Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 370 / 2012    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 370/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ.-Λ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" που εδρεύει στη Λευκωσία και έχει υποκατάστημα στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα-Ρουμπίνη Αυλωνίτη-Σιβιτανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2004 ανακοπή και με τους από 13-9-2004 και 24-11-2004 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2458/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5868/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή του προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Χαραλάμπους Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 626 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117, ως και το άρθρο 119 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή. Η διάταξη αυτή, διαφοροποιείται από τη σχετική για το περιεχόμενο της αγωγής διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., και δεν απαιτεί, όπως εκείνη, τον ουσιαστικό ή συγκεκριμένο προσδιορισμό της ιστορικής βάσης, αλλ' αρκείται στην έκθεση εκείνων μόνον των περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη του αντικειμένου της, του είδους και του τρόπου της γέννησης της και δικαιολογούν την ύπαρξη αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, προς τον αιτούντα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι μπορεί να ζητηθεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 επ. Κ.Πολ,Δ., η έκδοση διαταγής πληρωμής για το οφειλόμενο κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρο 112 ΕισΝΑΚ), εφόσον τούτο είναι ορισμένο κατά ποσό και δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία και υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύονται εγγράφως: α) η σύμβαση ανοίγματος του λογαριασμού, β) το κλείσιμο του και γ) το υπόλοιπο που προέκυψε από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού. Εξάλλου, η συμφωνία μεταξύ του πιστούχου και της πιστοδότριας Τράπεζας, ότι το ύψος της οφειλής του πρώτου προς τη δεύτερη θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και γι1 αυτό είναι έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ΝΔ 3026/1954, 14 Ν 1599/1986).Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 626 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστοδότριας Τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της συμβάσεως πιστώσεως μέχρι το κλείσιμο της. Δεν είναι δε απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο σχετικό απόσπασμα, από το οποίο κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας Τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων, με την από 27-7-2004 ανακοπή του και τους από 13-9-2004 και 24-11-2004 πρόσθετους λόγους ανακοπής, ζήτησε την ακύρωση της 3948/2004 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν της από 17-5-2004 αίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, για απαίτηση της από κατάλοιπο συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, σε βάρος αυτού. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 2458/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Κατά της απόφασης αυτής ό αναιρεσείων άσκησε την από 30-1-2006 έφεση, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Από την παραδεκτή κατ1 άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 17-5-2004 αίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας προκύπτει ότι αυτή ζήτησε να εκδοθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος διαταγή πληρωμής για καταβολή των οφειλομένων σ' αυτήν από τον πιστούχο αναιρεσείοντα καταλοίπων κλεισθέντων αλληλόχρεων λογαριασμών, που ετηρούντο για την εξυπηρέτηση πιστώσεων που η αιτούσα Τράπεζα είχε χορηγήσει στον αναιρεσείοντα, δυνάμει των αναφερόμενων στην αίτησή της συμβάσεων παροχής πιστώσεων με ανοικτούς αλληλόχρεους λογαριασμούς, τις οποίες συμβάσεις ενσωματώνει στην αίτηση της, καθ' όλο το περιεχόμενο τους, ώστε να αποτελούν ενιαίο περιεχόμενο αυτής και με το 10ο όρο των οποίων ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ του πιστούχου και της πιστώτριας ότι ο πρώτος αναγνωρίζει πως οποιαδήποτε οφειλή του προς την πιστώτρια από τη λειτουργία των συμβάσεων αυτών θα αποδεικνύεται από αποσπάσματα των βιβλίων της πιστώτριας Τράπεζας στα οποία αποτυπώνεται η κίνηση των τηρούμενων λογαριασμών και στα οποία αναγνωρίζει πλήρη αποδεικτική δύναμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον επαναφερθέντα ενώπιον του, με λόγο έφεσης ισχυρισμό, που αποτελούσε λόγο της κύριας ανακοπής, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εκδόθηκε ακύρως, διότι στη σχετική αίτηση της πιστώτριας Τράπεζας δεν αναφέρεται ότι με δικονομική συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων (πιστούχου και πιστώτριας) συμφωνήθηκε πως το κατάλοιπο των πιστώσεων θα αποδεικνύεται από τα τηρούμενα για την κίνηση των σχετικών λογαριασμών βιβλία της Τράπεζας, δεχθέν (κατά λέξιν) τα ακόλουθα: "Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί η καθής η ανακοπή (σημ. εδώ αναιρεσίβλητη) στο δικόγραφο της από 17-5-20Θ4 αίτησης της ... είχε ενσωματώσει ώστε να αποτελούν ενιαίο κείμενο όλες τις παραπάνω συμβάσεις πίστωσης, στον όρο 10 των οποίων γίνονταν ρητή επίκληση της ειδικής συμφωνίας ότι "ο πιστούχος αναγνωρίζει πλήρη αποδεικτική δύναμη σε αποσπάσματα ... των βιβλίων της Τράπεζας ... καθώς και των κατά μήνα αποστελλομένων σε αυτόν μερίδων του καθολικού που εμφανίζουν τη κίνηση του λογαριασμού ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της σχετικής αίτησης της πιστώτριας Τράπεζας, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι με συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων, το κατάλοιπο των λογαριασμών θα αποδεικνύεται από τα βιβλία της Τράπεζας, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, όπως πράγματι με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αιτιάται ο αναιρεσείων και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ούτε άλλωστε για να οδηγηθεί στην ως άνω παραδοχή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και κατ' ακολουθίαν ο ίδιος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ τέλος με βάση την ως άνω παραδοχή, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' λόγος αναίρεσης και επομένως ο ίδιος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ,Δ., πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, ασκείται όπως και η αγωγή γι' αυτό πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλες οι ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με την έφεση του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, και αν ακόμα οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητας της, η διάταξη του άρθρου 585 § 2 εδ. β ΚΠολΔ., κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής, μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 1199/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδιδόμενη με τον ίδιο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, κυρίως και επικουρικώς, πλημμέλεια , κατ' επίκληση των αριθμών 8, 14, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ., ήτοι ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ακύρως για τα ποσά των πιστώσεων σε ξένο νόμισμα (γιέν Ιαπωνίας και Φράγκο Ελβετίας) διότι η πιστώτρια αιτούσα Τράπεζα δεν προσκόμισε με την αίτηση της προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ισοτιμία των αλλοδαπών αυτών νομισμάτων με το ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση των δικογράφων της από 27-7-2004 ανακοπής και των από 13-9-2004 και 24-11-2004 πρόσθετων λόγων της, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε το σχετικό ισχυρισμό με σχετικό λόγο ανακοπής, κύριο ή πρόσθετο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 847, 848 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και της εγγύησης, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσης του εγγυητή. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει ΓΟΣ, κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την πιστώτρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου υποχρεούται η πιστώτρια (ΑΠ 35/2011, 15/2007, 1116/1996, 1468/1995). Με βάση τη συμφωνία αυτή, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, που διαφορετικά δεν θα είχαν τέτοια αποδεικτική δύναμη, αποτελούν prima facie αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), με βάση το οποίο μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ). Εάν όμως η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των αποσπασμάτων, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο. Αν μεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγματεύσεως των μερών, είναι άκυρο κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και συνεπώς προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 316/1990). Αν δε είναι προδιατυπωμένος ως γενικός όρος συναλλαγών είναι άκυρος ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 § 6 και 7 § 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή πιστούχου.
Συνεπώς, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα, που μπορεί να γίνει με ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, όταν εκδόθηκε διαταγή πληρωμής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η περιληφθείσα στο 10ο όρο των αναφερομένων σ' αυτήν ένδεκα συμβάσεων παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος ως πιστούχου και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως πιστώτριας, κατά το χρονικό διάστημα από 12-2-1996 μέχρι 5-7-2000 και κατά τους αναφερομένους στην απόφαση αυτή ειδικότερους χρόνους, ρητή συμφωνία ότι η απαίτηση της πιστώτριας για την πληρωμή του καταλοίπου των λογαριασμών μετά το οριστικό κλείσιμο αυτών θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των βιβλίων κίνησης των λογαριασμών που τηρούσε η πιστώτρια Τράπεζα, ως δικονομική συμφωνία, που καταρτίσθηκε με την ελεύθερη βούληση των συμβληθέντων, είναι καθόλα έγκυρη, μη αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 2,6 και 7 του ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", ακολούθως δε αντιμετωπίζοντας το λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διότι αυτή εκδόθηκε με αποδεικτικό της απαίτησης έγγραφο τα αποσπάσματα των λογαριασμών που τηρούσε η Τράπεζα στα εμπορικά της βιβλία, "όπου είχε τη δυνατότητα να καταχωρεί οποιαδήποτε κονδύλια ήθελε αυτή κρίνει σκόπιμα, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τη νομιμότητα και το ύψος της χρέωσης" και ότι "με τον τρόπο αυτό μετακυλύει το βάρος σ' αυτόν ως πιστούχο καταναλωτή, ν' αποδεικνύει τα κονδύλια αυτά" απέρριψε το λόγο αυτό ανακοπής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό (λόγο ανακοπής) του ήδη αναιρεσείοντος, περί ακυρότητας της άνω δικονομικής συμφωνίας και μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 361 ΑΚ και2 και 6 και 7 ν. 2251/1994, ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές με επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ., με τον οποίο προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί ακυρότητας του άνω όρου των συμβάσεων πίστωσης, άλλως εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε αυτόν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με την υπ' αριθμ. 2324 της 2/11.8.1994 Πράξη του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) "Δανεισμός σε συνάλλαγμα κατοίκων από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα κλπ" που εκδόθηκε στα πλαίσια του ΠΔ 96/1994 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 88/361/ΕΟΚ και της Οδηγίας 92/122/ΕΟΚ σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων" επιτράπηκε η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα φυσικών ή νομικών προσώπων κατοίκων εσωτερικού από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα για την κάλυψη πάσης φύσεως αναγκών τους στο εσωτερικό και εξωτερικό , για τις οποίες επιτρέπεται αντίστοιχα, η χρηματοδότηση σε δραχμές, το επιτόκιο δε των χρηματοδοτήσεων αυτών σε συνάλλαγμα και οι λοιποί όροι των σχετικών συμβάσεων καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα επιτόκια των χορηγουμένων από τα πιστωτικά ιδρύματα δανείων ή πιστώσεων σε συνάλλαγμα, καθορίζονται ελεύθερα με διαπραγμάτευση μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς σχετική επέμβαση του νομοθέτη ως προς το ανώτατο όριο αυτών, ενώ τα εξωτραπεζικά επιτόκια για οφειλές σε συνάλλαγμα που εκπληρώνονται στην Ελλάδα ρυθμίζονται με την ΠΥΣ 36 της 22/26.3.1990, κατά την οποία τα τελευταία (εξωτραπεζικά) είναι ίσα με το μεγαλύτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το προεξοφλητικό ή το αντίστοιχο αυτού επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας στο νόμισμα της οποίας είναι εκφρασμένη η οφειλή (εξωτραπεζική) προσαυξημένο κατά τέσσερεις εκατοστιαίες μονάδες ή β) το επιτόκιο που προσφέρεται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor) για καταθέσεις διάρκειας έξι (6) μηνών στο νόμισμα που εκφράζεται η εξωτραπεζική οφειλή προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση νομίσματος για το οποίο υπάρχει ένα μόνο από τα παραπάνω δύο επιτόκια, το ποσοστό του νομίμου και εξ υπερημερίας τόκου, καθορίζεται με βάση το επιτόκιο αυτό (το υπάρχον) (ΑΠ 253/2001). Τα άνω, κατ' ανώτατα όρια εξωτραπεζικά επιτόκια για οφειλές σε συνάλλαγμα, που είναι εκπληρωτέες στην Ελλάδα, δεν παύουν να έχουν γενικότερη οικονομική και κοινωνική σημασία και ο καθορισμός ανωτάτου ορίου αυτών αποσκοπεί στη συμπίεση και των τραπεζικών επιτοκίων σε συνάλλαγμα, προς τα κάτω. Έτσι η συμφωνία μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος, με την οποία χορηγείται δάνειο ή πίστωση σε συνάλλαγμα από το τραπεζικό ίδρυμα και με την οποία καθορίζεται ελεύθερα το επιτόκιο σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που ορίζεται για τα εξωτραπεζικά σε συνάλλαγμα επιτόκια, είναι κατ' αρχήν έγκυρη και δεσμευτική, δεν παύει όμως να απαγορεύεται ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), κατά το επιπλέον των εξωτραπεζικών επιτοκίων συμφωνηθέν ποσοστό, αν δεν καθορίζονται εκ των προτέρων κριτήρια εύλογα και αντικειμενικά για τον πιστούχο, με βάση τα οποία καθορίζεται το ποσοστό επιτοκίου μεγαλύτερο εκείνου που ισχύει κάθε φορά για τα εξωτραπεζικά (ΑΠ 1219/2001). Απ' αυτά συνάγεται ότι ο πιστούχος σε συνάλλαγμα, με βάση σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, εις βάρος του οποίου εκδόθηκε μετά από αίτηση της πιστώτριας Τράπεζας διαταγή πληρωμής, για πληρωμή του, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού προκύπτοντος ισόποσου σε ευρώ καταλοίπου του λογαριασμού, μπορεί με λόγο ανακοπής να προβάλλει, ως καταχρηστική τη, μεταξύ αυτού και της πιστώτριας Τράπεζας συμφωνία, με βάση την οποία συμφωνήθηκε ποσοστό επιτοκίου μεγαλύτερο του ισχύοντος εξωτραπεζικού, για το ορισμένο όμως και άρα παραδεκτό του οποίου πρέπει να επικαλείται αφενός μεν τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν τη συμφωνία, ως προς το ύψος του συνομολογηθέντος επιτοκίου, καταχρηστική, αφετέρου δε το ισχύον, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα υπολογισμού των τόκων, ανώτατο ποσοστό του εξωτραπεζικού επιτοκίου σε συνάλλαγμα και το ποσό που, για την αιτία αυτή χρεώθηκε ο λογαριασμός του, ώστε να είναι δυνατό στην καθής η ανακοπή Τράπεζα να αμυνθεί και στο δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον ποσό που καταδικάσθηκε να πληρώσει στην πιστώτρια Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, του από 24-11-2004 δικογράφου προσθέτων λόγων , ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, ζητεί την ακύρωση της ανακοπτόμενης και σε βάρος του εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενος ότι οι σχετικές μεταξύ αυτού και της πιστώτριας Τράπεζας συμβάσεις παροχής πίστωσης σε γιεν Ιαπωνίας, ως προς το συνομολογηθέν μεταξύ τους ποσοστό επιτοκίου, με το οποίο η πιστώτρια χρέωνε τους σχετικούς σε συνάλλαγμα (γιέν) λογαριασμούς καθ1 όλη τη διάρκεια της πίστωσης, είναι μεν ίσο με το εξωτραπεζικό επιτόκιο για το γιέν Ιαπωνίας, όπως αυτό υπολογίζεται με βάση το προεξοφλητικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας (ήτοι προεξοφλητικό επιτόκιο Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας 0,5% πλέον 4 %) υπερβαίνει όμως το εξωτραπεζικό επιτόκιο, όπως αυτό υπολογίζεται για το ίδιο νόμισμα, με βάση το LIBOR κατά ποσοστό 0,68%, δεδομένου ότι το LIBOR δεν υπερβαίνει το 0,82% τον κρίσιμο χρόνο, οπότε προσαυξανόμενο κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες δεν υπερβαίνει το 3,82%. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο, το λόγο αυτό ανακοπής, ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι το επιτόκιο των πιστώσεων σε γιέν Ιαπωνίας, όπως και ο ανακόπτων δέχεται στον ως άνω πρόσθετο λόγο ανακοπής του, "είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας για εξόφληση στην Ελλάδα εξωτραπεζικών οφειλών σε γιέν, κατ' εφαρμογή της ΠΥΣ 36/90", με βάση το προεξοφλητικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας, προσαυξημένο κατά τέσσερεις εκατοστιαίες μονάδες, δεν αναφέρεται όμως περαιτέρω, σε συγκεκριμένα περιστατικά αύξησης του βασικού επιτοκίου ήτοι Α (libor) μονομερώς από την πιστώτρια Τράπεζα, ούτε ότι "κατάβαλε για την αιτία αυτή συγκεκριμένα κατά περίπτωση ποσά". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις από τους αριθμούς 8 . 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 293, 294, 295, 281 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από τα επιτασσόμενα με τις διατάξεις αυτές, όπως με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάται ο αναιρεσείων και ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ., με την οποία πλήττεται η απόρριψη του άνω λόγου από το Εφετείο, ως αορίστου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτού.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας το δεύτερο λόγο του από 24-11 -2004 δικογράφου προσθέτων λόγων ανακοπής, κατά το οικείο μέρος του, που επαναφέρθηκε ενώπιον του με λόγο έφεσης από τον ανακόπτοντα, για ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διότι μολονότι ο ανακόπτων πιστούχος είχε δώσει τηλεφωνικώς εντολή στην αρμόδια υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας Μ. Λ. τη 2-10-1998 να δραχμοποιήσει το υπόλοιπο του τηρούμενου σε γιέν Ιαπωνίας ... λογαριασμού του, αυτή δεν εκπλήρωσε την εντολή του και ο σχετικός λογαριασμός εξακολούθησε να χρεώνεται με το άνω επιτόκιο συναλλάγματος, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι με τον όρο 2 των πρόσθετων πράξεων χρηματοδότησης σε συνάλλαγμα, είχε ρητά συμφωνηθεί ότι η χρήση της πίστωσης σε άλλο νόμισμα, εκτός από το αρχικά συμφωνημένο θα γίνονταν κατόπιν έγγραφης αίτησης του πιστούχου, ο οποίος σε άλλες περιπτώσεις είχε χορηγήσει εγγράφως τέτοιες εντολές στις 10-8-1998 και 25-8-1998, με τις οποίες είχε ζητήσει να μετατραπεί από γιέν σε μάρκα και στη συνέχεια από μάρκα πάλι σε γιέν ο επίμαχος ... λογαριασμός, στις δε 31-12-2000 με επιστολή του προς την πιστώτρια αναγνώρισε, με τη βούληση του, το τότε υπόλοιπο του επίμαχου τηρούμενου σε γιέν Ιαπωνίας ... λογαριασμού της πίστωσης, ανερχόμενο στο ποσό των 50.797.549,95 JΡΥ, ενώ στις 12-3-2001 χορήγησε έγγραφη εντολή για μετατροπή του ποσού των 6.500.000 γιέν σε ευρώ από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό. Με βάση τις παραδοχές αυτές και δεχόμενο περαιτέρω το Εφετείο ότι ολίγες ημέρες μετά τη 2-10-1998 που ο ανακόπτων επισκέφθηκε το κατάστημα της πιστώτριας Τράπεζας και διαπίστωσε ότι δεν είχε τηρηθεί η, όπως ισχυρίζεται, προφορική εντολή του για δραχμοποίηση του ποσού των γιέν και πάλι δεν προέβη σε έγγραφη εντολή δραχμοποίησης του ποσού των γιέν από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος (λόγο ανακοπής) ότι μολονότι αυτός είχε δώσει προφορική εντολή δραχμοποίησης του ποσού των γιέν του άνω λογαριασμού του η πιστώτρια Τράπεζα δεν εκπλήρωσε την εντολή του αυτή, αλλά εξακολούθησε να τηρεί το λογαριασμό αυτόν σε γιέν με αποτέλεσμα τη σημαντική οικονομική του επιβάρυνση. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έλαβε υπόψη και με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμους κατ'ουσίαν τους ισχυρισμούς (λόγους ανακοπής) του ήδη αναιρεσείοντος α) ότι αυτός με προφορική εντολή προς την άνω υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας τη 2-10-1998 , για δραχμοποίηση του ποσού συναλλάγματος (γιέν) κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης για την εξυπηρέτηση της οποίας ετηρείτο ο άνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμός σε γιέν Ιαπωνίας, β) ότι χωρίς τη βούληση του, με την προτροπή των αρμοδίων υπαλλήλων της πιστώτριας Τράπεζας, προκειμένου να μην θεωρηθεί κακόπιστος και στερούμενος πνεύματος συνεργασίας υπέγραψε εν λευκώ την άνω από 31-12-2000 επιστολή αναγνώρισης του υπολοίπου των τηρουμένων σε συνάλλαγμα ποσών της πίστωσης, γ) ότι χορήγησε τη 2-10-1998 προφορική εντολή για δραχμοποίηση του ποσού της πίστωσης σε γιέν Ιαπωνίας. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ., κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός τη 2-10-1998 έδωσε προφορική εντολή δραχμοποίησης του ποσού συναλλάγματος (γιέν), καθώς επίσης παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό του ότι με την ίδια ως άνω προφορική εντολή κατήγγειλε και τη σύμβαση παροχής πίστωσης σε συνάλλαγμα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο, χωρίς τη βούληση του , αναγνώρισε το υπόλοιπο σε συνάλλαγμα τηρουμένων λογαριασμών με την από 31 -12-2000 επιστολή του προς την πιστώτρια Τράπεζα. Η περιεχόμενη στον ίδιο τρίτο λόγο (δεύτερο σκέλος) αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται το νομικό σφάλμα του Εφετείου ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών του, πληττόμενης, κατά τα λοιπά απαραδέκτως της εκτίμησης των αποδείξεων. Τέλος, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρα που εξετάσθηκε ένορκα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του ότι ο αναιρεσείων δεν έδωσε προφορική εντολή δραχμοποίησης του συναλλάγματος κατά την 2-10-1998, ούτε κατήγγειλε τη σύμβαση την ίδια χρονολογία, έλαβε υπόψη του και τις από 5-9-2003, 1-12-2003, 10-2-2004, 3-3-2004 επιστολές του πιστούχου προς τη πιστώτρια καθώς και το από 5-3-2004 εξώδικο αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα τα οποία προσεκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2008 αίτηση του Χ. - Λ. Κ., για αναίρεση της 5868/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2012 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή