Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 282 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για διατάραξη ασφαλείας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από
την οποία επήλθαν θάνατοι από αμέλεια, και για παράβαση ΚΟΚ. Στοιχεία εγκλημάτων
διαταράξεως και ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Έννοια ενδεχομένου δόλου και αμέλειας.
Πότε συρρέουν η διατάραξη και η ανθρωποκτονία από αμέλεια. Όταν η πρώτη οφείλεται σε
δόλο, απορροφά τη δεύτερη, εφόσον δεν έχει μεσολαβήσει άλλη ανεξάρτητη, αυτοτελής και
μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη εκείνης με την οποία τελέστηκε η διατάραξη, και
επιβάλλεται μια ποινή (290 παρ. 1 β ΠΚ) (ΟλΑΠ 4/2010). Όταν οφείλεται σε αμέλεια, τα
εγκλήματα συρρέουν αληθινά κατ" ιδέαν και επιβάλλονται χωριστές ποινές (290 παρ. 2, 302 παρ. 1 ΠΚ). Έλλειψη αιτιολογίας ως προς ενδεχόμενο δόλο. Αναίρεση ως προς
καταδικαστική διάταξη για τη διατάραξη, αναγκαίως δε και ως προς καταδικαστική διάταξη
για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια, και ως προς τη διάταξη για τον καθορισμό συνολικής
ποινής, και παραπομπή.




Αριθμός 282/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις δικαστικές φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Ανδρεουλάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Μ. του Δ., 2) Γ. Τ. του Α., 3) Ν. Μ. του Γ., 4) Ο. Α. του Κ., 5) Σ. - Ε. Τ., κάτοικοι ..., 6) Η. Ψ. του Β. και 7) Ι. Ψ. του Β., κάτοικοι ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος". Ως διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας νοείται η πράξη που καθιστά τη διεξαγωγή της συγκοινωνίας μη ασφαλή, δημιουργώντας συνθήκες που καθιστούν τη συνέχιση της ασφαλούς κινήσεως αδύνατη ή πολύ δυσχερή, που καθιστούν, δηλαδή, τη συγκοινωνία επικίνδυνη. Στο μέτρο που η κίνηση στους δρόμους ούτως ή άλλως περικλείει κινδύνους, η έννοια της διαταράξεως της ασφάλειας της συγκοινωνίας στοιχειοθετείται όταν η πράξη έχει ως αποτέλεσμα την επαύξηση του συνηθισμένου κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε κίνηση στους δρόμους. Η διάταξη προστατεύει κυρίως την ασφάλεια της οδικής συγκοινωνίας. Πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου δεν αρκεί μόνο η διατάραξη - όταν δηλ. δημιουργούνται συνθήκες κινδύνου, κατά την ανωτέρω έννοια, για την ασφαλή διεξαγωγή της άνω συγκοινωνίας- αλλά πρέπει, επί πλέον, από αυτή να μπορεί να προκύψει κίνδυνος (θανάτου ή σωματικής βλάβης) για άνθρωπο (ή να επήλθε όντως τέτοιος κίνδυνος). Η ελεγχόμενη πράξη διαταράξεως μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή, αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξαιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Κάθε επικίνδυνη παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, υπερβολική ταχύτητα, κ.λπ.) αποτελεί καθαυτή αξιόποινη πράξη διαταράξεως, κατά την ανωτέρω έννοια, γιατί α) θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού επί της οποίας κινείται το όχημα και β) δημιουργεί με την κίνησή του στους δρόμους έναν εν δυνάμει κίνδυνο για αόριστο αριθμό προσώπων, αφού η οδήγηση οχήματος με υπερβολική ταχύτητα ή υπό το κράτος μέθης, κ.λπ. μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πρόσκρουση σε άλλα οχήματα ή επί πεζών και την προσβολή της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αόριστου αριθμού ατόμων. Υποκειμενικώς απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 του ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η απαιτούμενη κατά τον νόμο πρόθεση πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα είτε των επιβατών του οχήματος είτε των χρησιμοποιούντων την οδό, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά επιδιώκει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά ταύτα, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Για τον προσδιορισμό της εννοίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενό της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Ένα από τα κυριότερα αντικειμενικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του γνωσιολογικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, της βουλητικής στάσεως του δράστη, είναι το ποσοστό επικινδυνότητας, η χρησιμότητά του οποίου ως ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δράστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα. Η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Τούτο καθ' όσον η συνέχιση της κινδυνώδους δραστηριότητας, έστω και με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, καταδεικνύει ότι σπουδαιότερη για το δράστη είναι η επίτευξη του τελικού σκοπού του, παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού, του οποίου πιθανολογείται η βλάβη. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει εξελιχθεί και ο προσδιορισμός της εννοίας του ενδεχομένου δόλου από την επιστήμη και γίνεται δεκτό ότι τέτοιος δόλος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης έλαβε σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το στάθμισε με ό,τι επεδίωκε με την πράξη του, έκρινε αυτό ως τόσο σημαντικό, ώστε ακόμη και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι' αυτόν αποδεκτό ή ήταν ακόμη και αποδοκιμαστέο, αποφάσισε, παρά ταύτα, να προχωρήσει στην πράξη, ελπίζοντας, ευχόμενος στην καλύτερη περίπτωση, ότι το αποτέλεσμα τελικώς δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχομένου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πίστη ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ αυτής και ενδεχομένου δόλου, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό στοιχείο και των δύο. Δηλαδή ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια μοιάζουν στο γνωστικό ή διανοητικό στοιχείο, αφού και στις δύο περιπτώσεις ο δράστης πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος. Διαφέρουν όμως ριζικά στο βουλητικό στοιχείο, διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε. Ώστε λοιπόν ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει το αποτέλεσμα ως πιθανό (ενδεχόμενο) και το αποδέχεται, υπό την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή συμβιβάζεται με αυτό, δηλαδή προχωρεί στην επιδίωξη του στόχου του παρά τον υψηλό βαθμό επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του, αδιαφορεί για την τύχη του εννόμου αγαθού, ενώ συγχρόνως δεν έχει λόγους να πιστεύει σε μια επιτυχή έκβαση του πράγματος και στη μη επέλευση του αποτελέσματος. Σε ό,τι αφορά ειδικά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών, για την κατάφαση του δόλου αρκεί να γνωρίζει και να αποδέχεται ο δράστης, έστω και ως ενδεχόμενο, ότι παραβιάζει τους κανόνες ασφαλούς οδηγήσεως, σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, και ότι, από την παραβίαση αυτή, μπορεί το αυτοκίνητο να εκτραπεί της πορείας του και να συγκρουσθεί με άλλο όχημα ή να επιπέσει επί πεζών και να δημιουργηθεί έτσι κίνδυνος ανθρώπου. Όταν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, κατά την κατωτέρω έννοια και διακρίσεις αυτής, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη, απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.
Τέλος, αν από την πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη, υπάρχει συρροή κατ' ιδέαν του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Αν δε η από πρόθεση διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, με πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών και, γενικότερα, όπως αποδίδεται στον κατηγορούμενο, από μόνη της, χωρίς να μεσολαβήσει άλλη αμελής συμπεριφορά αυτού, ανεξάρτητη, αυτοτελής και μεταγενέστερη εκείνων ή εκείνης, με τις οποίες τελέσθηκε η διατάραξη, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο, θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή, και όχι και εκείνη του άρθρου 302 του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, το οποίο συρρέει φαινομενικά με εκείνη και απορροφάται από αυτή (Ολομ. ΑΠ 4/2010). Αν, όμως, και η διατάραξη οφείλεται σε αμέλεια, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 290 του ΠΚ και η συρροή με την ανθρωποκτονία από αμέλεια είναι αληθινή κατ' ιδέαν, οπότε ο δράστης θα τιμωρηθεί και γι' αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει, όπως αναφέρθηκε, να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του και δη ότι ο δράστης την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεως ή της παραλείψεώς του δεν απώθησε από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα που είχε προβλέψει και, εντεύθεν, το επιδοκίμασε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών τελεσθείσας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε ο θάνατος των Μ. Μ. και Ε. Π., ο οποίος οφειλόταν σε αμέλεια αυτού, και παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 2 στοιχ. α, β, 4 του ν. 2696/1999, πράξεις που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών για τη διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών, η οποία απορρόφησε τις ανθρωποκτονίες (μία ενιαία ποινή για τα εν λόγω εγκλήματα που του αποδίδονται) και φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών για την παράβαση του Κ.Ο.Κ. και συνολική καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται η απόφασή του (ενώ δεν προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο της παραβάσεως του Κ.Ο.Κ.), αναγκαίως δε και ως προς τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια που συνέχονται με αυτήν, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Παρά δε το γεγονός ότι: α) στερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεως, β) είχε καταναλώσει πιο πριν με τη θέλησή του αλκοολούχα ποτά, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κατάσταση υπερδιέγερσης και υπερεκτίμησης των ικανοτήτων και δυνατοτήτων του περί το οδηγείν, γ) επρόκειτο να οδηγήσει ένα ογκώδες όχημα που απαιτούσε οδηγική δεξιοτεχνία και εμπειρία για να κινηθεί μέσα σε πόλη και δ) επρόκειτο να κινηθεί νύχτα σε οδούς με αυξημένη κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, εντούτοις επιβιβάστηκε στο παραπάνω όχημα και οδήγησε αυτό επί της οδού Απόλλωνος, που είναι διπλής κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από τον Λαιμό της Βουλιαγμένης προς την παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η οδός Απόλλωνος, που όπως ειπώθηκε είναι διπλής κατευθύνσεως, στο σημείο που εν προκειμένω ενδιαφέρει, ήτοι λίγο πριν από την συνάντηση της με την καθέτως εξικνούμενη οδό Αρμονίας, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,80μ, ήτοι 4,40μ κάθε ρεύμα κυκλοφορίας ενώ στο προς την Λεωφόρο Ποσειδώνος ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού Απόλλωνος εφάπτετο πεζοδρόμιο πλάτους 2,20 μ. Στην οδό αυτή και στην πορεία των κινουμένων προς τον Λαιμό Βουλιαγμένης υπήρχε πινακίδα Ρ -3 , που ενημέρωνε τους οδηγούς για σημείο ενάρξεως περιπάτου, (...) ... μόλις επιβιβάστηκε στο παραπάνω όχημα, ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα, που έφθανε τα 100 χλμ. ανά ώρα και πάντως ήταν κατά πολύ υπέρτερη της μεγίστης επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο, (50 χ.ω. ως κατοικημένη περιοχή), πραγματοποιούσε διαρκώς αδικαιολόγητους επικίνδυνους ελιγμούς, κατά τρόπο ώστε να προκαλείται φόβος και κίνδυνος στους λοιπούς χρήστες της οδού για την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, ενώ παραβίασε και τον υφιστάμενο στην πορεία του ερυθρό σηματοδότη ... ενώ εκατέρωθεν των δύο αντίθετων ρευμάτων πορείας της εν λόγω οδού υφίστανται πεζοδρόμια για την κίνηση των πεζών, ειδικά δε το πεζοδρόμιο που υπάρχει στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας προς την Λεωφόρο Βουλιαγμένης είναι υπερυψωμένο, σε σχέση με το ασφάλτινο οδόστρωμα της οδού Απόλλωνος και διαχωρίζεται από αυτό με ξύλινα κιγκλιδώματα, που έχουν τοποθετηθεί στην εξωτερική του πλευρά (προς το δρόμο) και καθ' όλο το μήκος αυτού, στη δε εσωτερική του πλευρά υπάρχει τσιμεντένιο στηθαίο, που το οριοθετεί από δενδροφυτεμένο χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 1,10 μέτρων. Επί του πεζοδρομίου τούτου, που έχει πλάτος 2,20 μέτρα, κινούνταν πεζοί, με κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη των οχημάτων, δηλαδή με πρόσωπο προς την κίνηση αυτών, ο Ο. Α., πλησίον του ξύλινου κιγκλιδώματος, δίπλα του η σύντροφος του Μ. Μ. του Γ., ηλικίας τότε 39 ετών και δίπλα σ' αυτήν η Ε. Π. του Γ., ηλικίας τότε 53 ετών. Κατά τη χρονική στιγμή που διερχόταν από το σημείο εκείνο ο εκκαλών κατηγορούμενος, συνέχιζε να οδηγεί με επικίνδυνους ελιγμούς "ζιγκ ζαγκ" και με αμείωτη την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, υπερεκτιμώντας προφανώς τις οδηγικές του ικανότητες και τις δυνατότητες του οχήματός του. Στο σημείο αυτό (από) έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως μέτρια συνετός οδηγός, σε συνδυασμό προς την ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, την υπερβολική ταχύτητα, που είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα τούτο να εκτραπεί δεξιά της πορείας του, να εξέλθει του οδοστρώματος, να προσκρούσει στα ξύλινα προστατευτικά κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου, να σπάσει αυτά σε μήκος 11 μέτρων, να ανέλθει επί του πεζοδρομίου και να διασχίσει αυτό διαγωνίως, να προσκρούσει στο τσιμεντένιο στηθαίο, που οριοθετεί το πεζοδρόμιο από το χωμάτινο δενδροφυτεμένο έρεισμα και ακολούθως να κινηθεί και πάλι διαγωνίως επί του ίδιου πεζοδρομίου σε απόσταση ακόμη 26,50 μέτρων περίπου, παρασέρνοντας με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του τη Μ. Μ. και την Ε. Π. για αρκετά μέτρα πάνω στο εμπρόσθιο καπό του τζιπ και εκτινάσσοντας εν τέλει αυτές επί του οδοστρώματος, ... . Συνεπεία του προπεριγραφέντος τροχαίου συμβάντος επήλθε αφενός μεν ο αυθημερόν θανάσιμος τραυματισμός της Μ. Μ., λόγω των βαριών κακώσεων κεφαλής, που υπέστη, αφετέρου δε ο σοβαρός τραυματισμός της Ε. Π., η οποία υπέστη, μεταξύ άλλων, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά βρεγματικά. Η τελευταία υποβλήθηκε ... όπου και συνεπεία αποκλειστικά του προπεριγραφόμενου βαρύτατου τραυματισμού της εξέπνευσε, στις 20-2-2008, ήτοι μετά πάροδο 17μήνου περίπου. ... Με βάση τα παραπάνω περιστατικά η συμπεριφορά του εκκαλούντος κατ/νου αξιολογείται ποινικώς ως ακολούθως: Α) Αναφορικά με το έγκλημα της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών: Ο εκκαλών κατηγορούμενος διατάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο, καθόσον χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως, α) οδηγούσε νύχτα εντός κατοικημένης περιοχής ένα ογκώδες όχημα (τζιπ), για την κίνηση του οποίου απαιτείτο ιδιαίτερη οδική ικανότητα, σε σχέση με τα υπόλοιπα ΙΧΕ αυτοκίνητα, β) ανέλαβε την οδήγηση του αυτοκινήτου, ενώ είχε προηγουμένως καταναλώσει με τη θέληση του αλκοολούχα ποτά, γ) ανέπτυξε υπερβολική σε σχέση με τις επικρατούσες συνθήκες που προσέγγιζε τα 100 χλμ/ώρα και πάντως ξεπερνούσε κατά πολύ το όριο των 50 χ.ω, δ) εκτελούσε επικίνδυνους ελιγμούς "ζιγκ ζαγκ", και ε) δεν μετρίασε -ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, αν και εκινείτο σε δρόμο με κατωφέρεια και καμπύλη στην πορεία του. Εξαιτίας των παραπάνω παραμέτρων οδήγησης, ο εκκαλών κατηγορούμενος, από υπαιτιότητά του αδυνατούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος και έτσι δημιουργούσε κινδυνώδη κατάσταση για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα αφηρημένου αριθμού προσώπων, τα οποία χρησιμοποιούσαν είτε πεζοί είτε εποχούμενοι τις οδούς, που χρησιμοποιούσε και εκείνος για την κίνηση του οχήματος του. Ο εκκαλών κατ/νος, λόγω της ηλικίας του, των εμπειρικών του γνώσεων και της επαγγελματικής και κοινωνικής του θέσης (...), γνώριζε με βεβαιότητα ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες οδήγησης ήταν ενδεχόμενο να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο. Κατά την άποψη που επεκράτησε στο δικαστήριο και σύγκειται από τις ψήφους των τεσσάρων ενόρκων, ο εκκαλών κατ/νος αποδέχθηκε εμπράκτως την κινδυνώδη αυτή κατάσταση. Τούτο σημαίνει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, ότι διετάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στο δρόμο με ενδεχόμενο δόλο, και όχι εξ αμελείας, όπως αβάσιμα υποστήριξε ο κατ/νος με τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό για εφαρμογή του άρθρου 290§2 Π.Κ., ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος. (Ακολουθεί η άποψη της μειοψηφίας). Β)Ως προς το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή: Κατά την ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου ο εκκαλών κατ/νος, κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε το καθήκον της προσοχής, το οποίο κάτω από τις ίδιες περιστάσεις επιβάλλουν σε κάθε μέτρια συνετό οδηγό οι κανόνες που ρυθμίζουν το επάγγελμα του και οι κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και μπορούσε να καταβάλλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες. Έτσι δεν προέβλεψε, ενώ αν πρόσεχε θα μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει, το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα του συνεπεία παρασύρσεως θανάτου των δύο πεζών γυναικών, που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψή του, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά του κατά την κοινή αντίληψη είναι η αμέσως προκαλέσασα το ατύχημα ή τελεί σε σχέση αιτιότητος προς αυτό. Προκειμένης δε διαταράξεως της ασφάλειας της χερσαίας συγκοινωνίας, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, από ενδεχόμενο δόλο, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, και ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημ/τος και αποτελεί το έλασσον, υφίσταται φαινόμενη συρροή με αποτέλεσμα το δεύτερο έγκλημα να απορροφάται από το πρώτο. Και τούτο γιατί ... Επομένως θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1β ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή και όχι και εκείνη του άρθρου 302 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. (Ακολουθεί η σκέψη για την παράβαση του Κ.Ο.Κ., που δεν προσβάλλεται)". Στο δε διατακτικό, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, αναφέρεται ότι "ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με την προπεριγραφείσα οδηγική συμπεριφορά του υπό τις ως άνω κυκλοφοριακές συνθήκες διαταράσσει την ασφαλή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών στην εν λόγω οδό και ότι από την διατάραξη αυτή υπήρχε η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου ζωής για ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν την εν λόγω οδό, αποδέχτηκε δε τον κίνδυνο αυτό ο οποίος επήλθε".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθαν θάνατοι, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 290 παρ. 1 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογείται α) γιατί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την τέλεση της πράξεως της διαταράξεως των συγκοινωνιών, βρισκόταν σε ενδεχόμενο δόλο, όταν αφενός δεν αναφέρεται κάποιο λογικό κίνητρο αυτού προς διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος και αφετέρου και ο ίδιος κατέστη εν δυνάμει θύμα της πράξεώς του, αφού, με την εγκληματική του συμπεριφορά (οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα, κ.λπ.), θα μπορούσε και ο ίδιος να τραυματισθεί από ενδεχόμενη ανατροπή ή πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνεπειών που θα είχε σε βάρος του ένα αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητά του και β) αν αυτός την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξεώς του (της παραβατικής συμπεριφοράς του κατά την οδήγηση) δεν είχε απωθήσει από τη συνείδησή του το εγκληματικό αποτέλεσμα, ότι, δηλαδή, με τον τρόπο που οδηγούσε, θα διατάρασσε την ασφάλεια των συγκοινωνιών, που είχε προβλέψει και, επομένως, το επιδοκίμασε. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τη διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών τελεσθείσα με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος, αναγκαίως δε και ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια κατά συρροή (αφού, αν κριθεί και πάλι ότι η διατάραξη έγινε με ενδεχόμενο δόλο, οι ανθρωποκτονίες από αμέλεια απορροφώνται και επιβάλλεται μια ποινή κατά το άρθρο 290 παρ. 1 β του ΠΚ, αν, όμως, κριθεί ότι οφειλόταν σε αμέλεια, η πράξη αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συρρέει αληθώς κατ' ιδέαν με τις ανθρωποκτονίες και θα επιβληθούν οι ανάλογες ποινές κατ' άρθρα 290 παρ. 2 και 302 παρ. 1 του ΠΚ) και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή συνολικής ποινής (αφού η ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη της παραβάσεως του Κ.Ο.Κ., ως προς την οποία η απόφαση είναι αμετάκλητη, παραμένει), και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές και ενόρκους άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 128, 200, 201/2012 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τις πράξεις της διαταράξεως της ασφαλείας των συγκοινωνιών που τελέσθηκε με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος, και των ανθρωποκτονιών από αμέλεια κατά συρροή και ως προς τη διάταξή της περί καθορισμού συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές και ενόρκους άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή