Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 11 / 2019    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 11/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Γ. Τ. του Σ., 2Ι. συζύγου Γ. Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Λίλα-Ολίβια Καππάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 206/2016 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-3-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 206/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε κατ' έφεση .εξαφάνισε εν μέρει ,ως προς τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα, την 34/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, τακτικής διαδικασίας , που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6) των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14) του ν. ΣΟΕ/1868 και του ΝΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της, διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/1879 για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή του υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών...", στο οποίο ορίζεται ότι: "Κατ' εξαίρεσιν η διάταξις της παρ. 1 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου (που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων) δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων...".
Συνεπώς, προκειμένου περί δασών στα Επτάνησα μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται, προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου, η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας (ΑΠ 957/2015, ΑΠ 340/1985). Περαιτέρω κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Έτσι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του ΕισΝΑΚ στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του ΑΚ ή μετά την εισαγωγή του ΑΚ, πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προς κτήση κυριότητας ακινήτου με παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπος, ειρηνική, δημοσία, αναμφίβολος και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1095 του Ιονίου Α.Κ., ο αποκτών με καλή πίστη και "δικαίω λόγω" ακίνητο, παραγράφει την κυριότητα αυτού διά της παρελεύσεως δεκαετίας, αν ο αληθής κύριος κατοικεί στη νήσο ή τα εξαρτήματα αυτής, όπου κείται το ακίνητο, διά παρελεύσεως δε είκοσι ετών αν κατοικεί εκτός της ως άνω νήσου ή των εξαρτημάτων αυτής. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι προς κτήση της κυριότητας ακινήτου στα νησιά του Ιονίου διά τριακονταετούς παραγραφής, αφ' ενός μεν η καλή πίστη του διακατέχοντος είναι αδιάφορη, διότι διαφορετικά θα περιλαμβάνονταν και στο άρθρο 2063 του Ιονίου ΑΚ οι όροι καλή πίστη, οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 2095 αυτού, αφ' ετέρου δε,απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπος, ειρηνική, ήτοι ήσυχη και απηλλαγμένη βίας, δημόσια, ήτοι φανερώς ασκούμενη έναντι εκείνων, οι οποίοι έχουν συμφέρον να γνωρίζουν (για να αντιλέξουν) την ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολος, ήτοι ασκούμενη όχι με πράξεις, που επιδέχονται διπλή ερμηνεία ως προς το χαρακτήρα τους και επί λόγω κυριότητας, ήτοι ασκούμενη με διάνοια κυρίου. Τα στοιχεία αυτά, προκειμένου για κτήση κυριότητας σε ακίνητο υπό την ισχύ του Ιονίου ΑΚ με παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) πρέπει να αναφέρονται, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στην αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 957/2015,ΑΠ384/2010, ΑΠ 1346/ 2010). Εξ' άλλου κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 957/2015, ΑΠ 1478/2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege οτο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες) καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους. Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938. Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, αντ' αυτού δε ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο. Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966 - 968, 972, 1033, 1134, 1169, 1192 εδ. α' και 1319 Α.Κ. συνάγεται ότι απώλεια της κυριότητας ακινήτου επέρχεται και με παραίτηση (εγκατάλειψη) προς το σκοπό να καταστεί αυτό αδέσποτο ή κοινόχρηστο ή και με αναγνώριση της ιδιότητας του ακινήτου ως αδέσποτου ή κοινοχρήστου, για την παραίτηση δε αυτή, όπως και για την παραίτηση από κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή της δικαιοπραξίας, που περιέχει κατάργηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας. Από και με τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αφενός απόλλυται η κυριότητα του μέχρι τούδε κυρίου και αφετέρου καθίσταται κύριος του πράγματος το Δημόσιο (ΑΠ 957/2015,ΑΠ 1335/2010). 3. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη εδαφική έκταση, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, αποτελεί τμήμα ακινήτου (αγροτεμαχίου) εμβαδού 4.276,68 τ.μ., (το επίδικο), όπως απεικονίζεται ως 1β, με τα στοιχεία 6-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-5-6 στο από Οκτώβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Πτυχιούχου Τοπογράφου Μηχανικού Ν. Μ., που βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του παρακάτω περιγραφόμενου αγροτεμαχίου και συνορεύει βόρεια στην πλευρά 6-Λ=47,47 μέτρα με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ: 2...035, βορειοανατολικά στην πλευρά Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ με συνολικό μήκος πλευράς 92 μέτρα και 29/100 (92,29) και επιμέρους μήκη Λ-Μ=52,19, Μ-Ν=14,33, Ν-Ξ=9,87, Ξ-0=11, 91, Ο-Π-2,04, Π-Ρ-1,95 με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ: 2...035, νότια στην πλευρά Ρ-Σ-5 με συνολικό μήκος πλευράς μέτρα 114,05 και 5/1000 (114,05) και επιμέρους μήκη Ρ-Σ=2,76 μέτρα με νεοανοιχθέντα δρόμο προς …. με ΚΑΕΚ: 2...32, Σ-5=111,29, με ιδιοκτησία Γ. Λ. με ΚΑΕΚ: 2...04 και δυτικά στην πλευρά 5-6=58,02 μέτρα με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων. Η προαναφερόμενη επίδικη έκταση είναι ,όπως προεκτέθηκε, τμήμα ενός μείζονος αγροτεμαχίου, ιδιοκτησίας των εναγόντων, που βρίσκεται στη θέση "…." εντός ΖΟΕ περιοχή 8 ..., εκτάσεως ,κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο (ΚΑΕΚ: 2...10) 8.325,96 τ.μ., κατά τον τίτλο κτήσης 8.275,041 τ.μ. και κατά νεότερη και ακριβή μέτρηση 8.292,81 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Οκτώβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του ωε άνω μηχανικού Ν. Μ., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-6-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-5-Τ-Υ-Φ-Χ-Α, άρτιο και οικοδομήσιμο (σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις "περί όρων δομήσεως εκτός σχεδίου"), το οποίο συνορεύει,σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό, δυτικά στην πλευρά Α-Β-Γ-Δ με συνολικό μήκος πλευράς 96 μέτρα και 57/100 (96,57) και επιμέρους μήκη Α-Β=44,76, Β-Γ=50,04, Γ-Δ=1,77 με ιδιοκτησία Γ.-Ζ. Α. με ΚΑΕΚ: 2...07, βορειοδυτικά στην πλευρά Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ με συνολικό μήκος πλευράς 37 μέτρα και 48/100 (37,48) και επιμέρους μήκη Δ-Ε=5,81, Ε-Ι=9,52, Ι-Η=5,49, Η-Θ=9,56, 0-1=5,36, Ι-Κ=1,74 με ιδιοκτησία Π. Κ., Ε. Κ., Σ. Α. και Α. Α. με ΚΑΕΚ: 2...09, βόρεια στην πλευρά Κ-6-Λ με συνολικό μήκος πλευράς 75 μέτρα και 19/100 (75,19) και επιμέρους μήκη Κ- 6=27,72, 6-Λ=47,47 με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου 2...035, βορειοανατολικά στην πλευρά Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ μήκος πλευράς 92 μέτρα και 29/100 (92,29) και επιμέρους μήκη Λ-Μ=52,19, Μ-Ν=14,33, Ν-Ξ=9,87, Ξ-0=11,91, 0-Π=2,04, Π-Ρ=1,95 με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου με ΚΑΕΚ: 2...035, νότια στην πλευρά Ρ-Σ-5-Τ με συνολικό μήκος πλευράς μέτρα 174 και 5/1000 (174,05) και επιμέρους μήκη Ρ-Σ=2,76 μέτρα με νεοανοιχθέντα δρόμο προς …. με ΚΑΕΚ: 2...32, Σ-5=111,29, 5-Τ=60, με ιδιοκτησία Γ. Λ. με ΚΑΕΚ: 2...04, ανατολικά στην πλευρά Τ-Υ με μήκος πλευράς 47 και 73/100 (47,73) με ιδιοκτησία Γ. Λ. με ΚΑΕΚ: 2...04, και πάλι νότια στην πλευρά Υ-Φ-Χ-Α με μήκος πλευράς 7 μέτρα και 71/100 (7,71) και επιμέρους μήκη Υ-Φ=1, 70, Φ-Χ=2,17, Χ-Α=3,84 με αγροτικό δρόμο προ γύρο … με ΚΑΕΚ: 2...01. Το ανωτέρω αγροτεμάχιο ανήκε αρχικά στους Δ. Π. του Γ. και Ν. Π. του Γ., κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο, οι οποίοι το νέμονταν με καλή πίστη, διανοία συγκυρίων, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής όπως επίβλεψη , εκμίσθωση ,καλλιέργεια τμημάτων του , ενώ , δυνάμει του υπ' αριθμ. ….7/1874 συμβολαίου διανομής ενώπιον του τέως Συμβολαιογράφου Π. Σ. Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-9-1874 στον τόμο …και αριθμ. …0 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, (μεταξύ άλλων) ο ως άνω Δ. Π. του Γ. απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου .Ακολούθως, στις 15 Δεκεμβρίου 1888 απεβίωσε ο Δ. Π. του Γ. και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Ε., σύζυγο Α. Π., το γένος Δ. Π., και Ι., θυγατέρα Δ. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστη, στις οποίες κατέλειπε, μεταξύ άλλων, και το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο. Οι τελευταίες ως άνω υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν ενεργά στην άνω κληρονομιά, κατά το άνω εξ αδιαιρέτου αναφερόμενο ποσοστό κάθε μία, συνεχίζοντας να ασκούν τις πράξεις νομής επί του εν λόγω ακινήτου που ασκούσε και ο προαναφερθείς δικαιοπάροχος τους - πατέρας τους. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. ….72/8-5-1924 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ενώπιον του τέως Συμβολαιογράφου Γ. Λ., νομίμως μεταγραμμένου στις 8-5-1924 στον τόμο ΛΔ και αριθμ. ….32 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., οι τελευταίες ως άνω μεταβίβασαν την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου στον Π. Λ. του Μ. και της Ρεγγίνας , ο οποίος απεβίωσε στις 11-7- 1967 ,δυνάμει δε της υπ' αριθ. ….0/64 Δημόσιας Διαθήκης του τέως Συμβολαιογράφου Χ. Τ. που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 57/1967 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ,άφησε μοναδικούς κληρονόμους.του τα τέκνα του, Γ. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο, κατά την ψιλή κυριότητα, παραχωρώντας δε την επικαρπία στη μητέρα τους, Σ. χήρα Π. Λ.. Οι ανωτέρω κληρονόμοι του Π. Λ. ,υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν ενεργά στην άνω κληρονομιά συνεχίζοντας την νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου τους επί του άνω ακινήτου στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους έκαστος. Η δε Σ. χήρα Π. Λ. δυνάμει της υπ1 αριθ. …3/1974 πράξεως του τέως Συμβολαιογράφου Γ. Σ. Α., νομίμως μεταγραμμένης στον τόμο …5 και αριθμό …9 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, παραιτήθηκε από την προαναφερόμενη επικαρπία επί του εν λόγω αγροτεμαχίου, με αποτέλεσμα να συνενωθεί αυτή με την ψιλή κυριότητα των τέκνων της, (Γ. Λ. και Σ. Λ.), οι οποίοι απέκτησαν έτσι την πλήρη κυριότητα ,κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος ,του εν λόγω αγροτεμαχίου, αποδεχόμενοι την εξ' αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα τους με την ίδια ως άνω πράξη . Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. ….55/6-12-1985 συμβόλαιο διανομής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ν. συζ. Ε. Κ. το γένος Ν. Ρ. ,που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ….4 και αριθμό ..5, ο Γ. Λ. του Π. και Σ. απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του το ως άνω περιγραφόμενου ακίνητου. Με το δε υπ1 αριθμ. …..8/26-11-1986 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου, Ν. Κ. Ρ., νομίμως μεταγραμμένου στον τόμο ….7 και αριθμό …6 των βιβλίων Μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου, ο ίδιος ως άνω Γ. Λ. μεταβίβασε στους ενάγοντες την κυριότητα του ανωτέρω αγροτεμαχίου κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο. Από τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δυνάμει της ως άνω αγοραπωλησίας απέκτησαν την κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με παράγωγο τρόπο του προπεριγραφόμενου στο σύνολο του ακινήτου. Έκτοτε δε μέχρι και σήμερα νέμονται, διανοία συγκυρίων, το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σε αυτό πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, ήτοι το επισκέπτονται και το επιβλέπουν από τυχόν καταπατήσεις τρίτων ,αναθέτουν σε μηχανικούς τη σύνταξη τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων που αφορούν το ακίνητο, φυτεύτουν εντός αυτού ελαιόδεντρα, το εκμισθώνουν για καλλιέργεια ή βοσκή κ.α . Τα παραπάνω επιρρονύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος , 64 ετών σήμερα, είναι επί πολλά έτη ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου και έχει άμεση αντίληψη όσων καταθέτει .Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ,καθώς το εναγόμενο -ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν εξέτασε μάρτυρα ενώπιον το πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε προσκόμισε κάποιο σχετικό έγγραφο , δεν προέκυψε ότι το εν λόγω ακίνητο κατά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και μέχρι το 1946, υπήρξε αδέσποτο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο τόσο πρωτοδίκως όσο και με την δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, δηλαδή ότι δεν εξουσιάζονταν από κανέναν ιδιώτη ή κοινότητα, ώστε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο με τον ν. ΡΝ/1986, με τον οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του νόμου της 21-6-1837 "περί διαχείρισης των δημοσίων κτημάτων" στα Ιόνια Νησιά, χωρίς ωστόσο κάποια περαιτέρω διευκρίνιση. Ακόμη περισσότερο δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του εναγομένου επί του επιδίκου ,την άσκηση των οποίων δεν επικαλείται κάν αυτό. Το γεγονός δε ότι το επίδικο έχει χαρακτηρισθεί ως δασικό, όπως προεκτέθηκε , δεν ασκεί επιρροή στην κτήση της κυριότητας αυτού από τους ενάγοντες ( και πριν από αυτούς από τους δικαιοπαρόχους τους ), καθώς ,όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη ,επί των στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή του υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. Της, 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών". Οπότε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα παραπάνω και αναγνώρισε τους ενάνοντες συγκυρίους του επίδικου ακινήτου, δεν έσφαλε και ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και διέλαβε με σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2017 αίτηση για αναίρεση της 206/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή