Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 216 / 2011    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Αδικοπραξία. Ιατρική ευθύνη. Αναίρεση. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρθο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Αβάσιμοι ( απορρίπτει αναίρεση κατά της 5196/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.




Αριθμός 216/2011



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Α2' Πολιτικό Τμήμα



ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βούτσινο.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7205/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5196/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείον με την από 8-4-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 3-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 11/4/1990 ο ενάγων ηλικίας τότε 23 ετών, αισθανόμενος εμπύρετους (39,9) έντονους πόνους στην περιοχή της κοιλιακής χώρας επί 6ώρου προσήλθε στο Ιπποκράτειο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία από τον εφημερεύοντα επιμελητή - χειρουργό Κ. Κ. , ο οποίος διέγνωσε πώς ο ενάγων έπασχε από οξεία πυώδη σκωληκοειδίτιδα και έκρινε αναγκαία την εισαγωγή στο Νοσοκομείο για άμεση χειρουργική επέμβαση η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 18/4/1990 από τον ως άνω ιατρό. Η σκωληκοειδής απόφυση του ενάγοντος κατά την πρώτη αυτή εγχείρηση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση. Έτσι ο ως άνω χειρουργός προέβη στην σκωληκοειδεκτομή και ακολούθως σε αιμόσταση του τραύματος και σε πλύσεις του φλεγμαίνοντας περιτοναίου. Τις επόμενες ημέρες λόγω των επιπλοκών που παρουσιάστηκαν στην υγεία του ενάγοντος (είχε εμφανίσει κλινική εικόνα αποφρακτικού ειλεού) και αφού διαπιστώθηκε ότι η συντηρητική αγωγή στην οποία υποβλήθηκε αυτός δεν απέδωσε, δεν επήλθε δηλαδή η αναμενόμενη "κίνηση" του εντέρου, ο ανωτέρω ιατρός προέβη σε νέα χειρουργική επέμβαση μετά από το συμβούλιο, που επακολούθησε, όπου συμμετείχε και ο καθηγητής Β. Γ. , που διηύθυνε την Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, καθώς και ο εναγόμενος Δ. Β. , ο οποίος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στο απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του 19ου ανακριτή του Πρωτ/κείου Αθηνών, μετά από μήνυση του ενάγοντος, τόσο κατά του Κ. Κ. όσον και κατά του εναγομένου για σωματική του βλάβη παρ' υπόχρεων είχε κληθεί στο συμβούλιο από το περιβάλλον του ασθενούς. Έτσι το απόγευμα της 26/4/1990 ο ενάγων υπεβλήθη σε νέα εγχείρηση από τον ίδιο ως άνω ιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι πρόκειται για συμφυτικό ειλεό του λεπτού εντέρου, δεδομένου ότι ήταν έντονα διατεταγμένες (διατεταμένες) οι έλικες του λεπτού εντέρου και στερεά σύμφυση απέφρασε, πλήρως τον αυτό (αυλό) του ειλεού 20 περίπου εκατοστών από την ειλεοτυφική βαλβίδα, ενώ στην ίδια περιοχή του DOUGLAS υπήρχε και μικρή εγκυσταμένη (εκγυστωμένη) συλλογή ορώδους υγρού. Κατόπιν αυτού προς αντιμετώπιση του ειλεού του λεπτού εντέρου έλυσε τις συμφύσεις παροχέτευσε τη συλλογή του ορώδους υγρού από το χώρο του DOUGLAS και προέβη σε πλύση όλου του χώρου της κοιλίας με φυσιολογικό ορό. Η μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς υπήρξε καλή και έτσι αυτός εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 10/5/1990, με απώλεια 18 κιλών, όπου οφείλονταν στην ταλαιπωρία. Κατά το επόμενο, όμως, χρονικό διάστημα ο ενάγων εξακολούθησε να έχει κοιλιακές διαταραχές και πόνους, οι οποίοι έγιναν ιδιαίτερα έντονοι τον Ιούνιο του 1991. Για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον εναγόμενο χειρουργό, αναπληρωτή καθηγητή τότε του Παν/μίου Αθηνών, ο οποίος διέγνωσε την ύπαρξη αποφρακτικού ειλεού. Εισήχθη αμέσως στην κλινική "ΑΘΗΝΑΙΟΝ Β" , όπου χειρουργήθηκε στις 29/6/1991 από τον εναγόμενο, ο οποίος για την αντιμετώπιση της σοβαράς μορφής συμφυτικού ειλεού προέβη σε λύση των συμφύσεων για την ελευθέρωση του λεπτού εντέρου, που ήταν καθηλωμένο απ' αυτές. Επίσης, προέβη σε αφαίρεση ρακών του επιπλόου, που καλύπτει το έντερο, αφού αυτό ήταν κατακερματισμένο, προφανώς λόγω του ότι ο ειλεός ήταν από ημέρες. Κατά την επέμβαση αυτή δεν αφαιρέθηκε τμήμα του λεπτού εντέρου. Όμως, ο ενάγων μετά την εγχείρηση αυτή δεν παρουσίασε την βελτίωση, που αναμένονταν, γιατί εμφάνισε και πάλι συμφύσεις και γι' αυτό μεταφέρθηκε στο "Αρεταίειο" Νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε στις 2/7/1991 από τον ίδιο ιατρό, σε τέταρτη κατά σειρά χειρουργική επέμβαση. Κατά την εγχείρηση αυτή διαπιστώθηκε ότι όλες οι έλικες του λεπτού εντέρου είχαν στέρεες συμφύσεις μεταξύ τους αλλά και με το κοιλιακό τοίχωμα. Για την αντιμετώπιση της καταστάσεως ο εναγόμενος προέβη στην λύση των συμφύσεων, προκειμένου να ελευθερωθούν οι έλικες του λεπτού εντέρου καθώς και σε αφαίρεση τμήματος 10 εκατοστών αυτού, που είχε καταστραφεί από τις συμφύσεις, ακολούθως δε προέβη σε τελικοτελική αναστόμωση για να αποκατασταθεί η συνέχεια του εντέρου. Η προσπάθεια λύσης των συμφύσεων είχε ως αποτέλεσμα ν' αποσπασθεί από πολλά τμήματα του εντέρου, ο ορογόνος. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε τους συγγενείς του ενάγοντος για την σοβαρότητα της καταστάσεως της υγείας του και για το ενδεχόμενο υποτροπής των συμφύσεων (βλ. καταθέσεις του μάρτυρος του εναγομένου Α. Π. ενώπιον του Εισηγητή του Πρωτ/κείου Αθηνών, καθώς και του Κ. Μ. , πατέρα του ενάγοντος ενώπιον του Ανακριτή Αθηνών). Μετά την εγχείρηση αυτή, η οποία διήρκεσε έξι ώρες περίπου ο ασθενής παρέμεινε στο νοσοκομείο έως 20/8/1991, παρουσιάζοντας βραδεία ανάρρωση χωρίς σοβαρές επιπλοκές. Από την έξοδό του από το Νοσοκομείο έως τον Απρίλιο του 1992 συνέχισε ο εναγόμενος να παρακολουθεί τον ενάγοντα καθόσον ο τελευταίος συνέχιζε να παρουσιάζει ακτινολογική εικόνα ατελούς ειλεού λεπτού εντέρου. Όμως ήταν σε θέση να σιτίζεται πλήρως χωρίς περιορισμούς στη δίαιτά του, αλλά τον είχε ενημερώσει ο εναγόμενος ότι σε περίπτωση υποτροπής του ειλεού, το οποίο ήταν ενδεχόμενο, θα ήταν αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση. Το Φεβρουάριο του 1992 νοσηλεύθηκε για λίγες ημέρες και πάλι στο "Αρεταίειο", όπου διαπιστώθηκε η υπάρχουσα δυσλειτουργία του εντέρου αλλά δεν κρίθηκε αναγκαίο να χειρουργηθεί. Σημειωτέον ότι αυτή η στάση αναμονής εξελίξεως ενόψει της εκτεταμένης εντερεκτομής ήταν σε γνώση όλης της Παν/κής Κλινικής του Αρεταιείου. Στις 20/3/1992 εισήχθη και πάλι για τρίτη φορά στο εν λόγω Νοσοκομείο, και εξήλθε στις 9/4/1992 με δική του ευθύνη με διάγνωση ατελής αποφρακτικός ειλεός και με ιδιαίτερα κλινικά ευρήματα "ότι ο 25ετής ασθενής εισήλθε γιατί από 12ώρου αναφέρει επεισόδια εμετών τρομώδους περιεχομένου χωρίς άλλα συνοδά συμπτώματα και με φυσιολογικές κενώσεις και αποβολή αερίων. Το ιστορικό του χρονολογείται από 2ετίας όταν ο ασθενής είχε υποβληθεί σε σκωληκοειδεκτομή μετά από διάτρηση και περιτονίτιδα. Μετά την εγχείρηση αναφέρονται επανειλημμένα επεισόδια αποφρακτικού ειλεού. Ο ασθενής υποβλήθηκε έκτοτε σε άλλες τρεις επεμβάσεις για λύση των συμφύσεων και στην τελευταία αναφέρθηκε (αφαιρέθηκε) και μικρό τμήμα λεπτού εντέρου - έντονος παφλασμός και διάσταση (διάταση) στομάχου και δεν τέθηκε ρινογαστρικός καθετήρας. Παρατηρήθηκε μεγάλη διάταση του στομάχου και λεπτού εντέρου. Η προώθηση του βαρίου έως το τμήμα του λεπτού εντέρου, το οποίο προβάλλεται στο ύψος του αριστερού λαγονίου έγινε φυσιολογικά αλλά από το σημείο εκείνο λόγω κροκκυδώσεως δεν έγινε δυνατή η απεικόνιση της βατότητας του εντέρου λόγω πιθανώς στο σημείο εκείνο μερικής αποφράξεως. Τέλος, του προτάθηκε ότι ήταν αναγκαία νέα χειρουργική επέμβαση (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ως άνω Νοσοκομείου με την υποσημείωση ότι πρέπει να το φέρνει μαζί του ο ασθενής σε κάθε μελλοντική ιατρική εξέταση και με υπογραφή του Επιμελητή Χειρούργου Ιατρού Χ. Χ. ). Ο ενάγων δεν δέχθηκε να υποβληθεί σε νέα επέμβαση και τελικώς μετέβη από το ΙΚΑ στη Γερμανία και εισήχθη στο Παν/κό Νοσοκομείο "ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΣ" του Μονάχου στις 14/4/1992, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 24/9/1992. Η διάγνωση, που έγινε στο προαναφερόμενο νοσοκομείο ήταν η ίδια μ' αυτή που είχε κάνει ο εναγόμενος, ήτοι "χρόνιος ειλεός με όγκο του λεπτού εντέρου εκ συμφύσεως γειτονικών οργάνων". Στο νοσοκομείο αυτό έγιναν στον ενάγοντα άλλες εννέα χειρουργικές επεμβάσεις (λαπαροτομίες). Ειδικότερα, στις 16/4/1992, εγχειρίστηκε από τον επιμελητή Ρ. , (R. ), κατά την οποία ο ιατρός αυτός βρήκε ένα υπόλοιπο τμήμα σκωληκοειδούς αποφύσεως μήκους 2 εκατοστών, το οποίο κατά τη διατύπωσή του στην έκθεση χειρουργείου "......είχε αφαιρεθεί μόνο στη μύτη της και όχι από την εκφυτική της βάση". Το τμήμα αυτό αφαιρέθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, κρίθηκε ακόμη απαραίτητη μία εκτεταμένη εκτομή του λεπτού εντέρου, επειδή το λεπτό έντερο είχε κατατριβεί έως 10 εκατοστά και επειδή επιπλέον υπήρχαν πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες. Στις 27/4/1992 έγινε μία προγραμματισμένη πλύση εξαιτίας της περιτονίτιδας, ακολούθησαν προγραμματισμένες πλύσεις σε ανοικτή κοιλία στις 28 και 29/4/1992 και επιθεώρηση κατευθυνόμενου συριγγίου τυφλού και στις 19/5/1992 έγινε η πρώτη απόπειρα αποφράξεως ειλεοστομίας, η οποία απέτυχε. Έπειτα από επανειλημμένες προσπάθειες επανορθώσεως του κοιλιακού τοιχώματος ακολούθησε στις 9/9/1992 οριστική απόφραξη της ανακουφιστικής ειλεοστομίας μέσω ακόμη μίας μικρής αφαιρέσεως λεπτού εντέρου (βλ. το από 3/1/2000 έγγραφο του Καθηγητή Σ. , Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής και Πολυκλινικής της Κλινικής Γκροσχάντερν του Παν/μίου "Λουδοβίκος Μαξιμιλιανός" του Μονάχου). Ο εκκαλών ενάγων ισχυρίζεται τόσο με την αγωγή του όσο και με την κρινόμενη έφεση του ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος δεν προέβη αρχικώς και όπως όφειλε στον εντοπισμό της αιτίας προκλήσεως των συμφύσεων, που αποδεδειγμένως ήταν το φλεγμονώδες εναπομείναν τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, το οποίο είχε μήκος 2,5 cm και ακολούθως στην αφαίρεση αυτού από την εκφυτική του βάση και με ισχυρή περιδετική συρραφή και στην λύση των συμφύσεων του λεπτού εντέρου και των ελίκων αυτού καθώς και στην αφαίρεση των τμημάτων του, τα οποία εξαιτίας του αποφρακτικού ειλεού δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν και ότι μόνο στην περίπτωση αυτή αν δηλαδή ο εφεσίβλητος είχε αφαιρέσει το τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τη βάση του θα είχε αποκλειστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας συμφύσεων και ειλεών. Προς υποστήριξη μάλιστα των ισχυρισμών του αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης χειρουργικής επεμβάσεως στην οποία υποβλήθηκε στο Μόναχο ο ιατρός C. R. αντιλήφθηκε εγκαίρως την αιτία προκλήσεως των συμφύσεων και η πρώτη ενέργεια στην οποία προέβη ήταν η καθολική αφαίρεση του εναπομείναντος φλεγμονώδους τμήματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως από την εκφυτική του βάση. Πρέπει να σημειωθεί ότι επί της από 15/3/1994 αγωγής του εκκαλούντος ενώπιον του Διοικητικού Πρωτ/κείου Αθηνών κατά του Εθνικού Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών το εν λόγω Δικ/ριο με την 4059/2000 απόφαση του έκρινε ότι ο ήδη εφεσίβλητος- εναγόμενος, ως μέλος του ΔΕΠ του Ν.Π.Δ.Δ. και κατά συνέπεια ως όργανο αυτού κατά τη χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε στις 2/7/1992 στο νοσοκομείο "Αρεταίειο" ενήργησε συμφώνως με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και απέρριψε την αγωγή. Ο εναγόμενος- εφεσίβλητος αντιθέτως υποστηρίζει ότι το εναπομείναν στην κοιλιακή χώρα του ενάγοντος τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως δεν παρουσίαζε κατά το χρόνο που διενήργησε ο ίδιος χειρουργική επέμβαση φλεγμονή και με το δεδομένο αυτό δεν υπήρχε λόγος από ιατρικής πλευράς, να ασχοληθεί με τη διερεύνηση της περιοχής του τυφλού για το ενδεχόμενο υπάρξεως υπολείμματος της αποφύσεως, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι πραγματοποιούσε επέμβαση για την αντιμετώπιση αποφρακτικού ειλεού. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση η αναδημιουργία συμφύσεων δεν προκλήθηκε από την "τυχόν" υπάρχουσα φλεγμονή του υπολείμματος της αποφύσεως αλλά οφείλεται τόσο σε προδιάθεση του εκκαλούντος όσο και στο γεγονός ότι μετά από κάθε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση ειλεού προκύπτουν κατά κανόνα συνθήκες, που ευνοούν τη δημιουργία συμφύσεων. Περαιτέρω, ο πραγματογνώμων Γενικός Χειρουργός Δ. Λ. με την από μηνός Ιανουαρίου 1998 γνωμοδότησή του, αφού αναφέρει ότι κατά τη χειρουργική επέμβαση, που πραγματοποιείται για την αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως η μη καθολική αφαίρεσή τους από την εκφυτική της βάση αποτελεί πάγια πρακτική προς αποφυγή δημιουργίας κοπροχρέου αποφαίνεται ότι: α) ο εναγόμενος με το να μην αφαιρέσει το τμήμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως διαστάσεων 2 Χ 0,5 cm, που είχε απομείνει στην κοιλιακή χώρα του εκκαλούντος και το οποίο "κατά τα φαινόμενα" δεν ήταν φλεγμονώδες, ενήργησε, κατά τρόπο ιατρικά ενδεδειγμένο β) δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και γ) οι απορογονοποιήσεις, στις οποίες προέβη ο εφεσίβλητος έγιναν συνεπεία της φύσεως της νόσου και αντιμετωπίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Περαιτέρω, με τη συμπληρωματική γνωμοδότησή του ο ως άνω πραγματογνώμονας ιατρός - Χειρουργός Δ. Λ. αποφαίνεται ότι η σκωληκοειδής απόφυση του εκκαλούντος κατά τη διενέργεια της πρώτης χειρουργικής επεμβάσεως από τον ιατρό Κ. Κ. ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση ότι μετά από κάθε λύση των συμφύσεων το ποσοστό αναδημιουργίας αυτών παραμένει υψηλό, το οποίο οφείλεται τόσο στην προδιάθεση του ασθενούς όσο και σ'αυτήν την ίδια τη διαδικασία της λύσεως των συμφύσεων, η οποία επιφέρει τον τραυματισμό των ιστών και ότι δεν υπάρχει στην ιατρική επιστήμη μέθοδος αποτρεπτική αυτού του ενδεχομένου. Η άποψη όμως του πραγματογνώμονας αντιπαρατίθεται προς την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως και ιατρού της προαναφερομένης Παν/κής Κλινικής του Μονάχου H. S. , ο οποίος εκτός των άλλων ανέφερε ότι ο ιατρικώς ενδεδειγμένος τρόπος αφαιρέσεως της σκωληκοειδούς αποφύσεως είναι η ολοκληρωτική της αφαίρεση από τη βάση της και ότι σε περίπτωση, που απομείνει τμήμα αυτής μετά τη χειρουργική επέμβαση τότε η φλεγμονή που είχε προκληθεί, εξακολουθεί να υπάρχει με αποτέλεσμα τη δημιουργία σε πρώτο στάδιο συμφύσεων και στη συνέχεια την πρόκληση ειλεού. Κατέθεσε ακόμη ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος κλήθηκε ν' αντιμετωπίσει περίπτωση συμφυτικού αποφρακτικού ειλεού όφειλε ν' αφαιρέσει αρχικώς το εναπομείναν φλεγμονώδες τμήμα της αποφύσεως και στη συνέχεια να προχωρήσει στην ολοκληρωτική λύση των συμφύσεων και αν υπήρχε ανάγκη σε εκτομή τμήματος του εντέρου προκειμένου τούτο να λειτουργήσει κανονικώς. Όσον αφορά τις λοιπές ενέργειες στις οποίες προέβη ο εφεσίβλητος ο προαναφερόμενος μάρτυρας κατέθεσε ότι οι εντεροαναστομώσεις, τις οποίες δημιούργησε είχαν ως αποτέλεσμα την εντός του εντέρου κυκλική κίνηση των τροφών, γεγονός που ανάγκασε τους Γερμανούς θεράποντες ιατρούς του εκκαλούντος να αφαιρέσουν ολόκληρο το τμήμα του εντέρου με τις αναστομώσεις και τούτο προκειμένου να δημιουργηθεί ελεύθερη δίοδος και να κυκλοφορήσουν κανονικά οι τροφές. Η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονος αντιπαρατίθεται επίσης και προς το ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας πρακτικό της χειρουργικής επεμβάσεως που διενεργήθηκε στις 16/4/1992 στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου Gresshaden από τον προαναφερόμενο ιατρό C. R. . Στο συγκεκριμένο έγγραφο γίνεται λόγος για την ύπαρξη πολλών εσωτερικών αναστομώσεων, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει σχετικώς ο πραγματογνώμων αλλά και για την έκπληξη των ιατρών όταν διαπίστωσαν ότι από την σκωληκοειδή απόφυση είχε αφαιρεθεί μόνο η κορυφή της. Επειδή η πεποίθηση του Δικαστηρίου τούτου κλονίστηκε με τα ανωτέρω δεδομένα για την ορθότητα των συμπερασμάτων της γνωμοδοτήσεως του πραγματογνώμονος Δ. Λ. διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, η οποία και διεξήχθη από τους αναφερόμενους στην αρχή της παρούσας τρεις χειρουργούς ιατρούς, με ταχθέντα θέματα μεταξύ των άλλων: 1. α) αν ο εφεσίβλητος, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως που πραγματοποίησε στην ιδιωτική κλινική "Αθήναιον" στις 23/6/1991 ενήργησε κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης με το να παρακάμψει την αφαίρεση του υπολείμματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως του εκκαλούντος και τον καθαρισμό (έπλυση) της κοιλιακής του χώρας β) να δημιουργήσει εντεροαναστομώσεις και με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει κυκλική κυκλοφορία των τροφών, γεγονός που είχε ως συνέπεια την πρόκληση ειλεού γ) να προβεί σε απορογονοποίηση (αφαίρεση ορομυικού χιτώνα) και δ) να αφαιρέσει τμήματα από το περιτόναιο και το επίπλουν 2) αν κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο εκκαλών στις 18/4/1990 από τον ιατρό Κ. Κ. η σκωληκοειδής του απόφυση ήταν φλεγμονώδης και ήταν ενδεχόμενο και σε τι βαθμό η φλεγμονή να είχε επεκταθεί και στη βάση της αποφύσεως και στο εναπομείναν μετά την επέμβαση τμήμα της ή είχε υποστεί διάτρηση και στην τελευταία περίπτωση αν αυτή (διάτρηση) αποτελεί από μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες και ποιους συγκεκριμένως την αιτία δημιουργίας συμφύσεων και 3) αν είναι γενικώς ιατρικώς ενδεδειγμένη η αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από την εκφυτική της βάση τόσο στην περίπτωση που υπάρχει φλεγμονή όσο και στην περίπτωση που δεν υπάρχει. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε αμέλεια του εναγομένου χειρουργού Β. κατά την πραγματοποίηση των ως άνω χειρουργικών επεμβάσεων, καθόσον αυτός ενήργησε, κατά τους κανόνες της ιατρικής τέχνης και επιστήμης κατά τη διάρκεια αυτών. Και ναι μεν αυτός δεν προέβη στην ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει ν' αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού - (παχέος εντέρου) ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να προκαλέσει κακώσεις στο τοίχωμα του εντέρου με καταστροφικές συνέπειες για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς. Κατά τη διάρκεια δε της επεμβάσεως έγινε πλύση της κοιλιακής χώρας αφού η πλύση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα όλων των επεμβάσεων που αφορούν την περιτονιακή (περιτοναϊκή) κοιλότητα. Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά απλώς έκανε λύση συμφύσεων ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικά τελική αναστόμωση η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς που δεν δημιουργεί ποτέ κυκλική κυκλοφορία των τροφών, συμφώνως προς τους κανόνες της σύγχρονης ιατρικής. Έτσι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου .η περιορισμένη αυτή εκτομή έγινε στην προσπάθεια του χειρουργού να περισώσει μεγαλύτερο τμήμα λεπτού εντέρου για καλύτερη επιβίωση του εντέρου , γιατί κάθε τμήμα του έχει διαφορετική απορρόφηση θρεπτικών ουσιών. Με το να προβεί: σε απορογονοποίηση του εντέρου κατά τη διάρκεια λύσεως στερεών συμφύσεων ήταν μία ενέργεια αναπόφευκτη και δεν εξαρτάται ενέργεια αυτή από την προσωπική εμπειρία και ικανότητα του χειρουργού. Εξάλλου, οι παραγονισμοί αυτοί δεν προκαλούν ιδιαίτερες παρενέργειες. Όσον αφορά τα τμήμα του επιπλόου, που αφαιρέθηκαν, αυτό έγινε διότι αυτά ήταν κατεστραμμένα υπολείμματα ιστών των οποίων η παραμονή της περιτοναϊκής κοιλότητας θα δημιουργούσε εστίες φλεγμονής και περαιτέρω συμφύσεις. Η σκωληκοειδής απόφυση του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από τα επίσημα έγγραφα ήταν φλεγμονώδης με περισκωληκοειδική φλεγμονή (τοπική περιτονίτιδα) χωρίς όμως σημεία διατρήσεως και γενικευμένης περιτονίτιδας, κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε αυτός στις 18/4/1990 από τον Κ. Κ. . Η τοπική αυτή περιτονίτιδα σε συνδυασμό με την προδιάθεση του οργανισμού του ασθενούς και τις χειρουργικές επεμβάσεις που επακολούθησαν ήταν η αιτία της δημιουργίας των συμφύσεων. Επίσης, με την από 15/9/2006 πραγματογνωμοσύνης τους οι τρεις πραγματογνώμονες, όπως και ο προηγηθείς αυτών Δ. Λ. δέχονται ότι μετά την ολοκληρωτική λύση των συμφύσεων υπάρχει το ενδεχόμενο αναδημιουργίας τους. Αναφέρουν, συγκεκριμένως, ότι, σε προσεκτικώς σχεδιασμένη μελέτη επί του θέματος αυτού, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο Αμερικανικό περιοδικό Χειρουργικής "Annals of Surgery" τον Αύγουστο του 2004 με τον τίτλο "Long term prognosis after operation for adhesive borrel obstruction" (Μακροπρόθεσμη πρόγνωση ασθενών μετά από εγχείρηση για συμφυτικό ειλεό) παρακολουθήθηκαν ασθενείς που χειρουργήθηκαν για συμφυτικό ειλεό λεπτού εντέρου. Η παρακολούθηση διήρκεσε ως το θάνατο των ασθενών και τα συμπεράσματα ήταν: α) το ποσοστό υποτροπής των συμφύσεων σε ασθενείς που χειρουργήθηκαν έστω μία φορά για συμφυτικό ειλεό ήταν 18% στα δέκα χρόνια και 29% στα 30 χρόνια. Όμως, ασθενείς με 4 ή περισσότερα χειρουργεία για συμφυτικό ειλεό έχουν 81% πιθανότητα να υποτροπιάσουν οι συμφύσεις β) οι περισσότερες υποτροπές συμφυτικού ειλεού συμβαίνουν εντός της πρώτης πενταετίας από την εγχείρηση αλλά κίνδυνος υποτροπής υπάρχει ακόμη και μετά από 20 χρόνια γ) οι σκωληκοειδεκτομές είναι οι εγχειρήσεις όπου πιο συχνά παρουσιάζονται φαινόμενα συμφυτικού ειλεού μετεγχειρητικά. Δηλαδή, οι συμφύσεις υποτροπιάζουν λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων συμφυσιολύσεις σε όσο περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις συμφολύσεις (συμφισιολύσεων) υποβληθεί κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να ξαναναπτύξει συμφύσεις. Οι ως άνω πραγματογνώμονες μάλιστα σε απάντηση του δεύτερου σκέλους της με αριθμό (3) ερωτήσεως που τέθηκε σ' αυτούς με την 7858/2004 απόφαση του Δικ/ρίου τούτου στο αν δηλαδή στην ιατρική επιστήμη υπάρχει παραδεκτός τρόπος ενεργείας προς αποτροπή του τελευταίου ενδεχομένου, δηλαδή των συμφύσεων απάντησαν με την προαναφερομένη έκθεσή τους "ότι τώρα έχουν αναπτυχθεί υλικά που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή της δημιουργίας συμφύσεων, τα οποία όμως δεν υπήρχαν το 1991. Όμως και η χρήση των παραπάνω δεν αποτελεί εγγύηση για τη μη δημιουργία συμφύσεων για να καταλήξουν ότι "άρα τη χρονική στιγμή που ο Κος Μ. χειρουργήθηκε από τον κύριο Β. (και στις δύο επεμβάσεις). ο κύριος Β. έκανε το καλύτερο δυνατόν από επιστημονικής άποψης ώστε να λύσει το πρόβλημα του κυρίου Μ. ". Συνοψίζοντας τα ανωτέρω το Δικ/ριο κρίνει ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων από τον χειρουργό Κ. Κ. στο Ιπποκράτειο η σκωληκοειδής απόφυση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση και πιθανόν αυτό να συνετέλεσε το να μη καταστεί δυνατόν ν' αφαιρεθεί ολόκληρη η σκωληκοειδής απόφυση (στην πρώτη αυτή εγχείρηση- αδυναμία χειρουργική προσπελάσεως σε φλεγμονούσα περιοχή) και ν' αφαιρέσει ο πρώτος χειρουργός ένα μικρό "κολόβημα" 1,5-2 εκατοστά, χωρίς βέβαια το κολόβημα αυτό να έχει κάποια σχέση με την εμφάνιση του ειλεού εξαιτίας της οποίας έγινε και η δεύτερη χειρουργική επέμβαση από τον αυτό χειρουργό, αφού ο ειλεός είναι μία από τις πιθανές επιπλοκές που μπορούν να παρουσιαστούν ύστερα από εγχειρήσεις και ιδιαιτέρως της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αφαιρεθέν τμήμα της σκωληκοειδούς στο Ιπποκράτειο είχε μήκος 9 (εννέα) εκατοστά, συμφώνως προς την ιστολογική εξέταση. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο. Μάλιστα οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι θα ήταν ιατρικό σφάλμα η λύση των συμφύσεων του παχέος εντέρου στην περιοχή του τυφλού για τη διεύρυνση "κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως". Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και εντερικούς έλικες τυφλής απολήξεως, αφού και κατά τις δύο επεμβάσεις περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων. Ο τρόπος που ενήργησε, είναι μία δόκιμος μέθοδος αντιμετωπίσεως τέτοιων καταστάσεων. Τα ανωτέρω δεν μπορούν ν' αναιρεθούν τόσο από την από 25.1.1994 γνωμοδότηση του Γερμανού αρχίατρου Η. S. όσο και από την ανωτέρω ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ο οποίος κάνει λόγο για τη δημιουργία εντεροαναστομώσεων και εντερικών τυφλής απολήξεως ισχυριζόμενος ότι αποτελούν ιατρικά λάθη χωρίς όμως όπως ο ίδιος αναφέρει να γνωρίζει τι είδους επεμβάσεις είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα. Άλλωστε και ο G. R. , ο οποίος πραγματοποίησε την πέμπτη κατά σειρά επέμβαση και την πρώτη στο Νοσοκομείο του Μονάχου αναφέρει στην από 21/6/1994 γνωμοδότησή του ότι του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι είχαν κατασκευασθεί συνδέσεις των εντερικών ελίκων μεταξύ τους. Όπως φαίνεται δε, από την μετάφραση της γερμανικής ιστολογικής στην Ελληνική γλώσσα κατά την πρώτη άνω λαπαροτομία στη Γερμανία που πραγματοποίησε ο τελευταίος δεν υπήρχαν στοιχεία ή σημεία φλεγμονής στο κολόβωμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως και δεν μπορούσε να προκαλέσει συμφύσεις. Ο οπαρογονισμός δε του εντέρου, που έγινε από τον εναγόμενο δεν έγινε από αμέλεια του χειρουργού αλλά έγινε στην προσπάθειά του ν' αποκατασταθεί και περισωθεί αυτός. Και ναι μεν στη Γερμανία ότι ήταν "κολημμένο" (έγινε εκτομή) ήτοι αφαιρέθηκε πλην όμως είναι άγνωστο το μήκος του εντέρου, που έχει παραμείνει και αν δεν πάσχει από σύνδρομο βραχέως εντέρου ο ενάγων. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι όπως αποδεικνύεται από το ιστορικό κατά την τρίτη είσοδο του ασθενούς στο Αρεταίειο από τους θεράποντες ιατρούς ετέθη σαφώς η ένδειξη για μία τέτοιου είδους επέμβαση που έγινε στη Γερμανία, κατά τα ανωτέρω αλλά αρνήθηκε ο ίδιος ο ενάγων και τα περιβάλλον την επέμβαση και στις 9/4/1992 εξήλθε σε βαρεία κατάσταση (εμετοί, ουδέν από το στόμα, στοιχειώδης κάλυψη αναγκών και με ορούς κατ' οίκον βλ. κατάσταση ασθενούς). Με τις σκέψεις αυτές δεν αποδεικνύεται ότι η σωματική βλάβη, που προκλήθηκε στον ενάγοντα οφείλεται σε παράβαση από τον εναγόμενο κοινώς αναγνωριζόμενων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σε έλλειψη επιμέλειας και προσοχής αυτών αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται ότι αυτός ενήργησε κατά τους ανωτέρω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα στη διάθεσή του μέσα ο συνετός και επιμελής ιατρός καθόσον αυτός διέγνωσε την νόσο, εφήρμοσε όμως μία από τις περισσότερες εξίσου υποστηριζόμενες στην επιστήμη θεραπευτική αγωγή που στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχε και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται υποχρέωση αυτού για αποζημίωση του ενάγοντος συμφώνως και προς τα όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας για το λόγο ότι αν εφάρμοζε άλλη θεραπεία θα αποφεύγονταν η συγκεκριμένη σωματική βλάβη. Σημειωτέον ότι επί μηνύσεως του ενάγοντος κατά του Κ. Κ. και του εναγομένου για σωματική βλάβη από αμέλεια παρά υπόχρεου, εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 1820/1995 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών με το οποίο εαυτό αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγ/νων για την προναφερομένη αξιόποινη πράξη, που φέρεται ότι τέλεσαν σε βάρος του παθόντος - ενάγοντος. Πρέπει ακολούθως, ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Δεν έσφαλε συνεπώς και κατά την κρίση του Δικ/ρίου αυτού η εκκαλουμένη ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 Α.Κ. και 24 του Α.Ν.1565/1939, που, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι: α ) η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ιατρού μη αφαίρεση του κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως, μήκους 1-2,5 εκ., το οποίο είχε απομείνει από την πρώτη εγχείρηση που πραγματοποίησε πριν από ένα χρόνο ο χειρουργός ιατρός Κ. Κ. , δεν ήταν αναγκαία, διότι το κολόβωμα αυτό δεν παρουσίαζε κατά την επέμβαση που έκανε ο αναιρεσίβλητος φλεγμονή, όπως δεν παρουσίαζε φλεγμονή και κατά την επακολουθήσασα στη Γερμανία ιατρική εξέταση και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση στον ασθενή συμφύσεων και περαιτέρω αποφρακτικού ειλεού, τούτο δε δέχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι πιθανολόγησης, β ) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επέμβασης στο "Αθήναιο", αλλά απλώς έκανε λύση συμφύσεων, ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελική αναστόμωση, η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς, που δεν δημιουργεί κυκλική κυκλοφορία των τροφών, γ ) ότι ο απορρογονισμός του εντέρου κατά τη διάρκεια λύσης των στέρεων συμφύσεων ήταν αναπόφευκτος και δεν εξαρτάται από την προσωπική ικανότητα και εμπειρία του ιατρού, δ ) ότι τα τμήματα του επιπλόου που αφαιρέθηκαν ήταν κατεστραμμένα υπολείμματα ιστών και ήταν ιατρικά επιβεβλημένο να αφαιρεθούν, διότι η παραμονή τους εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας θα δημιουργούσε εστίες φλεγμονής και δημιουργίας περαιτέρω συμφύσεων, ε ) ότι η σκωληκοειδής απόφυση ήταν μεν κατά τον χρόνο της πρώτης εγχείρισης που διενήργησε ο ιατρός Κ. φλεγμονώδης με περισκωληοειδή φλεγμονή (τοπική περιτονίτιδα), χωρίς όμως σημεία διάτρησης και γενικευμένης περιτονίτιδας., στ') ότι η τοπική ως άνω περιτονίτιδα (που προκλήθηκε κατά την πρώτη εγχείρηση που ενήργησε ο ιατρός Κ. ) σε συνδυασμό με την προδιάθεση του οργανισμού του ασθενούς και τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις ήταν η αιτία της δημιουργίας των συμφύσεων και εντεύθεν του ειλεού. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν υπέχει ευθύνη για τις επιπλοκές της υγείας του αναιρεσιβλήτου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας το Εφετείο δεν ήταν απαραίτητο να παραθέσει στην απόφασή του το πλήρες περιεχόμενο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που το ίδιο διέταξε και το πόρισμα της οποίας σαφώς υιοθετεί Οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος α ) "δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει να αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού (παχέως εντέρου)" και β ) "ότι δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επέμβασης, αλλά έκανε λύση συμφύσεων", δεν αντιφάσκουν με άλλες παραδοχές και συγκεκριμένα με την παράθεση στην απόφαση της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσείοντος H. S. , ιατρού της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Μονάχου, ότι το "υπόλειμμα ήταν φλεγμονώδες και ότι είχαν δημιουργηθεί πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες", διότι το δικαστήριο δεν υιοθετεί, αλλά παραθέτει την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα για την αιτιολόγηση και μόνο της διαταχθείσης περαιτέρω ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ενόψει των αντιθέτων προς την κατάθεση αυτή θέσεων και πορισμάτων του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Δ. Λ. , χειρουργού ιατρού, την επί του ζητήματος δε αυτού θέση του άνω Γερμανού ιατρού αποκρούει ευθέως το Εφετείο. Αναφορικά με την αιτία παράλειψης του ιατρού Κ. να αφαιρέσει ολοσχερώς την σκωληκοειδή απόφυση, η περαιτέρω αναφορά του Εφετείου ότι "τα ίδια ισχύουν και ως προς την μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο", συνδέεται προδήλως με την αμέσως επόμενη παραδοχή του ότι (σε κάθε περίπτωση) δεν ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένη η λύση των συμφύσεων του παχέως εντέρου στην περιοχή του τυφλού για τη διερεύνηση κολοβώματος, καθόσον, όπως είχε δεχθεί σε προηγούμενη σκέψη του, υπήρχε κίνδυνος κακώσεων του τοιχώματος του εντέρου με καταστροφικές συνέπειες για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς και δεν υποδηλώνει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να αφαιρέσει το κολόβωμα, επειδή αυτό ήταν φλεγμονώδες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν κατά την (τρίτη κατά σειρά) εγχείρηση που διενήργησε ο εναγόμενος το κολόβωμα της απόφυσης ήταν φλεγμονώδες ή όχι και αν από τη φλεγμονή αυτή προκλήθηκαν οι συμφύσεις και εντεύθεν ο ειλεός και επί του ζητήματος αυτού το Εφετείο δέχθηκε ότι το κολόβωμα δεν ήταν φλεγμονώδες, όπως δεν ήταν και κατά την εξέτασή του στη Γερμανία και ότι περαιτέρω οι συμφύσεις προκλήθηκαν και εντεύθεν ο ειλεός από την τοπική περιτονίτιδα που είχε δημιουργηθεί κατά την πρώτη εγχείρηση του ασθενούς από τον ιατρό Κ. , σε συνδυασμό με την προδιάθεση του ασθενούς και τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις. Το σαφές δηλαδή πόρισμα του Εφετείου είναι ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μη αφαίρεσης από τον εναγόμενο του κολοβώματος της σκωληκοειδούς απόφυσης και της προκλήσεως των συμφύσεων και εντεύθεν του ειλεού.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα στο αν η σωματική βλάβη την οποία υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσιβλήτου χειρουργού, ήτοι αν αυτός ενήργησε κατά τους κοινώς αναγνωριζόμενους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) ή κατά παράβαση των κανόνων αυτών και χωρίς να επιδείξει την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και επιμελής ιατρός κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα στη διάθεση του μέσα. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι εξής παραδοχές: 1) α) "Και ναι μεν αυτός (ο εναγόμενος) δεν προέβη στην ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως, όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει ν' αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού - (παχέως εντέρου)" και β) "...το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων από τον χειρουργό Κ. Κ. στο Ιπποκράτειο η σκωληκοειδής απόφυση ήταν φλεγμονώδης αλλά δεν είχε υποστεί διάτρηση και πιθανόν αυτό να συνετέλεσε το να μη καταστεί δυνατόν ν' αφαιρεθεί ολόκληρη η σκωληκοειδής απόφυση (στην πρώτη αυτή εγχείρηση - αδυναμία προσπελάσεως σε φλεγμονούσα περιοχή) και ν' αφαιρέσει ο πρώτος χειρουργός ένα μικρό "κολόβημα" 1-5,2 εκατοστά.... Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη μη ολοσχερή αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως από τον εναγόμενο". Οι πιο πάνω παραδοχές είναι ασαφείς εξαιτίας της χρήσεως σ' αυτές των αορίστων εκφράσεων "δεν είχε κανένα λόγο" και "πιθανόν" αντίστοιχα, επί πλέον δε και αντιφατικές, αφού κατά την πρώτη (με το στοιχείο α) όταν έγινε η πρώτη χειρουργική επέμβαση από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα δεν υπήρχε φλεγμονή του μη αφαιρεθέντος από τον ιατρό Κ. Κ. κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως του, ενώ κατά τη δεύτερη (με το στοιχείο β) υπήρχε μεν φλεγμονή του κολοβώματος αλλά ο αναιρεσίβλητος δεν το αφαίρεσε λόγω αδυναμίας προσπελάσεως στη φλεγμαίνουσα περιοχή. 2) α) "Ειδικότερα, στις 16/4/1992, (ο ενάγων) εγχειρίστηκε από τον επιμελητή Ρ. , (R. ), κατά την οποία ο ιατρός αυτός βρήκε ένα υπόλοιπο τμήμα σκωληκοειδούς αποφύσεως μήκους 2 εκατοστών, το οποίο κατά τη διατύπωση του στην έκθεση χειρουργείου "....είχε αφαιρεθεί μόνο στη μύτη της και όχι από την εκφυτική της βάση". Το τμήμα αυτό αφαιρέθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, κρίθηκε ακόμη απαραίτητη μία εκτεταμένη εκτομή του λεπτού εντέρου, επειδή το λεπτό έντερο είχε κατατριβεί έως 10 εκατοστά και επειδή επιπλέον υπήρχαν πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες", β) "Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά απλώς έκανε λύση των συμφύσεων ενώ στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικά τελική αναστόμωση, η οποία αφορά την φυσιολογική αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού σωλήνα του ασθενούς που δεν δημιουργεί ποτέ κυκλική κυκλοφορία των τροφών συμφώνως προς τους κανόνες της σύγχρονης ιατρικής" και γ) "Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι (ο εναγόμενος) δημιούργησε εντεροαναστομώσεις και εντερικούς έλικες τυφλής απολήξεως, αφού και κατά τις δύο επεμβάσεις περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων". Οι πιο πάνω παραδοχές είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη (με το στοιχείο α) και μάλιστα με την τελευταία πρόταση αυτής (που δεν συνιστά παράθεση ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ούτε παράθεση του περιεχομένου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου) το εφετείο δέχεται ότι μετά τις δύο επεμβάσεις που έγιναν από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα είχαν δημιουργηθεί στον τελευταίο πολλές εντεροαναστομώσεις με εν μέρει τυφλά απολήγουσες έλικες, με τη δεύτερη (με το στοιχείο β) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις στη διάρκεια της πρώτης επεμβάσεως στο "Αθήναιον" αλλά ότι απλώς έκανε λύση των συμφύσεων και ότι στη δεύτερη επέμβαση στο "Αρεταίειο" προέβη σε περιορισμένη εκτομή και τελικοτελική αναστόμωση, με την τρίτη δε (με το στοιχείο γ) ότι και κατά τις δύο επεμβάσεις ο αναιρεσίβλητος περιορίστηκε στη λύση των συμφύσεων. Σημειώνεται ότι η ασάφεια των παραδοχών της προσβαλλομένης επιτείνεται λόγω της εσφαλμένης αναγραφής πολλών λέξεων και ιδίως ιατρικών όρων, η οποία καθιστά το περιεχόμενο της δυσνόητο, όπως: α) ήταν έντονα "διατεταγμένες" ("διατεταμένες";) οι έλικες του λεπτού εντέρου, β) τον "αυτό" ("αυλό";) του ειλεού, γ) την "ειλεοτυφική" ("ειλεοτυφλική";) βαλβίδα, δ) "εγκυστάμένη" ("εγκυστωμένη";) συλλογή ορώδους υγρού, ε) του λεπτού εντέρου που ήταν "καθυλωμένο" ("καθηλωμένο";), στ) αναφέρει επεισόδια εμέτων "τρομώδους" ("τροφώδους";) περιεχομένου, ζ) "αναφέρθηκε" ("αφαιρέθηκε";) μικρό τμήμα λεπτού εντέρου, η) έντονος παφλασμός και "διάσταση" ("διάταση";) στομάχου, θ) "περιτονιακή" ("περιτοναϊκή";) κοιλότητα, ι) "κολόβημα" ("κολόβωμα";), ια) οι συμφύσεις υποτροπιάζουν λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων "συμφυσιολύσεις" ("συμφυσιολύσεως";), ιβ) σε όσο περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις "συμφολύσεις" ("συμφυσιολύσεως";) υποβληθεί κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να ξαναναπτύξει συμφύσεις, ιγ) "παραγονισμοί" ("απορογονισμοί";) και ιδ) "οπαρογονισμός" ("απορογονισμός";).

Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του δικαστηρίου, έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς, πλήρους και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη μη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 24 του Α.Ν. 1565/1939, 652, 330 και 914 Α.Κ. και δέχθηκε εντελώς εσφαλμένα ότι " δεν αποδείχθηκε αμέλεια του εναγομένου, καθόσον αυτός δήθεν ενήργησε κατά τους κανόνες της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, ότι πράγματι αυτός δεν προέβη στην αφαίρεση της σκωληκοειδούς αποφύσεως, όμως δεν είχε κανένα λόγο να ψάξει να αφαιρέσει το υπόλειμμα της σκωληκοειδούς αποφύσεως, αφού δεν υπήρχαν σημεία φλεγμονής στην περιοχή του τυφλού και ότι δεν δημιούργησε εντεροαναστομώσεις κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων. Έκρινε δε περαιτέρω, εσφαλμένως, ότι δεν αποδεικνύεται, ότι η σωματική βλάβη που προκλήθηκε σε μένα, οφείλεται σε παράβαση από τον αναιρεσίβλητο, κοινώς αναγνωριζομένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και σε έλλειψη επιμελείας και προσοχής αυτών, αλλά αντιθέτως, ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε κατά τους ανωτέρω κανόνες (Leges artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις, ο συνετός και επιμελής ιατρός, δεχόμενη ότι ο αντίδικος διέγνωσε μεν τη νόσο, εφάρμοσε όμως μια από τις περισσότερες εξ ίσου υποστηριζόμενες στην επιστήμη θεραπευτική αγωγή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχε, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται υποχρέωση του για αποζημίωση ", ενώ από την κατάθεση του Γερμανού ιατρού H. S. και τα έγγραφα της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Μονάχου "Λουδοβίκος Μαξιμιλιανός", στην οποία νοσηλεύτηκε στη συνέχεια ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε παρά τους αναγνωριζόμενους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, οι οποίοι επέβαλαν την αφαίρεση του κολοβώματος της σκωληκοειδούς αποφύσεως, την μη πρόκληση εντεροαναστομώσεων και την αποφυγή αφαίρεσης του οσφυϊκού χιτώνα, ακολούθησε δε μη εσφαλμένη και μη εξ ίσιου αναγνωριζόμενη θεραπευτική μέθοδο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα και παρατίθενται κατά την έρευνα του προηγούμενου αναιρετικού λόγου δεν στοιχειοθετούν αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και δεν πληρούν το πραγματικό των άνω διατάξεων, κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος, υπό την επίφαση της θεμελιώσεως του στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ) είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Απριλίου 2008 αίτηση του Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 5196/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή