υπ'αριθμ….11/16-10-2003 συμβόλαιο, ο ενάγων συνένωσε το αγροτεμάχιο που αγόρασε με το συμβόλαιο αυτό, επιφανείας 3.911 τμ με το όμορο προς αυτό αγροτεμάχιο που αγόρασε με το υπ' αριθμ….30/22-2-2000 συμβόλαιο, επιφάνειας 6.920 τμ, κατά τρόπο ώστε τα δύο αυτά όμορα αγροτεμάχια να αποτελούν και να χρησιμοποιούνται ως ένα ενιαίο ακίνητο συνολικής επιφάνειας 10.831 τμ., το οποίο καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα με ΚΑΕΚ ...060/0/0. Το αγροτεμάχιο των 3.911 τμ, όπως άλλωστε και το άλλο αγροτεμάχιο των 6.920 τμ περιήλθαν στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Μ. Β. του Ι. και Μ. Δ., θυγατέρας Ι. Β., ως μέρος μεγαλύτερου αγροτεμαχίου από κληρονομιά της Ε. Π. χήρας του Ν. Π., θυγατέρας του Ι. Σ., η οποία απεβίωσε στην ... στις 24-12-1994. Η ανωτέρω αποβιώσασα κατέλιπε την υπ' αριθμ….33/6-12- 1994 δημοσία διαθήκης της, την οποία είχε συντάξει ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Α., η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα, δυνάμει του με αριθμό 4/13-1-1995 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και με βάση την άνω διαθήκη η αποβιώσασα Ε. Π. εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το επίδικο αγροτεμάχιο των 3.911 τμ στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος Μ. Β. του Ι. και Μ. Δ. θυγατέρα Ι. Β.. Οι άνω δικαιοπάροχοι-πωλητές του ενάγοντος απεδέχθησαν το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο των 3.911 τμ με την υπ'αριθμ.8.310/16-10-2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ το όμορο τμήμα των 6.920 τμ είχαν αποδεχθεί με την υπ' αριθμ.6.229/22-2-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, απεδείχθη ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην Ε. Π., ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης από κληρονομιά του συζύγου της Ν. Π. του Φ., ο οποίος απεβίωσε στην Άνω Σύρο στις 3-10-1992 992 και κατέλιπε την υπ' αριθμ....94/1-6-1978 δημοσία διαθήκη του, την οποία είχε συντάξει ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ. Π.. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε νόμιμα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../20-10-1992 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και η Ε. Π. αποδέχθηκε την παραπάνω κληρονομιά του συζύγου της Ν. Π., δυνάμει της υπ' αριθμ…..21/23-4-1993 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Τέλος, στον Ν. Π. του Φ. περιήλθε η μείζων έκταση, στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο με το υπ' αριθ. …6.676/12-3-1971 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο ο Ν. Π. του Φ. και ο αδελφός του Α. Π. του Φ. διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του παππού τους Ν. Π. του Λ., ο οποίος με την υπ' αριθμ. …92/4-6-1919 δημοσία διαθήκη του συμβολαιογράφου Ν. Κ. εγκατέστησε κληρονόμους τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί της μείζονος έκτασης τους εγγονούς του Α. και Ν. Π. του Φ.. Επίσης, απεδείχθη ότι τον Ιούλιο του 1993 συντάχθηκε για πρώτη φορά τοπογραφικό διάγρμμα του αρχικού ενιαίου ακινήτου από το μηχανικό Δ. Μ., εμφανίζοντας αυτό με έκταση 25.354 τμ. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι με την υπ' αριθμ. ...92/4-6-1919 διαθήκη περιγράφεται το αρχικό ενιαίο ακίνητο ως " σκληρή, εις την θέσιν "..." με αλώνιον, καλύβην και μάνδραν με τα συνεχόμενα κάτωθι αυτής χωράφια και αμπελάκια". Στο υπ' αριθμ…..676/12-3-1971 άνω διανεμητήριο συμβόλαιο το ενιαίο ακίνητο περιγράφεται ώς "μία σκληρή, κείμενη εις την θέσιν ..., επονομαζόμενης ..., περιεχούσης μία μάνδρα, αλώνιον και εχούσης έκτασιν τεσσάρων στρεμμάτων με συνεχόμενης αμπέλον (πρώην χωράφιον) εκτάσεως ενός στρέμματος, συνορευομένων της σκληρής μετά της αμπέλου με κτήματα Μ. Ζ. Δ., Ι. Β., Ν. Π. Δ. και με δρόμον δημόσιον". Ακολούθως, στην υπ' αριθμ. 2.221/23.4.1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς το αρχικό ακίνητο περιγράφεται ως "μία σκληρή, που βρίσκεται στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ..., υπονομαζόμενη Α..., εμβαδού 12 στρεμμάτων μαζί με συνεχόμενη άμπελο εμβαδού 1.500 τ.μ. Το όλο ακίνητο περιέχει δύο μαντριά και συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρομο, με ιδιοκτησίες κληρονόων Ι. Β., Σ. Π., Ζ. Δ., Φ. Π., Ι. Π., Μ. Π., Α., Μ. και Σ. Β. και Α. Π.". Περαιτέρω, απεδείχθη ότι από το αρχικό ακίνητο η Ε. Π. πώλησε με το υπ' αριθμ….69/21-10-1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα ένα τμήματου, εμβαδού 14.523 τμ στην Σ. Α.- Σ. περιγράφοντας το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ως "μία σκληρή, που βρίσκεται στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ..., επονομαζόμενη Α..., η οποία έχει εμβαδόν 12.000 τμ με συνεχόμενη άμπελο, εμβαδού 1.500 τμ". Τέλος στις υπ' αριθμ….29/22-2-2000 και ….10/16-10-2003 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς (η δεύτερη αφορά το επίδικο) περιγράφονται τα ακίνητα ως αγροτεμάχια. Από όλα τα ανωτέρω συμβόλαια, πλήρως προκύπτει ότι το αρχικά ενιαίο ακίνητο περιελάμβανε χωράφι, αμπέλι και τη "σκληρή", όπου μέσα στην τελευταία βρίσκονταν το αλώνι, η καλύβα και το μαντρί. Μάλιστα από αεροφωτογραφία του 1983, η οποία αναλύεται στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Δ., για το αρχικό ενιαίο ακίνητο διακρίνεται η εξωτερική περίφραξη από λιθοδομή, οι καλλιέργειες, το παλαιό αλώνι και τα μαντριά. Επίσης, απεδείχθη ότι η Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων με το αριθμ.πρωτ.3752/14-0-1993 έγγραφο της και κάνοντας χρήση του από Ιουλίου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Δ. Μ., δηλαδή μεταγενέστερο της αεροφωτογραφίας, χαρακτήρισε έκταση εμβαδού 10.830,25 τμ (τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο τμήμα των 3.911 τμ) ως βραχώδη χορτολιβαδική, εμπίπτουσα στην παρ.6β του άρθρου 3 του ν.998/1979. Όμως, με μεταγενέστερο έγγραφο με αριθμ.πρωτ.4223/17-1-2000η Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων αναφερόμενη στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και για την ίδια έκταση των 10.830,25 τμ πληροφορεί ότι το μεν τμήμα εμβαδού 6.290 τμ έχει τεθεί οριστικά εκτός πλαισίου των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, το δε υπόλοιπο εμβαδό 3.910,25 τμ (επίδικο) είναι χορτολιβαδική εμπίπτουσα στην παρ.6β του άρθρου 3 του ν. 998/1979, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.πρωτ.3/17-1-2000 βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων. Όμως, με βάση τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της επίδικης έκτασης και της όλης γύρω περιοχής, σε συνδυασμό με τις αεροφωτογραφίες, όχι μόνο του 1983, αλλά και των ετών 1996,1960 και 1945 αλλά και την ανωτέρω τεχνική έκθεση (σελ.84) διαπιστώνεται ότι μεταξύ των δύο ανωτέρω τμημάτων του ακινήτου των 6.920 τμ και των 3.911 τμ (επίδικο) δεν υπάρχει κάποιο εμφανές μορφολογικό χαρακτηριστικό που να δικαιολογεί τη διαφορετική αντιμετώπιση τους, το έδαφος είναι όμοιο με το έδαφος της γύρω περιοχής, όλο τον τελευταίο αιώνα είχε περίφραξη, αλώνι και μαντρί, ανήκον σε ιδιώτες που χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση ζώων, και ουδέποτε το εναγόμενο είχε προβάλλει δικαιώματα στο αρχικά ενιαίο ακίνητο και ως εκ τούτου πρόκειται και καθαρή γαία που ανέκαθεν ήταν ιδιωτική και όχι για χορτολιβαδική έκταση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται α) από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Α., που κατέθεσε ότι το ακίνητο αυτό ανήκε πάντα σε ιδιώτες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το αλώνι και τα μαντριά, β) από την κατάθεση του μάρτυρα Μ. Β., ο οποίος κατέθεσε ότι ανέκαθεν το ακίνητο ήταν περιφραγμένο με ξερολιθιά και είχε αλώνι και μαντρί, που δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος Ε. Γ., η οποία κατέθεσε ότι η περιοχή φαίνεται ενιαία, (άρα δεν υπάρχει κάποιο μορφολογικό χαρακτηριστικό που να διαφοροποιεί τα δύο όμορα ακίνητα του ενάγοντος) ότι μπορεί να βοσκούσαν ζώα και ότι δεν έχει εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Ομοίως, δεν αναιρούνται από την υπ' αριθμ.415/1999 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, που κρίνει το επίδικο ως χορτολιβαδική έκταση και τη μη αμφισβήτηση αυτής από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, αφού πλήρως απεδείχθη ότι το επίδικο αποτελεί καθαρή ιδιωτική γαία, λόγω των αγροτικών εργασιών που γίνονται για τουλάχιστον έναν αιώνα. Επομένως, το επίδικο αποτελεί καθαρή γαία ιδιωτική, εξουσιαζόμενη τουλάχιστον από το 1919 από ιδιώτες και δεν αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, ο δεν ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου αυτού με παράγωγο τρόπο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το επίδικο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, δεν εμπίπτει στο υπ' αριθμ. 26.676/12.3.1971 διανεμητήριο συμβόλαιο και ο ενάγων δεν έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς το ακίνητο αυτό, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτών γενομένων ως βασίμων του 9ου και 10ου λόγου έφεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης περί τεκμηρίου κυριότητας επί χορτολιβαδικών εκτάσεων και περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως του επιδίκου". Επί τη βάσει των παραδοχών αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή από ουσιαστικής απόψεως της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού εξαφάνισε την 204/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, για την αναγνώριση της κυριότητας αυτού με παράγωγο τρόπο επί του επιδίκου (εμβαδού 3911μ2) ακινήτου στην Άνω Σύρο.
V. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ το αναιρεσείον αναφέρεται στην επί των λιβαδίων και βοσκοτόπων κυριότητά του, βάσει του άρθρ. 1 ΒΔ 3/15.12.1833 "Περί ορισμού του φόρου βοσκής κ.λ.π.", που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού κράτους κατά τον χρόνο ισχύος των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά την διαδικασία του ανωτέρω ΒΔ/τος, τεκμήριο που ισχύει, κατά το αναιρεσείον, και στις Κυκλάδες.
Ωσαύτως το αναιρεσείον με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, διότι αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε τις άνω διατάξεις (Πρωτοκόλλων Λονδίνου, Συνθήκης Κωνσταντινουπόλεως, του ν. περί φόρου βοσκής, και του β.δ. από1 7.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών) και αφετέρου εσφαλμένα δεν τις εφήρμοσε ενώ εξ ετέρου δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά (πέραν του έτους 1919) ούτε σε τίτλους, ούτε σε δικαιοπαρόχους, του αναιρεσιβλήτου ούτε σε συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτών, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Ο υπό το προεκτετιθέμενο περιεχόμενο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δέχθηκε (ανελέγκτως) το χαρακτήρα, του επιδίκου ακινήτου (των 3.911 μ2) ως γαίας καθαράς ιδιοκτησίας, (κυριαρχικώς εξουσιαζόμενης τουλάχιστον από το έτος 1919) και τον παράγωγο υπό του αναιρεσιβλήτου επ' αυτού (επιδίκου) τρόπο κτήσεως της κυριότητας. Όπως δε επισκοπήθηκε, κατά τα δεκτά, υπό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου γενόμενα, το ότι, το διαφιλονικούμενο ακίνητο δεν είναι χορτολιβαδική έκταση, αποδεικνύεται και από τις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αεροφωτογραφίες, (στις οποίες η μορφολογία του εδάφους του επιδίκου είναι όπως και του ομόρου αδιαμφισβητήτου μη δασικού χαρακτήρος ακινήτου, των 6.290 μ2). Με τον ίδιο αυτόν λόγο (πρώτο) αναιρέσεως το αναιρεσείον περαιτέρω προσάπτει, ότι το Εφετείο με τις παραδοχές, της αποφάσεώς του υπέπεσε στην προμνησθείσα πλημμέλεια και εκ του ότι παραβίασε τις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητος προπαρατεθείσες διατάξεις καθόσον, συμφώνως προς τα δεκτά γενόμενα, δεν συνέτρεχαν, οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού οι συμβληθέντες στις άνω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν είχαν αποκτήσει κυριότητα, ώστε να μπορούν να μεταβιβάσουν το επίδικο στον αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι επί του επιδίκου (βοσκοτόπου και ήδη χορτολιβαδικής μορφής) κυριότητα αυτού (αναιρεσείοντος) δεν καταλύθηκε από τους απωτέρους και απωτάτους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου με επί τριακονταετία προ του 1915 καλόπιστη χρησιδεσποτεία και ότι, εν πάση περιπτώσει, τυχόν πράξεις νομής δεν εγένετο καλοπίστως και διανοία κυρίου από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτοί δεν αγνοούσαν τα δικαιώματα του Δημοσίου, αλλά απλώς προέβαιναν σε βόσκηση των ποιμνίων τους. Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, το επίδικο ως γαία καθαράς ιδιοκτησίας ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και παραγώγως περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου από αληθείς κυρίους.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 13 του άνω άρθρου, καθόσον "ο αναιρεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως που είχε, αφού δεν μπόρεσε να αναχθεί προ του 1919, οπότε και ανάγεται ο απώτατος τίτλος του, ήτοι ή ...92/4.6.1919 δημοσία διαθήκη του απωτέρου δικαιοπαρόχου του Ν. Λ. Π., προκειμένου να θεμελιώσει τα συγκροτούντα την αντικειμενική βάση της αγωγής του πραγματικά περιστατικά και ότι όφειλε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα της αγωγής". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τις επισκοπηθείσες (και ανέλεγκτες αναιρετικώς) παραδοχές του, αφού έκρινε ότι περιήλθε η κυριότητα του επιδίκου στον αναιρεσίβλητο παραγώγως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έτσι αναγνώρισε την κυριότητα αυτού επί του επιδίκου, χωρίς να απαιτείται να αναχθεί στον τρόπο κτήσης κυριότητος των απώτατων δικαιοπαρόχων του πριν από το έτος 1919.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ υπό, την έννοια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ελήφθη υπόψιν το 6426/11/7.8.2012 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Ν. Κυκλάδων, στο οποίο περιλαμβάνεται φωτοερμηνεία των επισυναφθεισών αεροφωτογραφιών. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, όχι μόνον από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπου αναγράφεται ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι, με επίκληση προσκόμισαν, αλλά και περαιτέρω από την επισκόπηση των παραδοχών, της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βεβαία η λήψη υπόψιν του πιο πάνω εγγράφου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου του. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ψέγει το Εφετείο ότι υπέπεσε στην υπ' αρ. 1 του άνω άρθρου πλημμέλεια και δη ότι: "Εν προκειμένω, για την επίδικη• έκταση 1 έχουν εκδοθεί το υπ' αριθ. 3751/14.10.1993 έγγραφο της Δ/νσης Δάσών Ν. Κυκλάδων, με την επισυναπτόμενη έκθεση αυτοψίας, η υπ' αριθμ. 415/1999 πράξη χαρακτηρισμού της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και η υπ' αριθμ. πρωτ. 40/17.1.2000 βεβαίωση τελεσιδικίας της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων, οι οποίες έχουν συνταχθεί από τα αρμόδια διοικητικά όργανα, εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους (κατ' άρθρο 14 του ν. 998/1979), σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν ανακληθεί ούτε ακυρωθεί. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω πράξεις τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν πλήρη απόδειξη αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται και την ουσιαστική κρίση των οργάνων που τις εξέδωσαν, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα (αρχή νομιμότητας της διοίκησης). Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού και τη σχετική βεβαίωση τελεσιδικίας, τις οποίες νομίμως είχαμε προσκομίσει και επικαλεσθεί τόσο πρωτοδίκως (σελ. 13 των προτάσεών μας) όσο και κατ' έφεση (σελ. 14 των προτάσεών μας), η επίδικη έκταση είναι χορτολιβαδικής μορφής, χωρίς να αναγνωρίζονται ποτέ κατά το παρελθόν στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας, συνεπώς εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 6β του άρθρόυ 3 του ν. 998/1979.
Εντούτοις, με την αναιρεσιβαλλομένη έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...Όμως, με μεταγενέστερο έγγραφο με αριθμ. πρωτ. 4223/17.1.2000 η Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων αναφερόμενη στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και για την ίδια έκταση των 10.830,25 τ.μ. πληροφορεί ότι το μεν τμήμα εμβαδού 6.290 τ.μ. έχει τεθεί οριστικά εκτός πλαισίου των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, το δε υπόλοιπο εμβαδά 3.910,25•τ.μ. (επίδικο) είναι χορτολιβαδίκή εμπίπτουσα στην παρ. 6β του άρθρου 3 του ν. 998/1979, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/17.1.2000 βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων. Όμως, με βάση τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της επίδικης έκτασης και της όλης γύρω περιοχής, σε συνδυασμό με τις αεροφωτογραφίες, όχι μόνο του 1983, αλλά και των ετών 1996, 1960 και 1945, αλλά και την ανωτέρω τεχνική έκθεση (σελ. 84) διαπιστώνεται ότι μεταξύ των δύο ανωτέρω τμημάτων του ακινήτου των 6.920 τ.μ. και των 3.911 τ.μ. (επίδικο) δεν υπάρχει κάποιο εμφανές μορφολογικό χαρακτηριστικό που να δικαιολογεί τη διαφορετική αντιμετώπισή τους, το έδαφος είναι όμοιο με το έδαφος της γύρω περιοχής, όλο τον τελευταίο αιώνα είχε περίφραξη, αλώνι και μαντρί, ανήκον σε ιδιώτες που χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση ζώων και ουδέποτε το εναγόμενο είχε προβάλλει δικαιώματα στο αρχικά ενιαίο ακίνητο και ως εκ τούτου πρόκειται για καθαρή γαία που ανέκαθεν ήταν ιδιωτική και όχι για χορτολιβαδίκή έκταση." (σελ. 10 αναιρεσιβαλλομένης).
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο παραβίασε εν προκειμένω την ανώτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 του ν. 998/1979, αλλά και τη γενική αρχή του διοικητικού δικαίου περί της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, αφού αγνόησε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 415/1999 πράξη χαρακτηρισμού της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και την υπ' αριθμ. 40/17.1.2000 βεβαίωση τελεσιδικίας της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και ουδόλως τις έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση είναι καθαρή ιδιωτική γαία. Ωστόσο, η ουσιαστική εκτίμηση των αρμοδίων διοικητικών οργάνων για την πραγματική κατάσταση του επιδίκου, όπως αποτυπώνεται αυτή στην ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού και τη σχετική βεβαίωση τελεσιδικίας, δηλ. όσον αφορά το χορτολιβαδικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, ήταν δεσμευτική για το δικάσαν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο όφειλε, αφού διενεργήσει παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητάς της πράξης χαρακτηρισμού, κατά τα ανωτέρω, και την βρει νόμιμη, να την λάβει υπόψη προσηκόντως, πράγμα που ουδόλως έπραξε". Ο λόγος αυτός που αφορά στην φερόμενη δεσμευτικότητα του προμνησθέντος άρθρου 14 του ν. 998/79, είναι αβάσιμος, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού, δεν είναι, (καθόσον αφορά στην προκειμένη υπόθεση) δεσμευτική (ΑΠ 1182/18), συμφώνως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Προσέτι, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο το αναιρεσείον αιτιάται, ότι, άλλως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην υπ' αρ. 12 του ιδίου (559 ΚΠολΔ) άρθρου πλημμέλεια, διότι, ενώ από δημόσια έγγραφα και, συγκεκριμένα, από το 3751/14.10.1993 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Ν. Κυκλάδων με την επισυναπτόμενη έκθεση αυτοψίας, την 415/1999 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, το 6426/11/7-8-2012 έγγραφο - φωτοερμηνείας της Δ/νσεως Δασών Ν. Κυκλάδων με τις επισυναπτόμενες αεροφωτογραφίες και την 40/17.1.2000 βεβαίωση τελεσιδικίας της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων, προκύπτει, κατά πλήρη απόδειξη, ο χορτολιβαδικός χαρακτήρας του επιδίκου, εντούτοις το Εφετείο εκτίμησε ελευθέρως τα ως άνω υπό του αναιρεσείοντος επικληθέντα και προσκομισθέντα κρίσιμα έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως αναπτύσσεται στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτήν την, βεβαίωση, επίσης τα εν θέματι έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, για το οποίο επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Εν προκειμένω ούτε η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 438 Κ.ΠολΔ συνέτρεξε, αλλά ούτε πρόκειται για εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 440 Κ.ΠολΔ, αφού το δικαστήριο της ουσίας (το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο για την αναγνώριση κυριότητας του επίδικου ακινήτου) μέσω της αποδεικτικής διαδικασίας (με επιτρεπόμενη ανταπόδειξη), συνεκτίμησε, (ελεύθερα), όλα τα ενώπιόν του με επίκληση εκατέρωθεν προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω έγγραφα. Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, διότι στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών, άλλως ένεκα ανεπαρκών, άλλως αντιφατικών τοιούτων επί κρισίμων ζητημάτων και δη ως προς: α) τον ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος), ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου "δικαιώματι πολέμου, βάσει διαδοχής από το Τουρκικό δημόσιο, αλλά και βάσει του ΒΔ της 3/15.12.1833 ως χορτολιβαδικής έκτασης πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 1, αυτού, αλλά και κατά την ισχύ αυτού και κατόπιν μέχρι τις 11.9.1915 και στη συνέχεια, έως σήμερα και ότι έτσι απέκτησε αυτήν (κυριότητα) και με έκτακτη χρησικτησία, β) τον χαρακτήρα του επιδίκου ως χορτολιβαδικού χαρακτήρος και γ) τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί κτήσεως κυριότητος του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, το αναιρεσείον εκθέτει τις ακόλουθες αντιστοίχως αιτιάσεις και προσάπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη εδέχθη τα ανωτέρω δίχως να διευκρινίζει: α) σε ποιόν ανήκε η κυριότητα των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων πριν την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβολαίων, τα οποία εξικνούνται μέχρι του 1919. β) ποια η μορφολογική κατάσταση αυτών, δηλ, επρόκειτο περί δημόσιας γαίας (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση) ή γαίας καθαρής ιδιοκτησίας (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και στη συνέχεια, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ. της 3/15.12.1833. γ) ποιο ακριβώς ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) που είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους απώτερους δικαιοπαρόχους του αντιδίκου και με ποιόν τρόπο μετεξελίχθη αυτό στη συνέχεια σε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και δ) εάν οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα 30 χρόνια μέχρι τις 12.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και είχαν καταστεί ή όχι κύριοι με βάση τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Επιπλέον, με την προαναφερθείσα κρίση, το δικάσαν Εφετείο, άνευ ειδικότερης αιτιολογίας, εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι, το επίδικο είναι "ιδιωτική καθαρή γαία" και όχι δημόσια και, επομένως, δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, απέκτησε κυριότητα σε αυτή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, δίχως να χρειάζεται να αναχθούν σε πράξεις νομής πέραν του 1915 και μάλιστα τριάντα τουλάχιστον έτη πριν (1885). Τούτο δε δίχως να διευκρινίζει πως έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα και εάν την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας επί του επιδίκου υπήρχε οικοδομή, εργαστήρι ή επρόκειτο περί αμπέλου ή κάτι παρόμοιο, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω (Α.Π.Ολ. 1/2013). μόνον επί ακινήτων αυτής της μορφής υφίστατο καθαρή ιδιοκτησία την εποχή εκείνη.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η κυριότητα του αντιδίκου επί της επίδικης έκτασης δε θα ήτο δυνατή, εφόσον επρόκειτο πέρί χορτολιβαδικής δημόσιας έκτασης, η οποία στα συμβόλαια της εποχής αναφέρονταν ως "σκληρή", αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο αναιρεσίβλητος θα έπρεπε να αναχθεί σε χρόνο έως το 1885 για να αποδείξει τη νομή των προκατόχων του σε βάρος του Δημοσίου και μάλιστα διανοία κυρίου και καλή τη πίστει. Είναι δηλαδή, εν προκειμένω, κρίσιμος ο χαρακτήρας του επιδίκου ως χορτρλιβαδικός ή μη για το ζήτημα της απόκτησης δικαιώματος κυριότητας σε βάρος του Δημοσίου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου έγινε δεκτός ο χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου ως ιδιωτικής γαίας καθαρής ιδιοκτησίας, η οποία, επομένως, δεν περιήλθε στο αναιρεσείον ως δορυάλωτη, ούτε είναι, (όπως περαιτέρω έγινε δεκτό απ' το δευτεροβάθμιο δικαστήριο), χορτολιβαδική έκταση, αλλά ότι περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο (κατά τα ωσαύτως δεκτά, ως άνω, γενόμενα), και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα έκτακτης χρησιδεσποτείας επί 30ετία έως τις 11.9.1915.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.11.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Ζ. - Π. Λ. Α., περί αναιρέσεως της 131/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή