Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1785 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Βιασμός.




Περίληψη:
Παραπεμπτικό βούλευμα για βιασμό. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη της ιατροδικαστικής έκθεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1785/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 159/30.4.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 7/27-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (...) και ήδη κρατούμενου προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή ..., η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο και στρέφεται κατά του με αριθμό 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με τ με αριθμό 1631/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης του βιασμού (παρ. άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 168/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (διορθωθέν με το με αριθμό 736/2009 όμοιο), το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, ο αναιρεσείων, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 17-3-2009 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 27-3-2009, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 7/2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος για τους οποίους ζητείται η αναίρεση του βουλεύματος αυτού.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει να προκύπτει όμως ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερογια το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη επεξήγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένης εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ( Βλ. ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ 697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ'-795).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 336 § 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου ανεξαρτήτως φύλλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι άλλον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ'ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε σθεναρά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη θέλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανώς από δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε την βούληση του θύματος να αντισταθεί. Επιπλέον απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος περιλαμβάνει ακόμη τη γνώση ότι ο παθών δεν συναινεί στην τέλεση αυτής ( ΑΠ 1608/07, ΑΠ 57/07, ΑΠ 1/07).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ διέμενε στη ..., ... και διατηρούσε φιλικούς δεσμούς, με την οικογένεια του ΑΑ, ο οποίος κατοικεί με τη γυναίκα του ΒΒ και τα παιδιά τους ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ στα ... . Επίσης ο εκκαλών διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ΣΤ, θείο της παθούσας ανήλικης ΓΓ και με την ΖΖ, γιαγιά της παθούσας, οι οποίοι διαμένουν και αυτοί στη ... .
Ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 5/4/2007 και περί ώρα 13.00 μμ επισκέφθηκε την ΖΖ στην οικία της και της είπε ότι ήθελε, εν όψει των εορτών του Πάσχα, να αγοράσει ως δώρο στην εγγονή της και παθούσα ανήλικη ΓΓ, που είχε γεννηθεί την 14/12/1993, ένα ζευγάρι παπούτσια. Κατόπιν αυτού και εν όψει της εμπιστοσύνης που του είχε η ΖΖ επέτρεψε αυτή στον εκκαλούντα να μεταβεί αυτός με την ανήλικη παθούσα σε σχετικό εμπορικό κατάστημα. Έτσι ο εκκαλών αφού επιβίβασε στο με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του την ανήλικη παθούσα ΓΓ, την οδήγησε στο κατάστημα "..." ..., το οποίο βρίσκεται σε παράλληλη οδό της Εθνικής Οδού ...- ... .Ακολούθως ο εκκαλών, αφού στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο του, αγόρασε από το εν λόγω κατάστημα μια φιάλη, περιέχουσα, οινοπνευματώδες ποτό, την οποία έδωσε στην παθούσα, προς πόση του περιεχομένου της, λέγοντος της ότι θα ξεδιψούσε με αυτό. Εν συνεχεία ο εκκαλών οδήγησε το αυτοκίνητο του κοντά στο κατάστημα, σε μια αλάνα, όπου δεν είχε κόσμο, προκειμένου να πιει η παθούσα το ποτό που περιείχε η φιάλη, λέγοντας της ότι εκεί θα το έπινε αυτό με την ησυχία της. Πράγματι εκεί, σ' αυτόν τον ερημικό χώρο, η παθούσα άρχισε και έπινε το ποτό, ενώ ο εκκαλών της έλεγε για διάφορα πράγματα που της αγόρασε.
Κάποια στιγμή η παθούσα από το ποτό άρχισε να ζαλίζεται. Τότε αυτός, ενώ αυτή βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και ενώ άρχιζε αυτή να εμφανίζει συμπτώματα ζάλης, της είπε πλησιάζοντας την : "όταν σε βλέπω καβλώνω". Ξεκουμπώνοντας δε το παντελόνι του, έβγαλε το γεννητικό του όργανο και της είπε "θέλω να μου το γλύψεις". Η παθούσα εν όψει και του απόμερου σημείου που βρισκόντουσαν φοβήθηκε, βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και κάθισε στη συνέχεια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μαζεμένη από το φόβο της. Τότε ο εκκαλών την ακολούθησε και μπήκε και αυτός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου προκειμένου να τελέσει σε βάρος της την πράξη του βιασμού, της επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και βιαίως χωρίς τη θέληση της" της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο της, ενώ αυτή προσπαθούσε να τον σπρώξει μακριά της χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια της. Εν όψει όμως, αφ' ενός μεν της κατανάλωσης από την ανήλικη παθούσα, του ως άνω οινοπνευματώδους ποτού που της έδωσε ο εκκαλών με σκοπό να κάμψει την αντίσταση της, αφ' ετέρου δε των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, κάμφθηκε εν τέλει η αντίσταση, της παθούσης. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούμενος πέτυχε και έβαλε ένα δάκτυλο του εντός του κόλπου της παθούσας, κατ' απομίμηση της πράξεως της συνουσίας, χωρίς όμως να τη διακορεύσει, λέγοντας της ταυτόχρονα: "σ' αρέσει;". Στη συνέχεια τη φίλησε στο στόμα με δύναμη και προσπάθησε να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της. Τότε η παθούσα κατάφερε να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο με τα νύχια της και να αποτραβηχτεί από αυτόν, κάνοντας στη συνέχεια εμετό.
Ακολούθως ο εκκαλών είπε στην παθούσα: "πρέπει να φύγουμε, πέρασε η ώρα" και την οδήγησε με το ως άνω αυτοκίνητο του, στην οικία της γιαγιάς της ΖΖ, η οποία βρίσκεται στη ... . Καθ' οδόν ο εκκαλών είπε στην παθούσα "αν σε ερωτήσει η γιαγιά σου, γιατί είσαι ζαλισμένη, να της πεις, ότι πήγαμε σε χώρο με παιχνίδια από τα οποία και ζαλίστηκες". Στην οικία της γιαγιάς της παθούσας ο εκκαλών παρέμεινε για λίγη ώρα και μετά έφυγε. Εκεί ο ΣΤ, θείος της παθούσας, παρατήρησε τις εκδορές που προκάλεσε στο πρόσωπο του εκκαλούντα η παθούσα ανηψιά του, με τα νύχια της. Μετά την αποχώρηση του εκκαλούντα κατηγορουμένου η ανήλικη παθούσα ανέφερε το περιστατικό του βιασμού της στον αδελφό της ΕΕ και την επόμενη ημέρα στην γιαγιά της ΖΖ. Τελευταίοι ενημερώθηκαν οι γονείς της παθούσας ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι στις 10/4/2007 κατάγγειλαν τον εκκαλούντα στο ως άνω Τμήμα Ασφαλείας ... . Από τα παραπάνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά, βάσει του ως άνω αποδεικτικού υλικού, φρονούμε ότι, κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου Χ, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του, συνιστάμενες στο ότι αυτός τέλεσε την ως άνω αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη του βιασμού, δια των προπεριγραφεισών ασελγών πράξεων, που επιχείρησε αυτός, σε βάρος της παθούσας ανήλικης ΓΓ, με σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες επιθυμίες του, αφού προηγούμενα έκαμψε αυτός την αντίσταση της, ασκώντας επ' αυτής σωματική βία, καθ' ον τρόπο προπεριγράφηκε.
IV.- Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος αναφορικά με την πράξη του βιασμού για την οποία αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ειδικά ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως. Και τούτο διότι δεν μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων την από 11-4-2007 ιατροδικαστική έκθεση της ... ιατροδικαστού Αθηνών, η οποία ως πραγματογνωμοσύνη, διαταχθείσα από ανακριτικό υπάλληλο, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στο βούλευμα ή την απόφαση, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1897/2008, 2034/2008, 2069/2008). Όθεν βασίμως προβάλλει την σχετική αιτίαση ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι από την πλημμέλεια αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 484 § 1 εδ'δ' ΚΠΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβασίμως όμως προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας από την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα για την απόρριψή του διέλαβε την απαιτουμένη αιτιολογία και δεν προκλήθηκε εξ αυτού ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 292/03 Ποιν. Δικαιοσύνη 2003-σελ. 844, ΑΠ 960/2006 Ποιν. Δικαιοσύνη 2006-σελ. 1346).
V. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος πρέπει να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή η με αριθμό 7/27-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (...) και ήδη κρατούμενου προσωρινά στη Δικαστική Φυλακή ... . Και
2) Να αναιρεθεί το με αριθμό 168/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που μετείχαν στην προηγούμενη σύνθεσή του.
Αθήνα 30 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του σαρκική ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Για την εξ υποκειμένου συγκρότηση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Έτσι, έχει κριθεί ότι αποτελούν ασελγείς πράξεις με την παραπάνω έννοια και οι ψαύσεις και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος του θύματος, ο εναγκαλισμός και το καταφίλημα στο πρόσωπο και στο σώμα, εφ' όσον κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, η θωπεία του γεννητικού μορίου, η προστριβή του πέους στο σώμα του θύματος.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ., πρέπει δε, να δημιουργείται βεβαιότητα, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο.
Για τη βεβαιότητα όμως του αν λήφθηκε το παραπάνω αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται αυτό είτε στο προοίμιο του σκεπτικού είτε στο κείμενο της απόφασης ή του βουλεύματος, όταν από το όλο περιεχόμενό τους, προκύπτει αναμφίβολα ότι οι παραδοχές τους συμπίπτουν και ταυτίζονται με τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις της πραγματογνωμοσύνης, ενώ αντίθετα απαιτείται όχι μόνο η μνεία αυτής όταν οι παραδοχές αντιστρατεύονται με τα συμπεράσματά της αλλά και αιτιολόγηση της αντίθεσης των παραδοχών από τα τελευταία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι από της καταθέσεως των μαρτύρων, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ διέμενε στη ... και διατηρούσε φιλικούς δεσμούς, με την οικογένεια του ΑΑ, ο οποίος κατοικεί με τη γυναίκα του ΒΒ και τα παιδιά τους ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ στα ... . Επίσης ο εκκαλών διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ΣΤ, θείο της παθούσας ανήλικης ΓΓ και με την ΖΖ, γιαγιά της παθούσας, οι οποίοι διαμένουν και αυτοί στη ... . Ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 5/4/2007 και περί ώρα 13.00 μ.μ. επισκέφθηκε την ΖΖ στην οικία της και της είπε ότι ήθελε, εν όψει των εορτών του Πάσχα, να αγοράσει ως δώρο στην εγγονή της και παθούσα ανήλικη ΓΓ, που είχε γεννηθεί την 14/12/1993, ένα ζευγάρι παπούτσια. Κατόπιν αυτού και εν όψει της εμπιστοσύνης που του είχε η ΖΖ επέτρεψε αυτή στον εκκαλούντα να μεταβεί αυτός με την ανήλικη παθούσα σε σχετικό εμπορικό κατάστημα. Έτσι ο εκκαλών αφού επιβίβασε στο με αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του την ανήλικη παθούσα ΓΓ, την οδήγησε στο κατάστημα "...," ..., το οποίο βρίσκεται σε παράλληλη οδό της Εθνικής Οδού ...-.... Ακολούθως ο εκκαλών, αφού στάθμευσε εκεί το αυτοκίνητο του, αγόρασε από το εν λόγω κατάστημα μια φιάλη, περιέχουσα, οινοπνευματώδες ποτό, την οποία έδωσε στην παθούσα, προς πόση του περιεχομένου της, λέγοντος της ότι θα ξεδιψούσε με αυτό. Εν συνεχεία ο εκκαλών οδήγησε το αυτοκίνητο του κοντά στο κατάστημα, σε μια αλάνα, όπου δεν είχε κόσμο, προκειμένου να πιει η παθούσα το ποτό που περιείχε η φιάλη, λέγοντας της ότι εκεί θα το έπινε αυτό με την ησυχία της. Πράγματι εκεί, σ' αυτόν τον ερημικό χώρο, η παθούσα άρχισε και έπινε το ποτό, ενώ ο εκκαλών της έλεγε για διάφορα πράγματα που της αγόρασε. Κάποια στιγμή η παθούσα από το ποτό άρχισε να ζαλίζεται. Τότε αυτός, ενώ αυτή βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού και ενώ άρχιζε αυτή να εμφανίζει συμπτώματα ζάλης, της είπε πλησιάζοντας την: "όταν σε βλέπω καβλώνω". Ξεκουμπώνοντας δε το παντελόνι του, έβγαλε το γεννητικό του όργανο και της είπε "θέλω να μου το γλύψεις". Η παθούσα εν όψει και του απόμερου σημείου που βρισκόντουσαν φοβήθηκε, βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και κάθισε στη συνέχεια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μαζεμένη από το φόβο της. Τότε ο εκκαλών την ακολούθησε και μπήκε και αυτός στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όπου προκειμένου να τελέσει σε βάρος της την πράξη του βιασμού, της επιτέθηκε, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και βιαίως χωρίς τη θέληση της" της έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο της, ενώ αυτή προσπαθούσε να τον σπρώξει μακριά της χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια της. Εν όψει όμως, αφ' ενός μεν της κατανάλωσης από την ανήλικη παθούσα, του ως άνω οινοπνευματώδους ποτού που της έδωσε ο εκκαλών με σκοπό να κάμψει την αντίσταση της, αφ' ετέρου δε των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, κάμφθηκε εν τέλει η αντίσταση, της παθούσης. Έτσι ο εκκαλών κατηγορούμενος πέτυχε και έβαλε ένα δάκτυλο του εντός του κόλπου της παθούσας, κατ' απομίμηση της πράξεως της συνουσίας, χωρίς όμως να τη διακορεύσει, λέγοντας της ταυτόχρονα: "σ' αρέσει;". Στη συνέχεια τη φίλησε στο στόμα με δύναμη και προσπάθησε να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της. Τότε η παθούσα κατάφερε να τον γρατζουνίσει στο πρόσωπο με τα νύχια της και να αποτραβηχτεί από αυτόν, κάνοντας στη συνέχεια εμετό. Ακολούθως ο εκκαλών είπε στην παθούσα: "πρέπει να φύγουμε, πέρασε η ώρα" και την οδήγησε με το ως άνω αυτοκίνητο του, στην οικία της γιαγιάς της ΖΖ, η οποία βρίσκεται στη ... . Καθ' οδόν ο εκκαλών είπε στην παθούσα "αν σε ερωτήσει η γιαγιά σου, γιατί είσαι ζαλισμένη, να της πεις, ότι πήγαμε σε χώρο με παιχνίδια από τα οποία και ζαλίστηκες". Στην οικία της γιαγιάς της παθούσας ο εκκαλών παρέμεινε για λίγη ώρα και μετά έφυγε. Εκεί ο ΣΤ, θείος της παθούσας, παρατήρησε τις εκδορές που προκάλεσε στο πρόσωπο του εκκαλούντα η παθούσα ανηψιά του, με τα νύχια της. Μετά την αποχώρηση του εκκαλούντα κατηγορουμένου η ανήλικη παθούσα ανέφερε το περιστατικό του βιασμού της στον αδελφό της ΕΕ και την επόμενη ημέρα στην γιαγιά της ΖΖ. Τελευταίοι ενημερώθηκαν οι γονείς της παθούσας ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι στις 10/4/2007 κατάγγειλαν τον εκκαλούντα στο ως άνω Τμήμα Ασφαλείας ... . Από τα παραπάνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα περιστατικά, βάσει του ως άνω αποδεικτικού υλικού, φρονούμε ότι, κατά του εκκαλούντα κατηγορουμένου Χ, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του, συνιστάμενες στο ότι αυτός τέλεσε την ως άνω αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη του βιασμού, δια των προπεριγραφεισών ασελγών πράξεων, που επιχείρησε αυτός, σε βάρος της παθούσας ανήλικης ΓΓ, με σκοπό να ικανοποιήσει τις γενετήσιες επιθυμίες του, αφού προηγούμενα έκαμψε αυτός την αντίσταση της, ασκώντας επ' αυτής σωματική βία, καθ' ον τρόπο προπεριγράφηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας, επιτρεπτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο αναιρετικού λόγου, με την υπ' αριθμ. ... έγγραφη παραγγελία του Τμήματος Ασφαλίας ..., διατάχθηκε στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης για τον φερόμενο ως τελεσθέντα σε βάρος της ΓΓ, έγκλημα του βιασμού στη 3/4/2007, η διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη σωματικών κακώσεων - σεξουαλικής παρενοχλήσεως, της φερομένης ως άνω παθούσας. Επί της ως άνω παραγγελίας εκδόθηκε η από 11.04.07 με αριθμ. ... από 11-4-2007 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού ..., η οποία απεστάλη στην ως άνω προαναφερόμενη αρχή και αποτέλεσε στοιχείο της παρούσας δικογραφίας, και στο συμπέρασμα της οποίας διαλαμβάνεται ότι η ανωτέρω φερομένη ως παθούσα εξετασθείσα αυθημερόν, α) δεν φέρει κακώσεις σώματος, είναι ανατομικά παρθένος, τυχούσες ασελγείς προστριβές δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν ή να αποκλεισθούν. Και ναι μεν ούτε στην αρχή του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος ούτε στο κείμενο αυτού, αναφέρεται η παραπάνω ιατροδικαστική έκθεση, όμως οι διαπιστώσεις της τελευταίας δεν έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοχές τούτου αλλά πλήρως ταυτίζονται μ' αυτήν αφού κατ' αυτές α) δεν προκλήθηκε σωματική κάκωση στο σώμα της παθούσας, β) δεν διακορεύθηκε αυτή και γ) για τις ασελγείς πράξεις σε βάρος της συνιστάμενες κατά τις παραδοχές του βουλεύματος στην εισαγωγή του δακτύλου του κατηγορουμένου στον κόλπο της, στο φίλημα στο στόμα της και στην προσπάθειά του να εισχωρήσει το γεννητικό του μόριο στον κόλπο της, η ιατροδικαστική έκθεση αποφαίνεται ότι "τυχούσες ασελγείς προστριβές δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν ή να αποκλεισθούν ιατροδικαστικώς". Συνακόλουθα, εφόσον από τις παραπάνω παραδοχές, του ως άνω Συμβουλίου με βεβαιότητα προκύπτει ότι τούτο απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου 1631/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Περιφέρειας Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να δικασθεί για τη πράξη του βιασμού, έλαβε υπόψη του την αποτελούσα το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης ως άνω ιατροδικαστή έκθεση, δεν στέρησε το βούλευμα που εξέδωσε την από το Σύνταγμα και την διάταξη του άρθρου 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ και 309 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, εάν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας παραλείψει ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση του κατηγορουμένου για να εμφανισθεί ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Εάν όμως το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου να εμφανισθεί στο συμβούλιο για να παράσχει εξηγήσεις του για το λόγο ότι έκρινε ότι αυτός αρκούντως παρέσχε τις εξηγήσεις του για τις κατηγορίες που τον βαρύνει με τα υπομνήματα και την έφεσή του, οπότε η εμφάνιση του δεν ήταν αναγκαία. ’λλωστε, δεν προέβαλαν σε τι συνίσταται η αναγκαιότητα της προφορικής αναπτύξεως της υποθέσεως στο Συμβούλιο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27/3/2009 αίτηση του Χ, πρώην κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ..., για αναίρεση του 168/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή