Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1181 / 2022    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1181/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. Κ., κατοίκου ... του Μονακό. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπαζίνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. (Έ.) Α. του Ι., κατοίκου Θεσσαλονίκης και κατά δήλωσή της κατοίκου ... του Μονακό, 2) ..., Κυπριακής Εταιρίας με καταστατική έδρα στη Λευκωσία της Κύπρου, που εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Μ. Π. του Σ., κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και κατά δήλωσή του κατοίκου Λεμεσού Κύπρου, 4) Ε. (Έ.) Γ. του Χ., πρώην κατοίκου Λάρνακας Κύπρου και ήδη αγνώστου διαμονής και 5) Α. Α. - Ζ., κατοίκου Λάρνακας Κύπρου, ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Γεώργιο Κοπακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αγωγή και την από 31-3-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 2013/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001 , ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1101/1993). Περαιτέρω από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1β' και 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως συγχωρούνται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών και αιτήσεων δεν επιτρέπεται αναίρεση πριν περατωθεί οριστικά η δίκη ως προς όλα τα αιτήματα ,που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, ακόμη και αν δεν υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, και τούτο χάριν της οικονομίας της δίκης και για την ταχεία περάτωσή της και προς αποτροπή της κατάτμησης και της παρελκύσεως της δίκης με ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων διεξαγωγής της (ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 458/2020, AΠ 1260/2015, ΑΠ 876/2015).
Συνεπώς, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται στο ανωτέρω ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 1/2019), το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Επίσης από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδάφ.α', 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση ,που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλίαν οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1147/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 318/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων, που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού ,(όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) και συγκεκριμένα με δήλωση ,που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού, που παραιτείται ή με τις προτάσεις, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραιτήσεως από της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο ενάγων, του οποίου απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη, δεν ασκεί ένδικο μέσο κατά της απορριπτικής απόφασης, αλλά ασκεί νέα αγωγή. Η αποδοχή της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 454/2020, ΑΠ 704/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στο δικαστήριο τούτο, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Σε αυτή την περίπτωση, ο προβάλλων τις ενστάσεις διάδικος καταθέτει τις προτάσεις του είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως δικάσιμος θεωρείται η δικάσιμος κατά την οποία συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297 (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), 299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εάν δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης. Επομένως, τέτοια παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου ανεξαρτήτως της μη υποχρεωτικότητας αυτών κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον ο ίδιος ο παραιτούμενος επέλεξε να καταθέσει προτάσεις και να προβεί με τον τρόπο αυτό στην παραίτηση. Ανάκληση της δοθείσας παραίτησης δεν είναι νόμιμη, γιατί δεν προβλέπεται στο νόμο. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης, που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 657/2020). Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από το αρμόδιο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 1180/2013). Τα έξοδα βαρύνουν κατ` αρχήν τον παραιτούμενο, δεν αποδίδονται, όμως, τα έξοδα, στα οποία ο αντίδικός του υποβλήθηκε για τη σύνταξη και την κατάθεση προτάσεων, εφόσον γνώριζε ότι είχε ήδη γίνει έγκυρη παραίτηση, αφού τότε πρόκειται για έξοδα από απροσεξία ή από υπερβολική πρόνοια του αντιδίκου του (ΑΠ 657/2020). Tέλος, η δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 7/1993) και δεν ανακαλείται (ΑΠ 100/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της εδρεύουσας στην Λεμεσό Κύπρου και μη διαδίκου Κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία ….Limited την υπ. αριθμ. 1385/2017 αγωγή του, στην οποία αναφέρει ότι η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) είναι εν διαστάσει σύζυγός του, έκκρεμει δε η λύση του γάμου τους με διαζύγιο ενώπιον του Αρείου Πάγου, Ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους δημιούργησαν μεγάλη οικογενειακή περιουσία. Ότι με κοινή τους συμφωνία παραχωρήθηκε στην πρώην σύζυγό του κατά τους τύπους η μέγιστη πλειοψηφία μετοχικών, περιουσιακών και άλλων δικαιωμάτων επί των κοινών τους περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να μεταβληθεί η μεταξύ τους συμφωνία ότι τα πάντα τους ανήκουν κατά ίσα μέρη. Ότι η πρώην σύζυγός του ανέλαβε αποκλειστικά την οργάνωση της κοινής τους περιουσίας δια μέσου μιας δαιδαλώδους δομής Κυπριακών εταιριών. Ότι η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) εταιρία, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος είναι η πέμπτη εναγομένη(ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), συστάθηκε από τον ίδιο και την πρώην σύζυγό του για να λειτουργήσει ως εταιρία - κέλυφος για την αγορά, χρήση και προστασία έναντι τρίτων τριών αεροσκαφών, κατόπιν δε κοινής τους συμφωνίας ο ίδιος είχε την αποκλειστική χρήση του πρώτου αεροσκάφους από αυτά, ακόμη και μετά τη διάστασή της έγγαμης συμβίωσης τους. Ότι την 28η.05.2010 δέχθηκε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από την έκτη εναγομένη (ήδη μη διάδικο) εταιρία, με το οποίο τον καλούσε να υπογράψει ένα (εικονικό/ψευδές) σχέδιο ναυλοσυμφώνου, που υποτίθεται ότι συντάσσεται μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του ίδιου και ένα (εικονικό/ψευδές) τιμολόγιο για πληρωμή δήθεν οφειλόμενων ναύλων από τη χρήση του ανωτέρω αεροσκάφους, ύψους 530.275,00 ευρώ, για το έτος 2009. Ότι το σχέδιο αυτό, το οποίο αρνήθηκε να υπογράψει, διότι ο ίδιος είχε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του αεροσκάφους, βάσει της συμφωνίας του με την πρώην σύζυγό του, έφερε ανακριβή ημερομηνία 01.02.2009 και ανέφερε ότι η δεύτερη εναγομένη του διέθεσε από την 01.02.2009 το αεροσκάφος και ότι η σύμβαση αυτή γίνεται για να καταχωρηθούν οι όροι της διάθεσης. Ότι στις 5.10.2010 έλαβε και δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα με νέο (εικονικό/ψευδές) τιμολόγιο για το ποσό των 138.575,00 ευρώ για δήθεν οφειλόμενους ναύλους για το έτος 2010, το οποίο αρνήθηκε ομοίως να πληρώσει. Ότι ενόψει της ανωτέρω άρνησής του η πρώην σύζυγός του κατήρτισε σε συνεργασία με τη δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων εκ των υστέρων, περί την αρχή Οκτωβρίου του 2010, εικονικό ναυλοσύμφωνο μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και της έκτης εναγομένης εταιρίας, στο οποίο έθεσαν ημερομηνία 3.02.2009 και ανέφεραν ψευδώς ότι η δεύτερη εναγομένη έχει καταστήσει διαθέσιμο από την 3η.02.2009 το εν λόγω αεροσκάφος στην έκτη εναγομένη για να το χρησιμοποιούν τα στελέχη της για επαγγελματικούς λόγους. Ότι την 5η.06.2010 είχε αφιχθεί με το ως άνω αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον υιό του, και ότι κατά την αναχώρησή του την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε στο αεροδρόμιο η πρώην σύζυγός του, με τον τρίτο εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο), κατά δήλωσή του εκπρόσωπο της τυπικής κυρίας του αεροσκάφους, και ισχυρίστηκαν ψευδώς στις αστυνομικές αρχές ότι έχει "αρπάξει" και "οικειοποιηθεί παράνομα" το αεροσκάφος από την κυρία αυτού, δεύτερη εναγομένη, και ότι δεν έχει δικαίωμα να το απογειώσει. Ότι τα αστυνομικά όργανα παραπείσθηκαν με αποτέλεσμα να του αφαιρέσουν τα κλειδιά του αεροπλάνου, τα οποία παρέδωσαν αρχικά στον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος φέρεται να τα παρέδωσε στη συνέχεια στην πρώτη εναγομένη. Ότι ο ίδιος κράτησε τα πτητικά έγγραφα του αεροπλάνου, έτσι ώστε να βεβαιώνεται το μη οικειοθελές της παράδοσης των κλειδιών στα αστυνομικά όργανα. Ότι η πέμπτη εναγομένη άσκησε εναντίον του, για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης εταιρίας την από 08.10.2010 ψευδή αγωγή της στην Κύπρο, με την οποία του ζητούσε να της καταβάλει για δήθεν οφειλόμενους ναύλους του αεροσκάφους το ποσό των 668.850,00 ευρώ. Ότι προκειμένου να επιτύχει την ευδοκίμηση της αγωγής της η πέμπτη εναγομένη προσκόμισε ενώπιον του αρμοδίου Κυπριακού δικαστηρίου τα προαναφερθέντα ψευδή ναυλοσύμφωνα και τιμολόγια. Ότι ακολούθως η πέμπτη εναγομένη παραιτήθηκε ανεπιφύλακτα από την ανωτέρω αγωγή, γεγονός που κατά το κυπριακό δίκαιο ισοδύναμεί με την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής. Ότι ο τρίτος εναγόμενος άσκησε εναντίον του την με αριθμό κατάθεσης 36818/2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος τους αναφερόμενους στο αγωγικό του δικόγραφο ψευδείς ισχυρισμούς, με την οποία ζητούσε να του καταβάλει το ποσό του 1.200.000,00 ευρώ για προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία δήθεν έλαβε χώρα δια της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής που κατέθεσε ο ίδιος (ενάγων) στη Θεσσαλονίκη, όταν έλαβε χώρα η αποβολή του από το ανωτέρω αεροσκάφος. Ότι κατά την συζήτηση της αγωγής εξετάστηκε ως μάρτυρας ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), ο οποίος επιβεβαίωσε τους ψευδείς ισχυρισμούς του τρίτου εναγομένου εν γνώσει του ψεύδους τους. Ότι με την από 21.09.2012 προσθήκη - αντίκρουσή του ο τρίτος εναγόμενος επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο το με φερόμενη ημερομηνία Μαΐου του 2010 και πραγματική ημερομηνία 07.06.2010 πληρεξούσιο της δεύτερης εναγόμενης σε αυτόν, που συντάχθηκε στην Κύπρο, με το οποίο υποτίθεται ότι τον "εξουσιοδοτεί" να την "εκπροσωπεί" σε ένα μακρύ κατάλογο εμπορικών και άλλων συναλλακτικών πράξεων σε σχέση με το εν λόγω αεροσκάφος. Ότι στην πραγματικότητα το πληρεξούσιο αυτό ήταν απολύτως εικονικό και εκδόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να παραπλανήσει το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ότι κατά το χρόνο του επεισοδίου στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης ενεργούσε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό την ευδοκίμηση της αγωγής του. Ότι διαρκούσης της ανωτέρω αντιδικίας η πέμπτη εναγομένη υπέβαλε, για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, εναντίον του την από 02.11.2011 έγκλησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για υπεξαγωγή εγγράφων, στην οποία περιέλαβε τους αναφερόμενους λεπτομερώς στην αγωγή ψευδείς ισχυρισμούς της ότι δήθεν η δεύτερη εναγομένη ναυλώνει το αεροσκάφος σε τρίτα πρόσωπα και ότι ο ίδιος είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί προσωρινά το αεροσκάφος βάσει του ψευδούς ναυλοσυμφώνου μεταξύ της δεύτερης και της έκτης των εναγομένων. Ότι συνεπεία της ανωτέρω έγκλησης ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη συνεδρίαση της 27ης.03.2014, κατά την οποία παραστάθηκε η δεύτερη εναγομένη, δια του τρίτου εναγομένου, ως πολιτικώς ενάγουσα, ζητώντας την επιδίκαση σε αυτή του ποσού των 44,00 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ότι κατά την προδικασία της εν λόγω ποινικής υπόθεσης ο τρίτος εναγόμενος κατέθεσε ενόρκως την 27.04.2011 ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης του ΙΣΤ Προανακριτικού Τμήματος, τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ψευδή γεγονότα, επιβεβαιώνοντας το ψευδές περιεχόμενο της ανωτέρω έγκλησης. Ότι την ίδια ως άνω ψευδή κατάθεσή του επανέλαβε ο τρίτος εναγόμενος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο τόσο ενώπιον του Γ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που με την υπ' αρ. 6924/2014 απόφασή του τον απάλλαξε από την κατηγορία, όσο και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση την υπόθεση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων. Ότι από τις παραπάνω άδικες πράξεις των εναγομένων, που έγιναν με σκοπό να τον συκοφαντήσουν, καταμηνύσουν ψευδώς και προκαλέσουν βλάβη στην περιουσία του, προσβλήθηκε η προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη. Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο ενάγων ζητά: 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, να του καταβάλουν νομιμοτόκως ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης: Α) η πέμπτη και η δεύτερη των εναγομένων εις ολόκληρον το ποσό των 50.000,00 ευρώ, για την πράξη τής απόπειρας κακουργηματικής απάτης επί δικαστηρίω, που τελέσθηκε στο πλαίσιο της εναντίον του αγωγής στην Κύπρο και η πρώτη εναγομένη το ποσό των 80.000 ευρώ για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, Β) οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 50.000,00 ευρώ για τις άδικες πράξεις, στις οποίες προέβησαν στο πλαίσιο της εναντίον του αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Γ) οι πρώτη, δεύτερη, τρίτος και πέμπτη των εναγομένων το ποσό των 50.000,00 ευρώ εις ολόκληρον έκαστος, για τις πράξεις που τέλεσαν αυτοί στο πλαίσιο της εις βάρος του έγκλησης της δεύτερης εναγόμενης και Δ) οι πρώτη και τρίτος των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 80.000,00 ευρώ για την πράξη της ψευδορκίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την κατ' έφεση εκδίκαση της έγκλησης της δεύτερης εναγόμενης. 2) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι: Α) να παραλείπουν στο μέλλον τη συνέχιση των παραπάνω δικαστικών διαδικασιών και κάθε νέας παρόμοιας διαδικασίας και Β) να παραλείπουν στο μέλλον κάθε προσβολή του δικαιώματος του στην προσωπικότητα. 3) Να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει διαπράξει αδικοπραξία έναντι της δεύτερης εναγόμενης, αρνηθείς την 06.06.2010 να παραδώσει και κατακρατώντας τα πτητικά έγγραφα του αεροσκάφους στη Θεσσαλονίκη και συνεπώς ότι αυτή δεν έχει αξίωση ηθικής βλάβης εναντίον του για όσα αναφέρει στην από 02.11.2011 έγκλησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επικουρικά, ζητά να διαταχθεί ο παραμερισμός της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης εναγόμενης, καθότι συντρέχει περίπτωση κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη (ως ο κυρίαρχος τελικός δικαιούχος) εκμεταλλεύεται το χωρισμό ανάμεσα σε εταιρία και φυσικά πρόσωπα προσπαθώντας αφενός να δυσχεράνει ή ακόμη και να εμποδίσει ολοσχερώς την πρόσβασή του στα οικογενειακά περιουσιακά τους στοιχεία αφετέρου να υπεκφύγει η ίδια από τις ευθύνες, που προκύπτουν από τις ενέργειες στις οποίες προέβη η δεύτερη εναγομένη εναντίον του. Επιπλέον (πιο επικουρικά) ζητά να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη δεν έχει αξίωση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, διότι δεν διαθέτει τα κύρια χαρακτηριστικά (κύρος, φήμη, αξιοπιστία) ,που συνθέτουν τη νομική προσωπικότητα ενός προσώπου και 4) Να αναγνωρισθεί έναντι όλων των εναγομένων η εικονικότητα: ί) του από 03.02.2009 ναυλοσυμφώνου μεταξύ της δεύτερης ενομέμενης και της έκτης εναγομένης για το αεροσκάφος με στοιχεία ….., ίί) του υπ' αρ. 1/26.05.2010 τιμολογίου της δεύτερης εναγομένης προς τον ίδιο, ίίί) του υπ' αρ. 2/01.10.2010 τιμολογίου της δεύτερης εναγόμενης προς τον ίδιο και ίν) του από 06.05.2010 πληρεξουσίου της δεύτερης εναγομένης προς τον τρίτο εναγόμενο. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε στο ίδιο ανωτέρω δικαστήριο την υπ' αριθ. 5167/2017 παρεμπίπτουσα (όπως την ονομάζει) αγωγή του κατά της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, στην οποία εκθέτει ότι αλλοδαποί δικηγόροι των εναγομένων αυτών, ενεργούντες κατ' εντολή τους, μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, με αφορμή την αναφορά του στην πρώτη αγωγή ότι παρακολουθείται από την σύζυγό του- ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, του απέστειλαν επιστολή ,με την οποία τον κατηγορούν για παραβίαση της από 11/6/2014 εμπιστευτικής συμφωνίας συμβιβασμού ,που σύναψε στην Αγγλία με την σύζυγό του, γεγονός το οποίο είναι εν γνώσει τους ψευδές και τον απειλούν με συνέπειες, αν δεν αποσύρει την πρώτη αγωγή και ζητεί, λόγω της παράνομης και υπαίτιας αυτής προσβολής της προσωπικότητάς του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν νομιμοτόκως, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, να υποχρεωθούν να παραλείπουν κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του και να καταδικασθούν σε χρηματική ποινή υπέρ του ίδιου ποσού 10.000 ευρώ και προσωπική κράτηση διαρκείας ενός μηνός για κάθε μελλοντική παράβαση. Οι ανωτέρω δύο αγωγές συζητήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 21/11/2017 ερήμην της μη διαδίκου εταιρείας ... και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2013/18-2-2019 απόφαση με την οποία: 1) Συνεκδικάσθηκαν οι δύο αγωγές ερήμην της εταιρείας ... και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. 2) Απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή ως προς την εταιρεία ... . 3) Θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, κατά το άρθρο 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. ,η πρώτη αγωγή ως προς την πρώτη και τον τέταρτο των αναιρεσίβλητων και επίσης θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα κατά το άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ η δεύτερη (παρεμπίπτουσα) αγωγή ως προς αμφοτέρους τους εναγόμενους αυτής (ήδη πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων), γιατί κρίθηκε ότι οι αγωγές αυτές δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα στους εναγόμενους αυτούς εντός της νόμιμης προθεσμίας των 60 και 90 ημερών αντιστοίχως από την κατάθεση της κυρίας αγωγής δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων κατοικούν και στην Θεσσαλονίκη, ενώ η πραγματική επίδοση των αγωγών στην πρώτη αναιρεσίβλητη, που είναι κάτοικος Μονακό και στον τρίτο και στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, που είναι κάτοικοι Κύπρου έγινε μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών από την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής. 4) Απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και ως προς τα ανωτέρω αιτήματα της αγωγής υπό στοιχεία ΙΑ, 3 επικουρικό, 3 επικουρικότερο και 4. 5) Απορρίφθηκε το υπό στοιχείο 2Α αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο και 6) Αναβλήθηκε κατά το άρθρο 249 Κ. Πολ. Δ η συζήτηση της πρώτης αγωγής ως προς τους δεύτερη, τρίτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ,μέχρις ότου περατωθεί αμετάκλητα η ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου εκκρεμής δίκη, που ανοίχθηκε με την υπ' αριθμ. 36818/2010 αγωγή του τρίτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του ιδίου ανωτέρω δικαστηρίου κατά των πρώτης, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους οι αγωγές θεωρήθηκαν ως μη ασκηθείσες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, την υπ' αριθμ. 3305/27-2-2019 τρίτη αγωγή, στην οποία ενσωματώνει κατά λέξη το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο αγωγών και ζητεί όσα ζήτησε με τις αγωγές αυτές κατά των αντιστοίχων εναγομένων εκάστης τούτων. Στην αγωγή αυτή ρητά αναφέρει ότι εγείρει την νέα αυτή τρίτη αγωγή υπό την ρητή επιφύλαξη του δικαιώματός του να προσβάλλει τη 2013/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με κάθε νόμιμο ένδικο μέσο. Ακολούθως ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στην οποία ρητά δηλώνει "παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, μόνο κατά των οριστικών κρίσεων, (ενν. της 2013/2019 αποφάσεως) δια των οποίων οι ... αγωγές μου θεωρήθηκαν μη ασκηθείσες ή και απορρίφθηκαν, ρητά επιφυλασσόμενος του δικαιώματός μου να ασκήσω έφεση κατά των λοιπών (ενν. κρίσεων), όταν επέλθει οριστική κρίσις αυτών". Την παραίτηση αυτή, που έκανε ο συντάξας την αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, ενέκρινε ο τελευταίος με το προσκομιζόμενο με επίκληση από αυτόν σε νόμιμη μετάφραση υπ' αριθμ. 1132/2021 από 19/3/2021 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου του Πριγκιπάτου του Μονακό .... Οι αναιρεσίβλητοι με τις από 21/3/2021 έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν στο δικαστήριο τούτο στις 22/3/2021, δηλαδή λιγότερες από 20 ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12/4/2021 (αφού η προθεσμία συμπληρώθηκε την 11/4/2021 ημέρα Κυριακή και συνεπώς, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ., έληγε στις 7 το βράδυ της επομένης ημέρας 12/4/2021, που όμως ήταν η ημέρα της δικασίμου) ισχυρίσθηκαν ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη α) ως προς μεν τους αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους οι δύο αγωγές θεωρήθηκαν ως μη ασκηθείσες, γιατί με την άσκηση της υπ' αριθμ. 3305/2019 (τρίτης) αγωγής, μετά την συζήτηση της οποίας έχει ήδη εκδοθεί η 8628/2020 εν μέρει οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, ο αναιρεσείων αποδέχθηκε ουσιαστικά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής και β) ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους γιατί ως προς αυτούς η απόφαση είναι εν μέρει οριστική και δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής, γιατί αυτές είναι απολύτως συναφείς προς τις διατάξεις, για τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής και είναι απαραίτητο όλα τα αιτήματα να κριθούν ενιαία προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Ο αναιρεσείων με τις από 9/4/2021 προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 9/4/2021 και στρέφονται κατά όλων των αναιρεσιβλήτων, πλην του τέταρτου (Ε. Γ.), αφού δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, γιατί η υπ' αριθμ. 3305/2019 (τρίτη) αγωγή του έγινε δεκτή ως προς αυτόν, λόγω της ερημοδικίας του, ισχυρίστηκε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με το παραδεκτό της αναίρεσης προβάλλονται απαραδέκτως, γιατί οι προτάσεις τους δεν κατατέθηκαν 20 ημέρες πριν την δικάσιμο. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο (12-4-2021) η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού COVID 19 και ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα συζήτηση η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και συνεπώς οι ανωτέρω προτάσεις των αναιρεσιβλήτων έχουν πλέον κατατεθεί περισσότερες από 20 ημέρες πριν την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης και, όπως προαναφέρθηκε, είναι παραδεκτές. Κατά την μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο ο αναιρεσείων παραστάθηκε για όλους τους αναιρεσιβλήτους και με τις από 29/10/2021 συμπληρωματικές προτάσεις, που κατέθεσε στις 29/10/2021, δηλώνει ότι εισάγει την αίτηση αναίρεσης και κατά του τετάρτου αναιρεσίβλητου, γιατί πλέον αυτός άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην του εκδοθείσας 8628/2020 απόφασης. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη σε σχέση με την πρώτη υπ' αριθμ. 1385/2017 αγωγή είναι παραδεκτή γιατί α) αυτή συνδέεται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και ως προς αυτήν εκδόθηκε οριστική απόφαση, αφού η αγωγή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, β) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναίρεσής του παραδεκτά παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει έφεση κατ' αυτής, η δε παραίτηση αυτή, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εγκρίθηκε από τον αναιρεσείοντα και γ) η άσκηση της τρίτης υπ' αριθμ. 3305/2019 αγωγής δεν συνιστά αποδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ενόψει ιδίως της ρητής αναφοράς, που περιλαμβάνεται σ' αυτήν, με την οποία ο αναιρεσείων επιφυλάχθηκε να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επίσης η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την δεύτερη (παρεμπίπτουσα) υπ' αριθμ. 5167/2017 αγωγή είναι επίσης παραδεκτή, γιατί όπως προαναφέρθηκε και για την πρώτη αναιρεσίβλητη ως προς την πρώτη αγωγή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι οριστική, εχώρησε παραδεκτά παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ' αυτής και συνεπώς κατέστη τελεσίδικη, ενώ και η άσκηση της τρίτης αγωγής δεν συνιστά αποδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επομένως κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Αντίθετα ως προς τους δεύτερη, τρίτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την πρώτη υπ' αριθμ. 5167/2017 αγωγή, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη γιατί αυτοί συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας μεταξύ τους αλλά και με την πρώτη και τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους εκδόθηκε οριστική απόφαση, αλλά ως προς αυτούς η απόφαση είναι εν μέρει οριστική και συνεπώς δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των προσβαλλομένων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης οριστικών διατάξεων αυτής πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στην δίκη για κάθε απλό ομόδικο, δεδομένου ότι όλα τα αγωγικά αιτήματα της αγωγής αυτής είναι απολύτως συναφή, αφού στηρίζονται στην ίδια επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα προϋπόθεση, ότι δηλαδή η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία αποτελεί εταιρεία κέλυφος και ότι ο αναιρεσείων κατείχε νόμιμα το επίδικο αεροσκάφος και σε κάθε περίπτωση υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από την χωριστή εκδίκαση των οριστικών διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Τέλος η αίτηση αναίρεσης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, γιατί ο αναιρεσείων ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν έχει προβεί παραδεκτά σε παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν είναι δεκτική ανακλήσεως, δεδομένου ότι ο δηλώσας την παραίτηση πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος είχε την γενική πληρεξουσιότητα να προβεί σε αυτήν, με βάση το προαναφερθέν από 19/3/2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου του Μονακό ... και συνεπώς ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο θα πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη. Σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. <<αν το πρόσωπο, στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση ......>>, ενώ κατά το άρθρο 136 παρ. 1 εδ'α' του ιδίου κώδικα <<η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 131 έως 134, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στις αρχές ή τα πρόσωπα, που αναφέρονται εκεί ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής και παραλαβής του ......>>. Οι ανωτέρω διατάξεις, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή, συνεχίζουν να εφαρμόζονται, στο βαθμό που δεν ορίζεται διαφορετικά, στην κρινόμενη κάθε φορά περίπτωση, από διεθνείς συμβάσεις, που έχει συνάψει και επικυρώσει με νόμο η Ελλάδα (ΑΠ 153/2019), οι οποίες έχουν την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερισχύουν έτσι των κοινών νόμων. Με τον Ν. 1354/1983 κυρώθηκε η από 15/11/1965 Σύμβαση της Χάγης "για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις". Η διεθνής αυτή σύμβαση, που αποτελεί συγκερασμό των αντιλήψεων για την προτίμηση της πραγματικής ή της πλασματικής επίδοσης, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκη δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 του κ. Πολ. Δ., δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε το δικόγραφο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να θεμελιώνεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 922/2020, ΑΠ 105/2014). Ειδικότερα σύμφωνα με με τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, την οποία έχει κυρώσει και το Πριγκιπάτο του Μονακό, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται ,είτε σύμφωνα με τους οριζομένους από τη νομοθεσία του κράτους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση τύπους ,είτε σύμφωνα με τον ειδικό τύπο, που ζητεί ο αιτών, υπό την προϋπόθεση να μην είναι ασυμβίβαστος με την νομοθεσία του κράτους τούτου και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο ,που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν (ΑΠ 501/2014). Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, γεγονός το οποίο, προκειμένου επί επιδόσεως, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, προκύπτει από την προσκομιδή της ως είρηται βεβαιώσεως της αρμόδιας αρχής, το αρμόδιο κάθε φορά δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ για τον υπολογισμό της ισχύουσας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προπαρασκευαστικής προθεσμίας για τους διαμένοντες στο εξωτερικό λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιελεύσεως του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό στον αρμόδιο Εισαγγελέα (Ολ ΑΠ 22-26/2009, ΑΠ 922/2020). Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραλήπτες, διαβιβάζονται απ` ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Κατά την διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, βάσει του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), γι` αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι` αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Έτσι, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση "επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας" παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενεργείας(ΑΠ 1405/2019). Εξάλλου, με το Ν. 4335/2015 τροποποιήθηκαν (μεταξύ άλλων) και διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στην τακτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη με σκοπό, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, να επιταχυνθεί η διαδικασία έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης με αντικατάσταση της μέχρι την εισαγωγή του νόμου αυτού εν μέρει προφορικής τακτικής διαδικασίας με μία κατ' αρχήν έγγραφη διαδικασία, η οποία εξελίσσεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τους περιεχομένους σ' αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων και τυπική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ενώ μόνο αν το δικαστήριο κρίνει ότι η υπόθεση δεν έχει διασαφηνιστεί αρκετά, ώστε να εκδοθεί επί της ουσίας απόφαση και υφίσταται λόγος εξέτασης μαρτύρων, τότε με απλή πράξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου ή ειρηνοδικείου διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για την εξέταση μαρτύρων. Έτσι κατά τις τροποποιηθείσες με τον ανωτέρω νόμο διατάξεις των άρθρων 237, 238 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 215, 254, 260, 271 επ. Κ. Πολ. Δ., που τροποποιήθηκαν ώστε να εναρμονιστούν με την νέα διαδικασία, όλες δε , κατά την διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1/1/2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης, ενώ εισάγεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και η ανάκληση της αγωγής, εάν αυτή δεν προωθείται. Ειδικότερα στο άρθρο 215 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ' αυτές (παρ. 1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ.1, οπότε κλείνει και ο φάκελλος της δικογραφίας (παρ. 2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ. 3), ενώ τέλος στο άρθρο 238 Κ. Πολ. Δ. ορίζεται ότι οι παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης και ανταγωγές στην περίπτωση του άρθρου 237 κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε 60 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 30 ημέρες για όλους τους διαδίκους αν ο αρχικός εναγόμενος ή κάποιος από τους ομόδικούς του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενεργείας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα. Η σοβαρή αυτή κύρωση, η οποία επιβλήθηκε για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, όταν εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία, δημιουργεί ερμηνευτικό πρόβλημα για το ποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος της επίδοσης της αγωγής για την εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της άσκησής της, ιδίως όταν ο προς ον η επίδοση είναι κάτοικος χώρας είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε εφαρμόζεται ο ανωτέρω 1393/2007 Κανονισμός, είτε άλλης χώρας, που έχει κυρώσει την σύμβαση της Χάγης, οπότε εφαρμόζεται η Σύμβαση αυτή και ειδικότερα, εάν κρίσιμος είναι ο χρόνος της πλασματικής επίδοσης της αγωγής στον Εισαγγελέα κατά το άρθρο 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ή ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον παραλήπτη εναγόμενο, αφού το άρθρο 215 παρ. 2 δεν αναφέρει αν η επίδοση σε χώρα της αλλοδαπής πρέπει να είναι πραγματική ή αρκεί η πλασματική επίδοση των άρθρων 134 και 136 ΚΠοΛΔ. Ο νομοθέτης με το άρθρο 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. θέλησε να υποχρεώσει τον ενάγοντα να ενεργήσει την επίδοση της αγωγής σε πολύ σύντομη προθεσμία μετά την κατάθεσή της, προκειμένου, αφ' ενός μεν να τηρηθούν οι ανωτέρω προθεσμίες που θεσπίζει το άρθρο 237 Κ. Πολ.Δ., αφ' ετέρου δε να δοθεί επαρκής χρόνος στον εναγόμενο να απαντήσει. Ο ενάγων τηρεί την οριζόμενη στο άρθρο 215 παρ. 2 προθεσμία ενεργείας για εναγόμενο κάτοικο αλλοδαπής με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα και εκπληρώνει την σχετική υποχρέωσή του, αφού ο χρόνος της πραγματικής επίδοσης στον εναγόμενο εκφεύγει απολύτως από την σφαίρα επιρροής του, γιατί εξαρτάται από σειρά ενεργειών άλλων αρμοδίων προσώπων για την έγκυρη διαβίβαση της αγωγής στην χώρα κατοικίας του εναγομένου και την έγκαιρη επίδοση σ' αυτόν εντός της σύντομης προθεσμίας του άρθρου 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ., ενέργειες τις οποίες δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να επηρεάσει. Με την επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο εισαγγελέα ολοκληρώνεται η σύνθετη διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής, με την ενέργεια και των δύο επιμέρους διαδικαστικών πράξεων της καταθέσεως και της επιδόσεως αυτής και οριοθετείται κατά τρόπο οριστικό και επίσημο το αντικείμενο της δίκης. Η αντίθετη εκδοχή ότι εντός της προθεσμίας των 60 ημερών πρέπει να γίνει και η πραγματική επίδοση της αγωγής στον κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, ως προς μεν τον κάτοικο χώρας της Ευρωπαϊκής ένωσης αντίκειται στο προαναφερθέν αυξημένης τυπικής ισχύος άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού, το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί με κοινό νόμο και επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία, που καθορίζεται από το δίκαιο της Ελλάδας, όπου πρέπει να διενεργηθεί η επίδοση εντός της τακτής προθεσμίας των 60 ημερών του άρθρου 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. , ως προς δε τον κάτοικο χώρας που έχει κυρώσει την Σύμβαση της Χάγης, στην οποία δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 9 παρ. 2 του Κανονισμού, έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του ,επίσης αυξημένης τυπικής ισχύος, άρθρου 15 της Σύμβασης, που επιβάλλει, κατά κανόνα, ως κύρωση την αναβολή της υπόθεσης, σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου, όταν δεν προκύπτει η εμπρόθεσμη πραγματική επίδοση της αγωγής σ' αυτόν. Σε κάθε δε περίπτωση η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης του άρθρου 6 παρ. 1 της έχουσας επίσης την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού κατά την στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων του ενάγοντος και του εναγόμενου επιβάλλει στον ενάγοντα, ο οποίος δεν έχει απολύτως κανένα έλεγχο της διαδικασίας ολοκλήρωσης της επίδοσης μετά την επίδοση της αγωγής στον Εισαγγελέα, την υπέρμετρα επαχθή και συνεπώς δυσανάλογη κύρωση για σφάλματα ή ολιγωρίες της αλλοδαπής αρχής, να θεωρηθεί η αγωγή του ως μη ασκηθείσα, εάν δεν γίνει και η πραγματική επίδοση στην αλλοδαπή χώρα εντός της συντομότατης και συνήθως μη επαρκούς προθεσμίας των 60 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, εμποδίζοντας έτσι την πρόσβασή του στο δικαστήριο, ενώ η προστασία του εναγομένου από την καθυστερημένη πραγματική επίδοση της αγωγής και την αδυναμία να καταθέσει εμπρόθεσμα προτάσεις μπορεί να επιτευχθεί με την αναβολή της υπόθεσης για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 241 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. δεν έχει καταργηθεί και το άρθρο 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ., όπως και το συναφές άρθρο 238 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ., που αφορά στην προθεσμία επίδοσης των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών δίκης δικογράφων (χωρίς όμως εκεί να προβλέπεται ως κύρωση της εμπρόθεσμης επίδοσης αυτών, ότι θεωρούνται ως μη ασκηθέντα) δεν προσδιορίζουν ρητά το απαιτούμενο είδος επίδοσης αυτών στον γνωστής διαμονής κάτοικο αλλοδαπής εναγόμενο, κατά τελολογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην άμεση επίδοση των εισαγωγικών δίκης δικογράφων ,ώστε να επιτευχθεί η έναρξη των προθεσμιών συζήτησης της νέας τακτικής διαδικασίας του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ. και η αποφυγή καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων και προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσκρουση των διατάξεων αυτών στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 παρ. 2 του 1393/2007 Κανονισμού, 15 της Σύμβασης της Χάγης και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ως επίδοση της αγωγής στο άρθρο 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. και ως επίδοση των εκεί αναφερομένων εισαγωγικών της δίκης δικογράφων στο άρθρο 238 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. στον γνωστής διαμονής κάτοικο χώρας του εξωτερικού εναγόμενο, για την εφαρμογή των προθεσμιών ενεργείας του ενάγοντος των 60 και 90 ημερών αντιστοίχως, νοείται η πλασματική επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. και όχι η πραγματική επίδοση στην κατοικία του εναγομένου στην χώρα διαμονής του. Τέλος , ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής ,των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα ,κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: <<Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 31.01.2017 την με ίδια ημερομηνία κρινόμενη αγωγή του κατά των εναγόμενων (ήδη αναιρεσιβλήτων) , που έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1385/2017, στα πλαίσια της ήδη ισχύουσας (νέας) τακτικής διαδικασίας που προβλέπεται πλέον από τον ΚΠολΔ μετά το ν. 4335/2015. Στη συνέχεια, με την από 19.07.2017 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε η σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και ως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ενώ με την από 18.09.2017 Πράξη της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου ο Εισηγητής Δικαστής και ενεγράφη η υπόθεση στο πινάκιο, η οποία επέχει θέση κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους. ...Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 5208ΣΤ/06.02.2017 και 5420ΣΤ/23.03.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ε. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω αγωγής, επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με θυροκόλληση στις 06.02.2017 στη διεύθυνση οδός ...,στη Θεσσαλονίκη, που σύμφωνα με το δικόγραφο της αγωγής φέρεται ως κατοικία της, και στις 23.03.2017 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στην πρώτη εναγόμενη, φερόμενη ως κάτοικο(ς) Πριγκιπάτου του Μονακό. Όπως δε προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό, που εκδόθηκε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 της σύμβασης της Χάγης, στην οποία έχει προσχωρήσει το Μονακό και εφαρμόζεται από τις 01.11.2007, αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη της Γραμματέα με την οποία ορίζεται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη στο Μονακό στις 08.05.2017. Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της ότι από το έτος 2006 έχει επιλέξει ως τόπο κατοικίας της το Πριγκιπάτο του Μονακό, όπου δραστηριοποιείται επαγγελματικά, γεγονός που είναι σε γνώση του ενάγοντος, ότι η αναφερόμενη στην κρινόμενη αγωγή διεύθυνση αφορά σε ένα κληρονομιαίο ακίνητο, στο οποίο έχει κληρονομικό δικαίωμα κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από αυτή κατά το χρονικό διάστημα 2011-2013 μόνο κατά τις σύντομες επισκέψεις της στην Ελλάδα.....Προς ...υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού η πρώτη εναγόμενη επικαλείται, μεταξύ άλλων εγγράφων, την υπ' αρ. 377/2014 αγωγή διαζυγίου που κατέθεσε ο ενάγων στο Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, στην οποία συνομολογείται ότι τούτη είναι κάτοικος Μονακό, την από 22.05.2015 αίτησή του για αναίρεση της υπ' αρ. 94/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ο ενάγων αναγνωρίζει ότι η κατοικία της είναι στο Πριγκιπάτο του Μονακό, την υπ' αρ. 36/2015 πράξη διορισμού αντικλήτου του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία αναγράφεται ότι η κατοικία της είναι στο Πριγκιπάτο του Μονακό, φωτογραφίες της εξωτερικής θύρας της κατοικίας στην οδό ..., στην οποία αναγράφεται το όνομα "...", τον υπ' αρ. ... λογαριασμό της ΕΥΑΘ για την περίοδο κατανάλωσης νερού στην κατοικία της ... από 26.11.2016 έως 25.03.2017, από τον οποίο προκύπτει μηδενική κατανάλωση νερού, τον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Δ.Ε.Η. για την περίοδο κατανάλωσης στην κατοικία της ... από 16.11.2016 έως 13.03.2017, από τον οποίο προκύπτει σχεδόν μηδενική κατανάλωση ρεύματος (136 Kwh), τον υπ' 589855Ε/21.02.2017 λογαριασμό της Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Μονακό SMEG στην κατοικία στο Μονακό για την περίοδο από 21.11.2016 έως 17.02.2017, σε επικυρωμένη μετάφραση αυτού στην ελληνική γλώσσα, από τον οποίο προκύπτει κατανάλωση ρεύματος 3.077 Kwh και την υπ' αρ. 2908/27.06.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Β.-Β. Α. του Ι., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε έπειτα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος ...... στην οποία η ως άνω μάρτυρας, αδελφή της πρώτης εναγομένης, βεβαιώνει ενόρκως ότι η αναφερόμενη στην κρινόμενη αγωγή διεύθυνση αφορά σε κληρονομιαίο ακίνητο, που έχουν κληρονομήσει εξ αδιαθέτου από τον πατέρα τους η ίδια κατά ποσοστό 3/8, η πρώτη εναγόμενη αδελφή της κατά ποσοστό 3/8 και η σύζυγος του πατέρα της κατά ποσοστό 2/8, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά τα έτη 2011-2013 ως κατοικία για τη φοίτηση του υιού της πρώτης εναγόμενης, η οποία διέμενε σε αυτό κατά τις σύντομες επισκέψεις της στην Ελλάδα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, και ότι έκτοτε το σπίτι αυτό, το οποία είναι άδειο και δεν έχει έπιπλα, δεν χρησιμοποιήθηκε για κανένα σκοπό. Με βάση όλα αυτά ισχυρίζεται ότι η επίδοση της αγωγής στη διεύθυνση ..., στη Θεσσαλονίκη είναι άκυρη, η δε επίδοση της αγωγής στην κατοικία της στο Μονακό στις 08.05.2017 έλαβε χώρα εκτός της οριζόμενης στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των εξήντα ημερών από την κατάθεσή της και, συνεπώς, η αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα. Προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού της πρώτης εναγόμενης ο ενάγων επικαλείται τις από 29.07.2011 προτάσεις ασφαλιστικών μέτρων της πρώτης εναγόμενης στο δικαστήριο του Μονακό, στις οποίες αναφέρεται ότι διατηρεί κατοικίες στην Ελλάδα, το Μονακό και την Αγγλία, την από 02.12.2010 αίτηση επιμέλειας της πρώτης εναγόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας αναφέρεται ότι η πρώτη εναγόμενη διατηρεί κατοικία μεταξύ άλλων χωρών και στην Ελλάδα, την υπ' αρ. 135/2011 ένορκη βεβαίωση της Κ. Μ. στον Έλληνα Πρόξενο στο Λονδίνο, η οποία βεβαιώνει ότι η πρώτη εναγόμενη διατηρεί δευτερεύουσες κατοικίες στην Ελλάδα, στην Αγγλία και στην Κύπρο και την υπ' αρ. 454/26.1.2012 ένορκη βεβαίωση του τέταρτου εναγόμενου(ήδη τετάρτου αναιρεσιβλήτου) στη συμβολαιογράφο Αθηνών Μαρία Αποστολάκη, ο οποίος βεβαίωσε ότι λόγω της διεθνούς εργασίας της η πρώτη εναγόμενη, η οποία κατοικεί στο Μονακό, συντηρεί κατοικίες και στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στο Λονδίνο. Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που προσκομίζει η πρώτη εναγόμενη, αποδεικνύεται ότι η κατοικία της είναι αυτή στο Πριγκιπάτο του Μονακό, ενώ η οικία στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, της οποίας είναι συγκύρια κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, δεν είναι προορισμένη για διημέρευση ή διανυκτέρευσή της. όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Την κατοικία της μάλιστα στο Μονακό δήλωνε η πρώτη εναγόμενη ως πραγματική της κατοικία σε όλη τη διαδρομή της αντιδικίας της με τον ενάγοντα. Τα επικαλούμενα δε από τον ενάγοντα έγγραφα, τα οποία αφορούν σε χρόνο απώτερο της πενταετίας από τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και στα οποία γίνεται αναφορά περί ύπαρξης δευτερεύουσας κατοικίας της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα, χωρίς κανέναν ειδικότερο προσδιορισμό του τόπου όπου βρίσκεται αυτή, δεν αποδεικνύουν ότι στη διεύθυνση όπου επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως η κρινόμενη αγωγή βρίσκεται η δευτερεύουσα κατοικία της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα. Εφόσον λοιπόν με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η κατοικία που επιδόθηκε στη Θεσσαλονίκη η κρινόμενη αγωγή δεν ήταν προορισμένη για διημέρευση ή διανυκτέρευσή της πρώτης εναγομένης, αυτή είναι άκυρη. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η επίδοση της κρινόμενης αγωγής στην κατοικία της πρώτης εναγόμενης στο Πριγκιπάτο του Μονακό έγινε στις 08.05.2017, ήτοι εκτός οριζομένης στο άρθρο 215 παρ 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των εξήντα ημερών από την κατάθεσή της.
Συνεπώς, εφόσον η αγωγή δεν επιδόθηκε εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγόμενη, και σύμφωνα με όσα ειδικότερα έγιναν δεκτά στη μείζονα νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, ουδόλως παράγει κάποια δικονομική ή ουσιαστική συνέπεια, καθόσον η μη επίδοσή της θίγει ευθέως την υπόσταση του δικογράφου αυτής, δεδομένου ότι στην τακτική διαδικασία μετά την ισχύ του ν. 4335/2015 (κατά την οποία αυτή κατατέθηκε) η επίδοση της αγωγής καθίσταται προϋπόθεση του υποστατού της άσκησής της, υπό την έννοια ότι αν ο ενάγων δεν εκπληρώσει το δικονομικό βάρος της επίδοσης αυτής στον αντίδικο, η τελευταία λογίζεται ως μη ασκηθείσα (κατ' άρθρο 215 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης, να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς την πρώτη εναγόμενη ...Ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 31.01.2017 την με ίδια ημερομηνία κρινόμενη κύρια αγωγή του κατά των εναγόμενων, που έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1385/2017 ....Στη συνέχεια, κατέθεσε την 31.03.2017, ήτοι εντός της οριζόμενης στο άρθρο 238 ΚΠολΔ προθεσμίας, την με ίδια ημερομηνία παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των παρεμπιπτόντως εναγόμενων, που έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5167/2017. Ακολούθως, με την από 19.07.2017 πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε η σύνθεση του δικαστηρίου για την εκδίκαση της υπόθεσης και ως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ενώ με την από 18.09.2017 Πράξη της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου η Εισηγήτρια και ενεγράφη η υπόθεση στο πινάκιο, η οποία επέχει θέση κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ 5489ΣΤ/31.03.2017 και 5490ΣΤ/03.04.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ε. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής, επιδόθηκε στην πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με θυροκόλληση στις 31.03.2017 στη διεύθυνση οδός ...,στη Θεσσαλονίκη, που σύμφωνα με το δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής φέρεται ως κατοικία της, και στις 03.04.2017 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στην πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, κάτοικο Πριγκιπάτου του Μονακό. Όπως δε προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό, που εκδόθηκε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 της σύμβασης της Χάγης, στην οποία έχει προσχωρήσει το Μονακό και εφαρμόζεται από τις 01.11.2007, ...αντίγραφο της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής με πράξη της Γραμματέα με την οποία ορίζεται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη στο Μονακό στις 08.05.2017. Η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη ισχυρίζεται, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της, ότι η επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής στη διεύθυνση ..., στη Θεσσαλονίκη είναι άκυρη, διότι αυτή είναι κάτοικος Μονακό, η δε επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής στην κατοικία της στο Μονακό στις 08.05.2017 έλαβε χώρα εκτός της οριζομένης στο άρθρο 238 ΚΠολΔ προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την κατάθεσή της κύριας αγωγής και, συνεπώς, η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ. Προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης ο παρεμπιπτόντως ενάγων επικαλείται ότι η πρώτη διατηρεί κατοικία και στις δύο ανωτέρω διευθύνσεις, ήτοι τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στο Μονακό. Αμφότερα δε τα διάδικα μέρη επικαλούνται τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους επί της κύριας αγωγής. Όπως προεκτέθηκε, στα πλαίσια εξέτασης του ίδιου ως άνω ισχυρισμού επί της κύριας αγωγής, η οικία στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, της οποίας η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη είναι συγκύρια κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, δεν είναι προορισμένη για διημέρευση ή διανυκτέρευσή της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο παρεμπιπτόντως ενάγων, και επομένως η επίδοση στη διεύθυνση αυτή είναι άκυρη. Εφόσον δε η κρινόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή επιδόθηκε στην κατοικία της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης στο Πριγκιπάτο του Μονακό στις 08.05.2017, ήτοι εκτός της οριζόμενης στο άρθρο 238 ΚΠολΔ προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την κατάθεση της κύριας αγωγής, λογίζεται τούτη ως μη ασκηθείσα (κατ' άρθρο 215 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ). Τέλος, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ. αριθ. 5488ΣΤ/31.03.2017 και 5482ΣΤ/31.03.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ε. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής, επιδόθηκε στον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) με θυροκόλληση στις 31.03.2017 στη διεύθυνση οδός ..., στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, που σύμφωνα με το δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής φέρεται ως κατοικία του, και στις 31.03.2017 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, κάτοικο Λεμεσού Κύπρου. Όπως δε προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού 1393/2007, αντίγραφο της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής με πράξη της Γραμματέα με την οποία ορίζεται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επιδόθηκε στον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο στις 19.06.2017, ήτοι εκτός της οριζομένης στο άρθρο 238 ΚΠολΔ προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την κατάθεση της κύριας αγωγής. Ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος ισχυρίζεται με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του, ότι η επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής στη διεύθυνση ..., στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης είναι άκυρη, διότι αυτός είναι κάτοικος Λεμεσού Κύπρου, τη δε κατοικία του στη Θεσσαλονίκη την επισκέπτεται για ελάχιστες ημέρες κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών των ανήλικων τέκνων του. Από την παρ. 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η θυροκόλληση του δικογράφου, πρέπει εκείνος προς τον οποίο αυτό απευθύνεται, να αναζητηθεί, από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή, στη διεύθυνση της κατοικίας του, δηλαδή, στην προορισμένη για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη και όχι σε άλλο οίκημα, μόνο δε αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί εκεί, ούτε άλλος σύνοικος, το έγγραφο πρέπει να επικολλάται στη θύρα της κατοικίας του αυτής .....Έτσι, αν συντελεσθεί επίδοση με θυροκόλληση, στην κλειστή οικία του παραλήπτη, από την οποία απουσιάζει ο τελευταίος, όπως λ. χ. στη θερινή κατοικία, σε χρονική στιγμή πλην του θέρους, ώστε, με τον τρόπο αυτό, ο επισπεύδων την επίδοση να καθιστά αδύνατη τη γνώση του εγγράφου από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, η επίδοση αυτή δεν είναι ισχυρή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ....Προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού του δεύτερου παρεμπιπτόντως εναγόμενου ο παρεμπιπτόντως ενάγων επικαλείται ότι ο πρώτος είναι κάτοικος Ελλάδας και όχι Κύπρου, όπου απλά διαμένει περιστασιακά για λόγους εργασίας. Αμφότερα δε τα διάδικα μέρη επικαλούνται προς απόδειξη των ισχυρισμών τους τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους επί της κύριας αγωγής. Όπως προεκτέθηκε, στα πλαίσια εξέτασης της κύριας αγωγής, ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος από το έτος 2012 κατοικεί με την οικογένειά του στην Κύπρο, όπου και εργάζεται. Τα δε τέκνα του κατά τον χρόνο επίδοσης της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής φοιτούσαν σε δημόσια σχολεία της Κύπρου, Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι η επίδοση της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής με θυροκόλληση στην οδό ... στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, την 31.03.2017, ήτοι σε χρονική περίοδο κατά την οποία δεν αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος διέμενε εκεί, είναι άκυρη. Εφόσον δε η κρινόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή επιδόθηκε στην κατοικία του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου στην Λεμεσό της Κύπρου στις 19/6/2017 , ήτοι εκτός της οριζόμενης στο άρθρο 238 ΚΠοΛΔ προθεσμίας των 90 ημερών από την κατάθεση της κύριας αγωγής , λογίζεται αυτή ως μη ασκηθείσα(κατ' άρθρο 215 παρ.2 εδ. β' ΚΠοΛΔ)>>. Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε, αφού τις θεώρησε ως μη ασκηθείσες, την πρώτη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και την δεύτερη (παρεμπίπτουσα) αγωγή ως προς την πρώτη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι ως επίδοση της αγωγής κατά το άρθρο 215 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. στην πρώτη αναιρεσίβλητη και ως επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής κατά το άρθρο 238 παρ. 1 στην πρώτη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων νοείται όχι η πλασματική επίδοση της αγωγής στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατά το άρθρο 134 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ., αλλά η πραγματική επίδοση στον τόπο κατοικίας τους στο Πριγκιπάτο του Μονακό για την πρώτη αναιρεσίβλητη και στην Κύπρο για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις δικονομικές αυτές διατάξεις και έτσι απέρριψε τόσο την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την πρώτη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες θεώρησε ως μη ασκηθείσες, ενώ εάν σωστά ερμήνευε και εφάρμοζε τις διατάξεις αυτές και έκρινε ότι ως επίδοση νοείται η πλασματική επίδοση κατά το άρθρο 134 παρ.1 Κ. Πολ. Δ. δεν θα απέρριπτε αυτές, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσον η επίδοση της αγωγής, όσο και η επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής στον αρμόδιο Εισαγγελέα για λογαριασμό των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων έγινε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος αντιστοίχως εντός της προθεσμίας των 60 ημερών του άρθρου 215 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. από την κατάθεση της αγωγής και εντός της προθεσμίας των 90 ημερών του άρθρου 238 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επίσης από την κατάθεση της αγωγής. Επομένως, το Πρωτοδικείο, παρά το νόμο κήρυξε άκυρες τις ανωτέρω επιδόσεις των δύο αγωγών, κρίνοντας ότι δεν παρήχθησαν έννομες συνέπειες από αυτές, και, ως εκ τούτου, ο τα ανωτέρω υποστηρίζων σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2, 238 , 134 παρ, 1 και 136 παρ. 1 ΚΠοΛΔ, κρίνοντας άκυρες τις επίμαχες επιδόσεις, και έτσι απέρριψε τις αγωγές, θεωρήσαν αυτές ως μη ασκηθείσες, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο απορρίφθηκαν, θεωρηθείσες ως μη ασκηθείσες, 1) η υπ. αριθμ. 1385/2017 αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και 2) η υπ. αριθμ. 5167/2017 αγωγή κατά της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος, που έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και του τρίτου αναιρεσιβλήτου πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ τους , λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών(άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, που δικαιολογημένα (ΑΠ 219/2012) κατέθεσε στις 22/3/2021 τις από 21/3/2021, κοινές με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, προτάσεις του πριν ο αναιρεσείων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς αυτόν, επίσης κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα ,που παραιτήθηκε, ,ως προς αυτόν, από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρα 188 παρ. 1 , 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου. Επίσης, η απόφαση αυτή για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, ούτε συνιστά επιβολή ποινής, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση, της οποίες οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου, έστω και αν τα δικόγραφα συντάσσονται στο όνομα του διαδίκου. Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τον αντίδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα(ΑΠ 489/2018). Εξάλλου κατά τα άρθρα 35 παρ. 2, και 41 του Ν. 4194/2013 "Δικηγορικός Κώδικας" ο δικηγόρος πρέπει να τηρεί τους κανόνες ευπρέπειας προς τους συναδέλφους του και να αποφεύγει υβριστικές, προσβλητικές ή υπαινικτικές εκφράσεις προσωπικά εναντίον αυτών, και να τηρεί τον υφιστάμενο κάθε φορά Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος Οι διατάξεις αυτές, όπως και εκείνη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποβλέπουν στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και κόσμιας συμπεριφοράς από όλους και έναντι όλων των παραγόντων της δίκης και επιβάλλει σε κάθε διάδικο και τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, κατά την γραπτή ή προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, να τηρεί την ευπρέπεια του δικανικού λόγου και να μη χρησιμοποιεί εξυβριστικούς, καταφρονητικούς ή ειρωνικούς χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που δεν είναι αναγκαίες για την έκθεση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του(ΑΠ 2132/2007). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με τις από 24/11/2021 προτάσεις τους ζητούν να διαγραφούν από τις από 9/4/2021 προτάσεις του αναιρεσείοντος οι φράσεις αυτού ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν εκπρόθεσμα τις από 21/3/2021 προτάσεις τους, με τις οποίες προέβαλαν το απαράδεκτο της αναίρεσης, από δόλο, κατά παράβαση των κανόνων δεοντολογίας και κατά παράβαση των κανόνων καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, προκειμένου να του στερήσουν την δυνατότητα να λάβει έγκαιρα γνώση της ένστασης απαραδέκτου και να απαντήσει επ' αυτής. Οι παραπάνω εκφράσεις, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων στις προτάσεις του (ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν λυσιτελείς για τον ίδιο, αφού αυτός δεν απώλεσε κάποια προθεσμία, ώστε να απαντήσει στον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη) δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού του και δεν είναι εξυβριστικές, καταφρονητικές ή ειρωνικές για τους παραστάντες πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσιβλήτων, αλλά επαναλαμβάνοντας μόνο νομικές εκφράσεις, αποδίδουν την πεποίθηση του αναιρεσείοντος ότι σκόπιμα οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στο συγκεκριμένο χρόνο τις προτάσεις τους. Επομένως το αίτημα των αναιρεσιβλήτων να διαγραφούν από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος οι ανωτέρω εκφράσεις πρέπει να απορριφθεί.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη επί της από 30/ 9/ 2019 αίτησης του Μ. Τ. Κ. για αναίρεση της 2013/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο. -
Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη και την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων καθώς και εν μέρει ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την υπ. αριθμ. 1385/2017 αγωγή του αναιρεσείοντος. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης, του τετάρτου και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
-
Αναιρεί την υπ. αριθμ. 2013/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 1) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και 2) εν μέρει ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο σε σχέση με την υπ' αριθμ. 5167/2017 αγωγή του αναιρεσείοντος.
-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την απόφαση - Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
-
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και -Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του αναιρεσείοντος και του τρίτου αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή