Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 222 / 2014    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 222/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ε. Ν. του Χ., 2 Κ. συζύγου Ε. Ν., 3Μ. Ν., κατοίκων ... 4.Α. Ν. του Ε. και 5 Σ. Ν. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστομένη Λαγιανδρέου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 17-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9-3-2006 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4536/2006 μη οριστική και 3595/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1893/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 26-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν: κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α. Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee. Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το αρθ.931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης. Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου. Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες. Η επιδίκαση πάντως της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ. ΑΠ 21/2000). Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίηση τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α. Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε. Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ. η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13,14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση για να κριθεί, αναλόγως το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 26 και 932 ΑΚ διότι ενώ πρόκειται περί τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στην Ελλάδα και ο θανατηφόρα τραυματισθείς συνεπεία αυτού καθώς και οι αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι είναι οι γονείς του θανόντος και οι λοιποί αδέλφια του, είναι αλβανικής ιθαγένειας, για την κρίση του θέματος αν αυτοί έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας και δικαιούνται εντεύθεν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανατηφόρου τραυματισμού του ως άνω αλβανικής ιθαγενείας N. H., εσφαλμένα εφήρμοσε το Ελληνικό Δίκαιο αντί του εφαρμοστέου αλβανικού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον, ο προσδιορισμός των προαναφερόμενων συγγενών του θανατηφόρα τραυματισθέντος από το ένδικο ατύχημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης θα κριθεί από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και μόνο στην περίπτωση που αμφισβητηθεί η πιο πάνω συγγενική ιδιότης καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του Αστικού Κώδικα.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.9 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 14-3-2005 και περί ώρα 15.35, ο Η. Μ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα και κατοχή του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", εκινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Δεκέλειας, στη Νέα Χαλκηδόνα, με κατεύθυνση προς Ν. Φιλαδέλφεια. Η οδός αυτή, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Βάρναλη, είναι ευθεία, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,80 μέτρων, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ τα δύο ρεύματα χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στη συμβολή. Ακόμη, το όριο ταχύτητας στην περιοχή είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, πλησιάζοντας στη συμβολή της οδού Δεκέλειας με την οδό Βάρναλη, άναψε εγκαίρως τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης (φλας) και ακινητοποίησε το όχημά του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, προκειμένου, αφού ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, να εισέλθει με επιτρεπόμενη αριστερή στροφή στην οδό Βάρναλη. Τη στιγμή δε που άρχισε να επιχειρεί τη στροφή, ο A. E., ο οποίος οδηγούσε την ανασφάλιστη ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινούμενος με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 χιλιόμετρα την ώρα στο ίδιο ρεύμα της οδού Δεκέλειας (προς Ν. Φιλαδέλφεια) πίσω από το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή και, αγνοώντας τους αναμμένους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης του αυτοκινήτου, επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του τελευταίου οχήματος. Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου και να επιπέσει, με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό και φτερό του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια και εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης η δίκυκλη μοτοσικλέτα ανατράπηκε, συρθείσα μέχρι το πεζοδρόμιο του ρεύματος προς Αθήνα, ενώ ο οδηγός της έπεσε στο οδόστρωμα και ο συνεπιβαίνων στο ίδιο όχημα, N. H., κτύπησε με το κεφάλι του σε στύλο και τραυματίστηκε θανάσιμα, υποστάς βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τον θάνατο του συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσικλέτας είναι ο οδηγός του τελευταίου οχήματος, ο οποίος, από αμέλεια του, και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε δε αντικανονική υπέρβαση του προπορευόμενου του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου από αριστερά, ενώ ήδη ο οδηγός του τελευταίου οχήματος, έχοντας ανάψει εγκαίρως τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης διενεργούσε αριστερή στροφή για να εισέλθει στην οδό Βάρναλη, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση. Και βέβαια, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει υπέρβαση του IXE αυτοκινήτου από τη δεξιά πλευρά, από την οποία υπήρχε ελεύθερο ικανού πλάτους οδόστρωμα προς τούτο (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 17 παρ. 2 ΚΟΚ). Σαφής και πειστική για τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος είναι η από 14-3-2005 προανακριτική κατάθεση του μόνου αυτόπτη μάρτυρα, Γ. Σ., ο οποίος αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και έδωσε αυθημερόν κατάθεση. Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, αφού αυτός κινήθηκε συννόμως προκειμένου να εισέλθει με στροφή αριστερά στην οδό Βάρναλη (άρθρο 23 παρ. 3 ΚΟΚ), ενώ το γεγονός ότι στο αίμα του, κατόπιν εξέτασης με αλκοολόμετρο, βρέθηκε οινόπνευμα 0,10 ml ανά lt αίματος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μόνη ενεργός αιτία αυτού ήταν η αμελής συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Επομένως, οι σχετικοί ισχυρισμοί ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επίσης για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμες, η από 9-11-2005 αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, Η. Μ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", αντίστοιχα, και η από 9-3-2006 αγωγή (αναγωγή). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του, έκρινε ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη της δίκυκλης μοτοσικλέτας είναι αμφότεροι οι εμπλακέντες οδηγοί, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, και δέχθηκε εν μέρει την από 9-11-2005 αγωγή και ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, καθώς και την από 9-3-2006 αναγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στις οποίες διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου κρίση του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας. Ειδικότερα, στην απόφαση: 1) Καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού Δεκελείας όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα (οδός διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή η οποία διακόπτεται στη συμβολή της οδού Δεκελείας με την οδό Βάρναλη, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,80 μ.) και όριο ταχύτητας 50 Χ/Ω. 2) Αναφέρεται σαφώς η οδική συμπεριφορά του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ο οποίος πλησιάζοντας στη συμβολή της οδού Δεκελείας με την οδό Βάρναλη και προτιθέμενος να διενεργήσει προς τα αριστερά ελιγμό του οχήματός του προκειμένου να εισέλθει στην τελευταία (οδό Βάρναλη) κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό με την αφή του αριστερή δείκτη κατευθύνσεως και ακινητοποίησε το όχημά του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, προκειμένου, αφού ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να εισέλθει, με επιτρεπόμενη αριστερή στροφή, στην οδό Βάρναλη? και 3) Προσδιορίζεται η αμελής συμπεριφορά του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος κινούμενος με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 Χ/Ω όπισθεν του ως άνω οχήματος επιχείρησε υπέρβαση του οχήματος αυτού από αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή ενώ ήδη ο οδηγός του τελευταίου οχήματος έχοντας ανάψει εγκαίρως τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης, διενεργούσε αριστερή στροφή για να εισέλθει στην οδό Βάρναλη, καίτοι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει υπέρβαση του ΙΧΕ αυτοκινήτου από τη δεξιά πλευρά, στην οποία υπήρχε, ελεύθερο ικανού πλάτους οδόστρωμα προς τούτο. Ο δεύτερος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό ως άνω πόρισμα αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν καθ' όσον δεν αποσαφηνίζεται α) αν ο οδηγός του με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου προ της διενέργειας αριστερά ελιγμού του οχήματός του ήλεγξε την κίνηση την όπισθεν του κινούμενων οχημάτων, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό και ποια η θέση επί του οδοστρώματος της με αρ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας σε σχέση με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο όταν ο οδηγός του τελευταίου άρχισε να διενεργεί προς τα αριστερά ελιγμό προκειμένου να κατευθυνθεί προς την οδό Βάρναλη και σε πόση απόσταση ευρίσκετο κινούμενη από το όχημα αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο για τον λόγο ότι στις αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ιδία, α) ότι ο Η. Μ., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο επί της διπλής κατευθύνσεως οδού Δεκελείας, στην Νέα Φιλαδέλφεια, προσεγγίζοντας στη συμβολή αυτής με την οδό Βάρναλη, όπου διακόπτεται η συνεχής διαχωριστική γραμμή, στην οποία προστίθετο να εισέλθει με έγκυρη αφή των αριστερών δεικτών κατευθύνσεως, β) ότι προς, τούτο ακινητοποίησε το όχημά του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος και, αφού ήλεγξε την κίνηση στο αντίθετο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, επιχείρησε να εισέλθει με επιτρεπόμενη αριστερή στροφή στην οδό Βάρναλη και γ) και κατ' εκείνο τον χρόνο και ενώ πραγματοποιούσε την στροφή προς αριστερά ο Α. Ε., οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και κινούμενος με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 80 χλμ/ωρ. στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Δεκελείας, ενώ βρισκόταν πίσω από το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Η. Μ., εισήλθε στο αντίθετο κατά την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή και αγνοώντας τους αναμμένους αριστερούς δείκτες κατευθύνσεως του αυτοκινήτου επεχείρησε υπέρβαση αυτού από αριστερά ενώ είχε δυνατότητα να πραγματοποιήσει ευθέως και εκ πλαγίω υπέρβαση αυτού από δεξιά πλευρά, από την οποία υπήρχε ελεύθερο ικανού πλάτους οδόστρωμα με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του πραγματοποιούντος την είσοδο στην οδό Βάρναλη αυτοκινήτου και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του στο εμπρόσθιο αριστερό τροχό και φτερό του αυτοκινήτου. Πέραν αυτών, η παραδοχή ότι η μοτοσυκλέτα παρεμβλήθηκε στην πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατ' ουδέν αντιφάσκει προς την έτερη αυτής ότι η μοτοσυκλέτα επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της στον εμπρόσθιο τροχό και φτερό του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών που χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται παράλληλα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η υπαιτιότης περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας βαρύνει αποκλειστικά τον τελευταίο, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι στην περίπτωση που προπορευόμενο όχημα διενεργήσει προς τα αριστερά ελιγμό και η όπισθέν του κινούμενη μοτοσυκλέτα πραγματοποιήσει υπέρβασή του από αριστερά τότε οι συγκρουσθείσες επιφάνειες θα είναι είτε το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου και το πλάγιο δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας, είτε το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας και το πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που σχέση έχουν με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 791/2010 αίτηση αναιρέσεως της 1893/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. κατ. 791/2010 αίτηση αναιρέσεως της 1893/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή