Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1063 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στην αιτιολογία. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 178 περ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ, η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 §1 περ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει.




Αριθμός 1063/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-9-2009 με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτοκ. 7090/15-9-2009) από τον κατηγορούμενο, ... ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 1576/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε κατ' έφεση για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ΕΥΡΩ την ημέρα, καθώς και οι από 7-1-2010 από τον αυτό κατηγορούμενο κατά της αυτής αποφάσεως με κατάθεση του δικογράφου τους στο κατάστημα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 8-1-2010 πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από καθένα απ' αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. β' και γ' ΚΠοινΔ η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, που την εξέδωσε, για να στηρίξει την καταδικαστική αυτή κρίση του διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, αυτής, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, και η από 2.7.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και η από 1-7-2003 έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Περί των εκθέσεων αυτών, που αποτελούν κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι για την ύπαρξη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολογούνται προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να διαμορφώσει το αναιρετικώς ανέλεγκτο πόρισμά του, είναι ουσιώδης η διαπίστωση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη άπαντα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχα τεθεί υπό την κρίση του. Η διαπίστωση αυτή γίνεται με το συνδυασμό του όλου περιεχομένου της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό αυτής, τα οποία εν προκειμένω θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση κατά την οποία μεταξύ των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία, συμπεριλαμβάνονται και τοιαύτα, τα οποία κατ' άρθρο 178 ΚΠοινΔ μπορούν να υπαχθούν σε κάποιο ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, όπως η αυτοψία ή η πραγματογνωμοσύνη, η μη ιδιαίτερη μνεία του είδους αυτών στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν δημιουργεί πλημμέλεια της αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα, συνιστώσα έλλειψη αιτιολογίας. Και τούτο, διότι με τη γενική αναφορά ότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε, μεταξύ των άλλων, στα "έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά", ως αναγνωσθέντα, υποδηλώνεται χωρίς αμφιβολία ότι για το σχηματισμό του πορίσματος αυτού αξιολογήθηκαν όχι μόνο τα κατά δικονομική κυριολεξία έγγραφα, αλλά και οι εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτές ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ εγγράφων και συνεκτιμήθηκαν από αυτό. Επομένως, κατά την άποψη του μειοψηφούντος, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να ελεγχθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1576/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή