Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2154 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2154/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. (Π.) Κ. του Ε., κατοίκου ...,η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεώργακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Σ. κατοίκου .... ως ενεργούντος ως εκτελεστού της διαθήκης του D. Z., θανόντος στις Η.Π.Α. την 25-11-2001, 2. Μ. Γ., κατοίκου .... ως ενεργούντος ως εκτελεστού της διαθήκης του D. Z., θανόντος στις Η.Π.Α. την 25-11-2001 και 3. Της Τράπεζας J.P.Morgan Chase Bank,ως εμπιστευματοδόχου επ' ωφελεία των δικαιούχων του φιλανθρωπικού εμπιστεύματος "The Dean Zytew Charitable Trust" που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κλεισούρα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2008 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5731/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3270/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον παρίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 1987/1988 ΕλλΔνη 31,791) . Η προϋπόθεση αυτή απαιτείται και για Έλληνα, θεμελιώνεται δηλαδή δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, αν υπάρχει αρμοδιότητα κατά τόπον Ελληνικού δικαστηρίου, αν δηλαδή ο εναγόμενος έχει κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα ή συντρέχει κάποια ειδική δωσιδικία. Αν δεν υπάρχει αυτή η προϋπόθεση ο ημεδαπός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων, μολονότι έχει την Ελληνική ιθαγένεια Εξάλλου κατά το άρθρο 30 παρ. 1 ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ή διανομή κληρονομιάς, απαιτήσεις του κληρονόμου εναντίον του νομέα ή κατόχου της κληρονομιάς ... υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του. Από τη ρητή διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 30, που ιδρύει αποκλειστική δωσιδικία και είναι ειδικότερη σε σχέση με τις μνημονευόμενες σε αυτό κληρονομικές διαφορές, και υπερισχύει κάθε άλλης δικαιοδοσίας, ήτοι έναντι της διατάξεως του άρθρου 29 ΚΠολΔ, που θεμελιώνει ειδική αποκλειστική επίσης δωσιδικία για εμπράγματες και άλλες διαφορές που αφορούν ακίνητα, έναντι της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας ή της έδρας του εναγομένου, έναντι της ειδικής συντρέχουσας δωσιδικίας της περιουσίας που καθιερώνει το άρθρο 40 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, αν ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του την κατοικία του και ελλείψει κατοικίας τη διαμονή του στην αλλοδαπή, δεν υφίσταται συνδετικό στοιχείο, που να θεμελιώνει δωσιδικία της κληρονομιάς ημεδαπού δικαστηρίου για την επίλυση των μνημονευομένων στο άρθρο 30 ΚΠολΔ διαφορών, αδιαφόρως αν πρόκειται για κληρονομιά Ελληνα υπηκόου και ανεξαρτήτως αν ο εναγόμενος έχει την κατοικία ή έδρα στην ημεδαπή ή αν υπάρχει κληρονομιαίο στοιχείο, ακίνητο η κινητό, στην Ελλάδα, (βλ. ΑΠ 123/2000 ΝοΒ 49. 230, Α.Π.583/1995 Ελλ. Δ/νη 1996.330) Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 905 ΚΠολΔ, οι διατάξεις των παρ. 1 έως 3 εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση. Για την αναγνώριση του δεδικασμένου αυτού πρέπει η απόφαση να μην είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη και επί πλέον να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ. 2 έως 5 (παρ/φοι 2 και 3 του άρθρου 905). Οι όροι αυτοί είναι: 1)Η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου να υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, 2) Ο διάδικος που νικήθηκε να μη στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση..3) Η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου. Και 4) η απόφαση να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη (Α.Π. 108/2001).
Συνεπώς, για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, και να μην είναι αντίθετη προς τη "δημόσια τάξη". Η δημόσια τάξη νοείται στις διατάξεις αυτές υπό την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ. Επομένως η κήρυξη απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται, όταν, εξαιτίας του περιεχομένου της, η εκτέλεση της θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιικές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα. Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη. Δεν επιτρέπεται όμως να εκτελεστεί στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν από την εκτέλεση της πρόκειται, λόγω της αντίθεσης που ενυπάρχει σ' αυτήν προς τις θεμελιώδεις ως άνω αντιλήψεις, να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που κρατεί στη χώρα (Ολ.Α.Π. 17/2008, 17/1999, 6/1990, Α.Π. 2084/2009,1255/2006) .Τέτοια αντίθεση δεν συνιστά η έλλειψη αιτιολογίας. Η έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη με την έννοια των άρθρων 323 παρ. 5 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ, δεδομένου ότι η έλλειψη αυτή, όπως προκύπτει από το άρθρο 313 ΚΠολΔ, δεν καθιστά ανύπαρκτη και ανεκτέλεστη ούτε και την απόφαση του ημεδαπού δικαστηρίου, η οποία, αν δεν προσβληθεί με ένδικο μέσο και δεν ανατραπεί, ισχύει και εκτελείται, έστω και αν παρουσιάζει την παραπάνω έλλειψη (Α.Π.950/1991) Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δε έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992, 1/1999, Α.Π. 1852/2007).Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το απαράδεκτο εκ της άνω διατάξεως αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 30/2006).
Από την επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων, των δύο πρώτων ως συνεκτελεστών της κληρονομιαίας περιουσίας του, έχοντος την αμερικανική και την ελληνική ιθαγένεια, Ν. Ζ., της δε τρίτης ως εμπιστευματοδόχου του Φιλανθρωπικού Εμπιστεύματος Ν. Σ. Ζ. κατά της αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η υπ' αρ. 2002 ΤΤ 00121/C του Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, Επαρχία Μονρόε, ερήμην της τελευταίας, η οποία καίτοι κλήθηκε δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, με την οποία αποφασίσθηκαν και διατάχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Α. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του Αποβιώσαντος με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2000 είναι πλαστή, άκυρη και ανίσχυρη, και επιπλέον Β.ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η Εναγόμενη, Π. Κ. δεν έχει κανένα κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του Αποβιώσαντος που βρίσκεται στην Ελλάδα ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, με εξαίρεση την συγκεκριμένη κληροδοσία ποσού 5.000 δολαρίων ΗΠΑ, ως κληροδόχος σύμφωνα με το Άρθρο IV.E. της Διάταξης Τελευταίας Βούλησης και Διαθήκης του Αποβιώσαντος με ημερομηνία 25 Ιουνίου 2001, και επιπλέον Γ.ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η JP Morgan Chase Bank, N.A., ως Εμπιστευματοδόχος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος N. Σ. Ζ. (D. C. Z. Charitable Trust) δυνάμει του Έκτου Άρθρου της από 25 Ιουνίου 2001 Διάταξης Τελευταίας Βούλησης και Διαθήκης του Ν. Σ. Ζ., είναι ο μοναδικός καθολικός κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ν. Σ. Ζ. στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελλάδα και όπου αλλού βρίσκεται τέτοια περιουσία, και επιπλέον Δ.ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η Π. Κ. ως εν τοις πράγμασι πληρεξούσιος του Ν. Σ. Ζ. οφείλει να υποβάλει λογοδοσία στο Δικαστήριο τούτο μέχρι την 1η Αυγούστου 2006 για κάθε πράξη που ενήργησε ως εν τοις πράγμασι πληρεξούσιος κατά την διάρκεια των τελευταίων έξι ετών της ζωής του αποβιώσαντος, και επιπλέον Ε.ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ όπως η Π. Κ. παραδώσει στους Ενάγοντες, ως θεματοφύλακες της κληρονομιαίας περιουσίας και του Εμπιστεύματος κάθε περιουσιακό στοιχείο που είτε έλαβε από τον αποβιώσαντα κάθε περιουσιακό στοιχείου που άνηκε στον Αποβιώσαντα ή κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατέχει και το οποίο αποτελεί σήμερα μέρος της Κληρονομιαίας Περιουσίας του Ν. Σ. Ζ., και επιπλέον Ζ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ σε σχέση με συναλλαγές στην οποίες συμμετείχε η Π. Κ. κάνοντας χρήση του Πληρεξουσίου του Αποβιώσαντος, με τις οποίες απέκτησε ατομικό συμφέρον στην περιουσία, ότι αυτές λογίζονται άκυρες και η Π. Κ. υποχρεούται όπως επιστρέψει όσα περιουσιακά στοιχεία τυχόν απέκτησε από τις συναλλαγές αυτές στους θεματοφύλακες, και επιπλέον ΣΤ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η προσωρινή περιοριστική διαταγή δυνάμει της οποίας απαγορεύεται στην Π. Κ. να μεταφέρει, ασωτεύει επί ή βαρύνει οιοδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία του Αποβιώσαντος ή περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο παρελθόν στον Αποβιώσαντα ή οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία απέκτησε κάνοντας χρήση του Πληρεξουσίου παραμένει εν ισχύ μέχρι την στιγμή που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία επιστραφούν στους Ενάγοντες ως θεματοφύλακες της Κληρονομιαίας Περιουσίας και του Εμπιστεύματος του Αποβιώσαντος, και επιπλέον Η. ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι το αίτημα των Εναγόντων να επιστραφούν σε αυτούς τα δικαστικά έξοδα που κατέβαλαν λόγω της συμπεριφοράς της Π. Κ. ως κατά πλάνη θεματοφύλακα, θα πρέπει να υποβληθεί εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου." Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελληνική Επικράτεια με την υπ'αρ. 5330/08 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την από 7-11-2008 τριτανακοπή της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω απόφαση, ισχυριζόμενη ότι α) ελλείπουν τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη διεθνή δικαιοδοσία του αλλοδαπού δικαστηρίου από την εν λόγω υπόθεση, η οποία αφορά σε διαθήκη που αναφέρεται σε ακίνητα κείμενα στην Ελλάδα και τα ελληνικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία επί της υποθέσεως αυτής, η δε άσκηση δικαιοδοσίας από το αλλοδαπό δικαστήριο αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και β) όσον αφορά στη διάταξη της αλλοδαπής αποφάσεως περί λογοδοσίας της αναιρεσείουσας, έχει εκδοθεί αντίθετη αμετάκλητη απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου (η υπ'αρ. 4767/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δυνάμει της οποίας απαλλάχθηκε η ήδη αναιρεσείουσα από την υποχρέωση προς λογοδοσίας. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 5731/2009 απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την τριτανακοπή και ακύρωσε εν μέρει την υπ' αρ. 5330/2008 απόφαση, κατά το μέρος αυτής που κήρυξε εκτελεστή στην Ελληνική Επικράτεια την υπ' αρ. 2002 TT00121/C απόφαση του ανωτέρω αλλοδαπού Δικαστηρίου, ως προς τις διατάξεις που αναφέρονται σε υποχρέωση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας να υποβάλλει λογοδοσία και να αποδώσει στοιχεία της κληρονομικής περιουσίας, διότι έρχονται σε αντίθεση με τελεσίδικη (και αμετάκλητη) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθ' όσο μέρος απέρριψε την τριτανακοπή, έπληξε με έφεση της η αναιρεσείουσα, επιδιώκοντας την ακύρωση της υπ' αρ. 5330/2008 αποφάσεως καθ' όλες της τις διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επί της αιτήσεως των καθ'ων η τριτανακοπή και ήδη εφεσίβλητων Ν. Σ. και Μ. Γ., ως συνεκτελεστών της κληρονομιαίας περιουσίας του Ν. Σ. Ζ. και της Τζέι Πι Μόργκαν Τσέις Μπάνκ Ν.Α., ως εμπιστευματοδόχου του Φιλανθρωπικού Εμπιστεύματος Ν. Σ. Ζ. (D. C. Z. Charitable Trust) κατά της τριτανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας Π. Π. Κ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2002 ΤΤ 00121/C απόφαση του Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης Επαρχία Μονρόε, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, ερήμην της τελευταίας, η οποία καίτοι κλήθηκε δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, με την οποία αποφασίστηκαν και διατάχθηκαν κατά λέξη τα ακόλουθα.
"1)ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του Αποβιώσαντος με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 2000 είναι πλαστή, άκυρη και ανίσχυρη, και επιπλέον 2) ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η Εναγόμενη, Π. Κ. δεν έχει κανένα κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του Αποβιώσαντος που βρίσκεται στην Ελλάδα ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, με εξαίρεση την συγκεκριμένη κληροδοσία ποσού 5.000 δολαρίων ΗΠΑ, ως κληροδόχος σύμφωνα με το Άρθρο IV.E. της Διάταξης Τελευταίας Βούλησης και Διαθήκης του Αποβιώσαντος με ημερομηνία 25 Ιουνίου 2001, και επιπλέον 3)ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η JP Morgan Chase Bank, Ν.Α., ως Εμπιστευματοδόχος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Ν. Σ. Ζ. (D. C. Z. Charitable Trust) δυνάμει του Έκτου Άρθρου της από 25 Ιουνίου 2001 Διάταξης Τελευταίας Βούλησης και Διαθήκης του Ν. Σ. Ζ., είναι ο μοναδικός καθολικός κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ν. Σ. Ζ. στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελλάδα και όπου αλλού βρίσκεται τέτοια περιουσία, και επιπλέον 4)ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η Π. Κ. ως εν τοις πράγμασι πληρεξούσιος του Ν. Σ. Ζ. οφείλει να υποβάλει λογοδοσία στο Δικαστήριο τούτο μέχρι την 1η Αυγούστου 2006 για κάθε πράξη που ενήργησε ως εν τοις πράγμασι πληρεξούσιος κατά την διάρκεια των τελευταίων έξι ετών της ζωής του αποβιώσαντος, και επιπλέον 5)ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ όπως η Π. Κ. παραδώσει στους Ενάγοντες, ως θεματοφύλακες της κληρονομιαίας περιουσίας και του Εμπιστεύματος κάθε περιουσιακό στοιχείο που είτε έλαβε από τον Αποβιώσαντα, κάθε περιουσιακό στοιχείο που άνηκε στον Αποβιώσαντα ή κάθε περιουσιακό στοιχείο που κατέχει και το οποίο αποτελεί σήμερα μέρος της Κληρονομιαίας Περιουσίας του Ν. Σ. Ζ., και επιπλέον 6)ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ σε σχέση με συναλλαγές στις οποίες συμμετείχε η Π. Κ. κάνοντας χρήση του Πληρεξουσίου του Αποβιώσαντος, με τις οποίες απέκτησε ατομικό συμφέρον στην περιουσία, ότι αυτές λογίζονται άκυρες και η Π. Κ. υποχρεούται όπως επιστρέψει όσα περιουσιακά στοιχεία τυχόν απέκτησε από τις συναλλαγές αυτές στους θεματοφύλακες, και επιπλέον
7) ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι η προσωρινή περιοριστική διαταγή δυνάμει της οποίας απαγορεύεται στην Π. Κ. να μεταφέρει, ασωτεύει επί ή βαρύνει οιοδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία του Αποβιώσαντος ή περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο παρελθόν στον Αποβιώσαντα ή οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία απέκτησε κάνοντας χρήση του Πληρεξουσίου παραμένει εν ισχύ μέχρι την στιγμή που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία επιστραφούν στους Ενάγοντες ως θεματοφύλακες της Κληρονομιαίας Περιουσίας και του Εμπιστεύματος του Αποβιώσαντος". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι καθών η τριτανακοπή και ήδη εφεσίβλητοι με την από 2-11-2006 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν να κηρυχθεί εκτελεστή η ως άνω αλλοδαπή απόφαση. Επί της αιτήσεως αυτών, που εκδικάστηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 3830/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση της αιτήσεως προκειμένου να προσκομιστεί πιστοποιητικό του Γραμματέα του εν λόγω αλλοδαπού Δικαστηρίου που να πιστοποιεί ότι η αλλοδαπή αυτή απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη και εκτελεστή κατά το δίκαιο έκδοσης της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5330/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αφού έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εκτελεστή σύμφωνα με το από 20-8-2007 πιστοποιητικό του αλλοδαπού Δικαστηρίου, ότι το τελευταίο αυτό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου να επιληφθεί της υποθέσεως ως εκ της τελευταίας κατοικίας του κληρονομούμενου στην αλλοδαπή, ότι η εναγομένη δεν στερήθηκε του δικαιώματος συμμετοχής της στη δίκη ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, ότι δεν έχει εκδοθεί αντίθετη απόφαση ημεδαπού δικαστηρίου για την υπόθεση αυτή και ότι η εν λόγω αλλοδαπή απόφαση δεν είναι αντίθετη με την ελληνική δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, κήρυξε την υπ' αριθμ. 2002 TT00121/C απόφαση του Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Ν. Υόρκης Επαρχία Μονρόε εκτελεστή στην ελληνική επικράτεια. Κατά το χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4767/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αφού συνεκδικασε α] την από 15-4-03 αγωγή της τριτανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας Π. Π. Κ. κατά της καθ'ης η τριτανακοπή και ήδη εφεσίβλητου τράπεζας Τζει Πι Μόργκαν Τσεις Μπανκ και β] την από 20-12-2002 αγωγή των καθών η τριτανακοπή και ήδη εφεσίβλητων Ν. Σ. και Μ. Γ. κατά της τριτανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας Π. Π. Κ. απέρρίψε αυτές. Ειδικότερα την πρώτη των ως άνω αγωγών, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι αυτή εγκαταστάθηκε κληρονόμος στην περιουσία του κληρονομούμενου Ν. Ζ. δυνάμει της από 8-12-2000 ιδιόγραφης διαθήκης, απέρριψε λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, καθόσον η τελευταία κατοικία του κληρονομούμενου ήταν στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Με την δεύτερη των ως άνω αγωγών οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους ανακοινώσει λογαριασμό με αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, να παράσχει στους ενάγοντες πληροφορίες σχετικές με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την περιουσία του αποβιώσαντος Ν. Ζ. να υποχρεωθεί να αποδώσει στους ενάγοντες ό,τι απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής και τουλάχιστον, το ποσό των 54.320 ευρώ, να οριστεί τόπος και χρόνος για την εγχείριση του λογαριασμού και να απειληθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για την περίπτωση μη συμμορφώσεως της προς την εκδοθησόμενη απόφαση. Ειδικότερα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφαση του αυτή, η οποία κατά το σκέλος αυτό είναι αμετάκλητη σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 6667/2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε με ισχύ δεδικασμένου α] ότι ο ως άνω αποβιώσας Ν. Ζ. έδωσε προφορική εντολή στην εναγόμενη να διαχειρίζεται την περιουσία του στην Ελλάδα, ότι συνέταξε το υπ' αριθμ. …/1984 ειδικό πληρεξούσιο του Συμ/φου Αθηνών Σωτηρίου Μεντζέλου με το οποίο την εξουσιοδότησε να πωλεί και μεταβιβάζει ελεύθερα μέρος των οριζόντιων ιδιοκτησιών που διέθετε στην Αθήνα, να εισπράττει μισθώματα, να τα καταθέτει σε κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, να καταθέτει τις φορολογικές του δηλώσεις, να τον εκπροσωπεί ενώπιον διοικητικής, δικαστικής αρχής κλπ, β] ότι η εναγόμενη επί 16 συναπτά έτη εκτελούσε την εντολή κατά τα συμφωνηθέντα, ενημέρωνε κάθε έτος τον θείο της Ν. Ζ. για τις διαχειριστικές της κινήσεις, οι οποίες τύγχαναν της απολύτου εγκρίσεως αυτού, ο οποίος και ουδέποτε ανακάλεσε το προαναφερόμενο πληρεξούσιο και γ] ότι η εναγόμενη το έτος 1999, που ο ως άνω θείος της επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, του απέδωσε λογαριασμό των διαχειριστικών της πράξεων, τις οποίες αυτός ενέκρινε πλήρως, το δε επόμενο έτος ο τελευταίος απέστειλε στην εναγόμενη την από 8-12-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποία, επιθυμώντας να της εκφράσει τις ευχαριστίες του για την προσωπική φροντίδα και μέριμνα που επέδειξε στην διαχείριση των περιουσιακών του υποθέσεων, την εγκαθιστούσε κληρονόμο του στην ευρισκόμενη στην Ελλάδα περιουσία του. Με βάση τα ανωτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτό με ισχύ δεδικασμένου όπως προαναφέρθηκε ότι η ως άνω ρητή, πλήρης και ανεπιφύλακτη έγκριση των διαχειριστικών ενεργειών της εναγομένης απαλλάσσει αυτή από την υποχρέωση λογοδοσίας και απέρριψε την δεύτερη των ως άνω αγωγών ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 5731/2009 απόφαση που εκδόθηκε επί της τριτανακοπής της ήδη εκκαλούσας, με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθμ. 5330/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κήρυξε εκτελεστή στην ελληνική επικράτεια την υπ' αριθμ. 2002 TT00121/C απόφαση του Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης Επαρχία Μονρόε, αφού έκρινε ότι οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής που κατά λέξη παρατίθενται ανωτέρω με στοιχεία 4, 5, 6, 7 [που αναφέρονται στην υποχρέωση της εκκαλούσας να υποβάλλει λογοδοσία και να αποδώσει στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας, στην ακυρότητα των συναλλαγών στις οποίες προέβη ως πληρεξούσια του αποβιώσαντος και στην διατήρηση της ισχύος της προσωρινής περιοριστικής διαταγής με την οποία απαγορεύεται σ' αυτή να μεταφέρει, επιβαρύνει κλπ περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντος] έρχονται σε αντίθεση προς την ανωτέρω αμετάκλητη κατά τούτο απόφαση υπ' αριθμ. 4767/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακύρωσε εν μέρει κατά το σκέλος αυτό την ως άνω υπ' αριθμ. 5330/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την κρινόμενη έφεση η εκκαλουσα εκθέτει ότι ο θείος της Ν. Ζ. που απεβίωσε στις 25-11-2001 στις ΗΠΑ, με την από 8-12-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 3451/5-7-2002 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1362/5-7-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την εγκατέστησε κληρονόμο του στην ευρισκόμενη στην Ελλάδα κινητή και ακίνητη περιουσία του, την δε κληρονομιά αυτού αποδέχθηκε με την υπ'αριθμ. …/2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Αθηνών Κυριακής Λογαρά. Εκθέτει περαιτέρω ότι ο αποβιώσας θείος της συνέταξε και την από 25-6-2001 διαθήκη του, η οποία αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε κυρία με την από 6-2-2002 απόφαση του Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Ν. Υόρκης Επαρχία Μονρόε και δημοσιεύτηκε και στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 16-4-2002 και καταχωρήθηκε στα βιβλία αυτού, στον τόμο … με αριθμό …, με την οποία όρισε κληρονόμο του την τρίτη των ήδη εφεσίβλητων και εκτελεστές της διαθήκης του τους δύο πρώτους των ήδη εφεσίβλητων. Με βάση τα ανωτέρω και με τον ισχυρισμό ότι η αληθής βούληση του διαθέτου θείου της ήταν με τις δύο εν λόγω διαθήκες του να διαθέσει χωριστά τα ευρισκόμενα αφενός στην Ελλάδα και αφετέρου στις Η ΠΑ περιουσιακά του στοιχεία, παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη ως άνω υπ'αριθμ. 5731/2009 απόφαση κατά το κεφάλαιο που δέχθηκε ότι οι λοιπές διατάξεις της ως άνω αλλοδαπής αποφάσεως που παρατίθενται ανωτέρω με στοιχεία 1, 2, 3 [και αναφέρονται στο ότι α] η από 8-12-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος Ν. Ζ. είναι πλαστή, άκυρη και ανίσχυρη, β] η εναγόμενη και ήδη εκκαλουσα δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του τελευταίου που βρίσκεται στην Ελλάδα ή στις Η ΠΑ με εξαίρεση την κληροδοσία ποσού 5.000 δολλαρίων ΗΠΑ και γ] η Τράπεζα Τζέι Πι Μόργκαν Τσεις Μπανκ ως εμπιστευματοδόχος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Ν. Σ. Ζ. είναι καθολικός και μοναδικός κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος στην Ελλάδα στις ΗΠΑ και όπου αλλού βρίσκεται], δεν αντίκειται στο ημεδαπό δίκαιο, στην ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και απέρριψε την τριτανακοπή κατά τούτο, έσφαλε. Οι ως άνω διατάξεις της αλλοδαπής αποφάσεως δεν αντιτίθενται ευθέως προς τις κατά το χρόνο επέκτασης ισχύος της αλλοδαπής απόφασης, κρατούσες στην Ελλάδα, θεμελιώδεις αρχές, που αφορούν τις κοινωνικές, ηθικές, οικονομικές πολιτικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις εντός του Ελλαδικού χώρου, σε τρόπο ώστε να υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί κατάσταση μη προσαρμοζόμενη προς τις αρχές αυτές, που θεμελιώνουν τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό. Εξάλλου δεν αντίκεινται ούτε στις περί ηθικής αντιλήψεις που έχει ένας κοινωνικός άνθρωπος που κατά τη γενική αντίληψη είναι χρηστός, γνωστικός και έχει σωστή σκέψη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 5731/2009 απόφαση του έκρινε ότι η ως άνω αλλοδαπή απόφαση κατά τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις της δεν είναι αντίθετη προς την ελληνική δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος εφέσεως ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία. Τέλος η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι αναφορικά με τις αξιώσεις της που απορρέουν από την από 8-12-2000 ιδιόγραφη διαθήκη και ειδικότερα αναφορικά με την αναγνώριση κληρονομικού της δικαιώματος υφίσταται εκκρεμοδικία, καθόσον έχει ασκήσει την υπ'αριθμ. 7349/2008 έφεση κατά το σκέλος της υπ'αριθμ. 4767/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την συναφή αγωγή της λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων ως εκ του τόπου κατοικίας στην αλλοδαπή του κληρονομούμενου. Ο ισχυρισμός της αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον τα ανωτέρω έχουν κριθεί με ισχύ δεδικασμένου από την υπ'αριθμ. 2002 TT00121/C τελεσίδικη απόφαση του αποκλειστικά αρμόδιου προς τούτο Δικαστηρίου Ειδικής Δωσιδικίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης Επαρχία Μονρόε." Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Όμως ειδικά ως προς τη διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση ότι η αλλοδαπή απόφαση στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας και συνεπώς αντίκειται στην Ελληνική δημόσια τάξη, ως προς αυτή είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π. 111/2009, 114/2009),στο οποίο, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της τριτανακοπής, δεν είχε προταθεί, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1, ήτοι ότι έχει παραβιάσει το άρθρο 6 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/ 1974, που ορίζει ότι "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", διότι, με το να δεχθεί ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία την τίμησε ο θείος της, είναι προϊόν πλαστογραφίας, προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητας της. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο , όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της τριτανακοπής, δεν είχε προταθεί, ενώ περαιτέρω δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. Πέραν τούτων δε είναι και αβάσιμος, διότι η παραδοχή από πολιτικό δικαστήριο ότι η ιδιόγραφη διαθήκη είναι προϊόν πλαστογραφίας δεν προσβάλλει το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα ποινικά δικαστήρια, αλλά μόνο στοιχείο που εκτιμάται ελεύθερα, κατά τα άρθρα 177 και 178 Κ.Ποιν.Δ., σύμφωνα με το άρθρο 62 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 300/2005), ενώ, επιπροσθέτως, η προαναφερθείσα απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου διαπιστώνει και κηρύσσει την πλαστότητα της διαθήκης, χωρίς να την αποδίδει σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ'αρ. 13456588, σειρά VI, διπλότυπο της ΙΓ' Δ.Ο.Υ. παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ'αρ. εκθ. κατάθεσης 217/2013 αίτηση για αναίρεση της 3270/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή