Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1188 / 2018    (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1188/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. (A.) Ν. (N.) του Ν. (D.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Πασχάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανιάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Τσοκανά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3) Σ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Κανελλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 4) Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19-8-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν η 198/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 288/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-4-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Νόμιμα φέρεται, με την από 23-10-2017 κλήση του αναιρεσείοντος, η από 11-4-2016 αίτηση αναιρέσεως αυτού κατά της 288/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ύστερα από τη ματαίωση της συζητήσεως που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 19-9-2017.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../29-11-2017 έκθεση επιδόσεως του Χ. Π., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαβρύτων και τις συνημμένες σε αυτήν βεβαιώσεις, ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (6-2-2018), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτόν (ΚΠολΔ 128 παρ.4). Ο αναιρεσίβλητος αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως νέα κλήτευση αυτού (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3. Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α’ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ("εργατικό ατύχημα"), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ’ αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής.
4. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας). Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330 εδ. β’ ), αποτελεί αόριστη νομική έννοια της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία. Υποχρέωση προς ενέργεια απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται στον εργοδότη να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο πρόνοιας, χάριν προστασίας της ζωής ή της υγείας του εργαζόμενου. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.
5. Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ’ αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε ειδικές δεσμευτικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπουν μια γενική εποπτεία. Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται η κατά το άρθρο 922 ΑΚ αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του.
Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή των υπ’ εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος έχει υποχρέωση να υπακούει στις οδηγίες του και θεωρείται ως προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 1048/2018).
6. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/ 1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 959/2018). Για τον προσδιορισμό της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, που συνεκτιμάται με τις λοιπές περιστάσεις (ΑΠ 1524/2005).
7. Επί οικοδομικών εν γένει εργασιών, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων (προεχόντως) του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού - μέτρα ασφαλείας", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του π.δ. 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-6-1992 "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια". Από τις διατάξεις των ως άνω νόμων συνάγεται ότι α) σε περίπτωση που ο κύριος του έργου έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, β) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου ή στον εργολάβο ή στον κατά περίπτωση υπεργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος και γ) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου και ο προστηθείς από αυτόν υπεργολάβος τμήματος αυτού έχει, επίσης, νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ανεξάρτητα προς το αν δόθηκαν ή μη σ’ αυτόν σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό. Και ειδικότερα, αν το έργο πρόκειται να εκτελεσθεί σε επαφή ή με προσέγγιση των εργαζομένων σε πλησίον διερχόμενο ηλεκτροφόρο αγωγό, πρέπει να ληφθούν μέτρα που να αποβλέπουν είτε στην εξουδετέρωση του αγωγού (μετατόπιση αυτού ή διακοπή της παροχής με παρέμβαση της αρμόδιας υπηρεσίας, εγκιβωτισμός με πρωτοβουλία του εργοδότη ή των προστηθέντων) είτε στην αποτροπή βλάβης των εργαζομένων από την τυχαία επαφή με τον αγωγό (συμβουλευτική ενημέρωση και χορήγηση προστατευτικού εξοπλισμού από τα ως άνω πρόσωπα), ανεξαρτήτως του αν προ της ενάρξεως των εργασιών ενημερώθηκε ή όχι η αρμόδια υπηρεσία από τον έχοντα την υποχρέωση να λάβει τα μέτρα ασφαλείας (ΑΠ 1154/2018).
8. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, Ε. Γ., συνταξιούχος στρατιωτικός, προτιθέμενος κατά το έτος 2006 να ανεγείρει διώροφη οικοδομή σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, στα Ρ. Κ., ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Χ. Κ., πολιτικό μηχανικό, την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση της οικοδομικής άδειας και την επίβλεψη του έργου που επρόκειτο να εκτελεσθεί. Ότι, παράλληλα, ο ως άνω κύριος του έργου, μη διαθέτοντας τις προς τούτο απαιτούμενες γνώσεις και διαμένοντας μόνιμα στην Αθήνα, κατόπιν υποδείξεως του επιβλέποντος μηχανικού, ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Σ. Β., κάτοικο ... και εργολάβο οικοδομών, να κατασκευάσει με δικά του μέσα και εργατοτεχνικό προσωπικό το φέροντα οργανισμό της οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα. Ότι το έργο που ανέλαβε ο αναιρεσείων περιλάμβανε την κατασκευή του ξυλοτύπου, την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού και τη ρίψη του σκυροδέματος. Ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, ανέθεσε την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού στον τέταρτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Κ. Α., υπεργολάβο σιδερά. Ότι ο τελευταίος είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολούσε στο συνεργείο του τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα. Ότι ο κύριος του έργου ουδεμία ανάμειξη είχε στην επιλογή του υπεργολάβου και του προσωπικού που εκείνος θα χρησιμοποιούσε, ούτε είχε σχέση με τους εργαζόμενους στο έργο, με τους οποίους ούτε προσωπική γνωριμία είχε ούτε σε κάποια συμφωνία είχε έλθει. Ότι ο κύριος του έργου είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή για τις εργασίες του καλουπώματος και σιδερώματος (40.000 ευρώ, για εργατικά, υλικά, ασφάλιστρα κλπ, συν το εργολαβικό κέρδος) στον εργολάβο, ο οποίος θα πλήρωνε τον υπεργολάβο κατά τη μεταξύ τους συμφωνία. Ότι το συνεργείο του εργολάβου και το συνεργείο του υπεργολάβου σιδηρού οπλισμού, δουλεύοντας εκ περιτροπής, κατασκεύασαν το υπόγειο της οικοδομής, ήτοι δάπεδο υπογείου, σκελετό υπογείου και οροφή υπογείου και στη συνέχεια κατασκεύασαν τον ξυλότυπο του σκελετού και της οροφής του υπερυψωμένου ισογείου. Ότι ο ενάγων, ως μέλος του συνεργείου του υπεργολάβου σιδηρού οπλισμού, την 3-5-2007 συμμετείχε στις εργασίες σιδερώματος στο σκελετό και στην οροφή του υπερυψωμένου ισογείου της οικοδομής. Ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, χρειάστηκε να μεταφέρει μια δεσμίδα που αποτελείτο από 8 σιδερόβεργες και είχε διάμετρο οκτώ (8) εκατοστών και μήκος πέντε (5) μέτρων περίπου, για να την κατεβάσει από το επίπεδο του πρώτου ορόφου, μέσω της καλουπωμένης κλίμακας της οικοδομής, στο δάπεδο του ισογείου. Ότι κρατούσε τις σιδερόβεργες με το δεξί του χέρι, τις ακουμπούσε στο δεξιό του ώμο και τις στήριζε με το αριστερό του χέρι. Ότι κατά τη μεταφορά οι σιδερόβεργες ακούμπησαν σε ρευματοφόρο αγωγό μέσης τάσης, που διερχόταν άνωθεν της οικοδομής και εγκάρσια αυτής, σε απόσταση τριών (3) περίπου μέτρων από το επίπεδο του πρώτου ορόφου. Ότι εξ αυτού ο ενάγων υπέστη ηλεκτροπληξία. Ότι μετά την παροχή πρώτων βοηθειών, ο ενάγων χρειάσθηκε νοσηλεία μέχρι την 1-8-2007, διότι όπως διαπιστώθηκε είχε υποστεί σοβαρό ηλεκτρικό έγκαυμα στα κάτω άκρα άμφω (έγινε ακρωτηριασμός του αριστερού ποδιού, κάτω από το γόνατο, λόγω ισχαιμικής νέκρωσης), καθώς και στη δεξιά τραχηλική χώρα (επήλθε αποκάλυψη της γνάθου) και στο πρόσωπο δεξιά. Ότι παρά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις και τις εν γένει προσπάθειες αποκατάστασης, κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 80%, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 7-12-2007 έως 31-12-2010. Ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος υπήρξε αποτέλεσμα συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του εργολάβου, του επιβλέποντος μηχανικού και του υπεργολάβου σιδερά, συνιστάμενης στο ότι αυτοί, αν και είχαν νομική υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, α) πριν από την έναρξη εργασιών, δεν ειδοποίησαν εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία (ΔΕΗ) ως προς τη διέλευση ρευματοφόρου αγωγού μέσης τάσης άνωθεν της οικοδομής, προκειμένου να διερευνηθεί η λήψη μέτρων για να εργαστούν με ασφάλεια οι οικοδόμοι και, ειδικότερα, δεν ζήτησαν διακοπή της διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος από το συγκεκριμένο αγωγό κατά το χρόνο που θα εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες στην οροφή του ισογείου (άρθρα 78 και 79 του π.δ. 1073/1981) και β) κατά τη διάρκεια των εργασιών, δεν κάλυψαν με σανίδωμα το ρευματοφόρο αγωγό, δεν εφοδίασαν με αντιηλεκτροπληξιακό εξοπλισμό (μονωτικά γάντια, πλαστικές μπότες και κράνος) τους εργαζόμενους και δη τον ενάγοντα και δεν είχαν διαρκή επίβλεψη αυτού, ώστε να αποφευχθεί η επαφή τού υπ’ αυτού μετακινούμενου σιδηρού οπλισμού με το ρευματοφόρο αγωγό (άρθρα 78, 102, 103 και 111 του π.δ. 1073/1981). Ότι, ειδικότερα, ο εργολάβος έχει ευθύνη για το ατύχημα ως προστήσας τον υπεργολάβο σιδερά, που ήταν ο φυσικός εργοδότης του παθόντος, οπότε παραμένει νομικά αδιάφορο το αν αυτός, ως εργολάβος, είχε διαφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στον υπεργολάβο. Ότι, αντιθέτως, ο κύριος του έργου, που κατοικούσε στην Αθήνα και ήταν άσχετος προς τις οικοδομικές εργασίες, δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την επίβλεψη και διεύθυνση της εκτέλεσης του έργου και για το λόγο αυτό δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του προστήσαντος έναντι του εργολάβου, του επιβλέποντος μηχανικού και του υπεργολάβου σιδερά. Ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που θεμελιώνουν αμέλεια του παθόντος ως προς την επέλευση του ατυχήματος. Ότι, ειδικότερα, ο ενάγων μετέφερε τις σιδερόβεργες κατόπιν εντολής του υπεργολάβου και, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως οικονομικός μετανάστης παρέχων εξαρτημένη εργασία δεν είχε την ευχέρεια ούτε να διαμαρτυρηθεί για την επικινδυνότητα της μεταφοράς ούτε να την εκτελέσει με ασφαλέστερο τρόπο, αφού για να περάσει τις σιδερόβεργες από την καλουπωμένη κλίμακα που οδηγούσε στο δάπεδο του ισογείου, λόγω του μεγάλου μήκους αυτών, έπρεπε οπωσδήποτε να τις υψώσει κάθετα ή να προσδώσει σ’ αυτές πολύ μεγάλη κλίση σε σχέση με το δάπεδο, με συνέπεια η έκθεσή του στον κίνδυνο της επαφής τού ενός άκρου αυτών με το ρευματοφόρο αγωγό, ακόμη και αν τον είχε αντιληφθεί, να γίνει αναπόφευκτη.
9. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα στην επέλευση του οποίου συνέβαλε συγκλίνουσα αμέλεια του επιβλέποντος μηχανικού, του εργολάβου και του υπεργολάβου σιδερά (ήτοι των δευτέρου, τρίτου και τέταρτου εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων), χωρίς παράλληλη ευθύνη του κυρίου του έργου και χωρίς συντρέχουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτού, α) απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος παθόντος, β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση τη έφεσης του εναγομένου υπεργολάβου σιδερά, γ) έκανε κατ’ ουσίαν δεκτές τις εφέσεις των εναγομένων επιβλέποντος μηχανικού και εργολάβου, δ) εξαφάνισε εν μέρει την τότε εκκαλουμένη 198/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου ως προς τους ως άνω τρεις υπευθύνους, με συνέπεια αυτή να παραμείνει ισχυρή μόνο κατά το μέρος με το οποίο είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως προς τον κύριο του έργου και ε) δίκασε εκ νέου και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς τους ως άνω τρεις υπευθύνους, τους οποίους, ύστερα από νέα στάθμιση του εύλογου ποσού, υποχρέωσε εις ολόκληρο να καταβάλουν στον εργαζόμενο 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από το ατύχημα (το πρωτοδικείου είχε επιδικάσει 300.000 ευρώ). Με την κρίση αυτή, το εφετείο υπήγαγε προσηκόντως τις πραγματικές του παραδοχές, τις οποίες με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε, στις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας. Πράγματι, δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως προς τον κύριο του έργου ότι μόνο με το μηχανικό και τον εργολάβο είχε συμβληθεί και ότι στο δεύτερο από αυτούς είχε αναθέσει εξ ολοκλήρου την εκτέλεση του έργου κατασκευής του εξ οπλισμένου σκυροδέματος σκελετού της οικοδομής, χωρίς να επιφυλάξει για τον εαυτό του δικαίωμα διεύθυνσης ή επίβλεψης. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος θα έπρεπε να έχει χαρακτηρισθεί, κατ’ ορθή υπαγωγή, ως ο άμεσος εργοδότης του παθόντος ή, σε κάθε περίπτωση, ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και, κατόπιν αυτού, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
10. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη την από 23-11-2007 προανακριτική έκθεση εξέτασης του δευτέρου αναιρεσίβλητου ως κατηγορούμενου, στην οποία αυτός παραδέχεται ότι σε συζήτηση μεταξύ του ιδίου, του κυρίου του έργου και του εργολάβου, πριν από την έναρξη των εργασιών, είχε επισημανθεί το πρόβλημα από την άνωθεν του οικοπέδου διέλευση ηλεκτροφόρου αγωγού, αλλά από τους δύο τελευταίους προκρίθηκε η αναβολή της αντιμετώπισής του μέχρι τη στρώση της πλάκας οροφής του ισογείου. Το γεγονός, όμως, ότι ο κύριος του έργου είχε λάβει γνώση του κινδύνου από τη διέλευση ηλεκτροφόρου αγωγού πάνω από το οικόπεδο, ακόμη και αν είχε αποτελέσει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, δεν θα αρκούσε για να καταστήσει τον κύριο του έργου προστήσαντα τον εργολάβο και, ως εκ τούτου, ευθυνόμενο αντικειμενικώς. Ως προς δε την ενδεχόμενη υποκειμενική του ευθύνη, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σαφή παραδοχή περί του ότι ο κύριος του έργου είχε αναθέσει εξ ολοκλήρου τη λήψη των αναγκαίων μέτρων στον επιβλέποντα μηχανικό και στον εργολάβο. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αποβαίνει αλυσιτελής.
11. Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην πρόσφατη ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου. Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υποχρέου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ 371/2018).
12. Στο άρθρο 932 εδ. α’ ΑΚ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Η διάταξη αυτή αποβλέπει σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ’ αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο προκάλεσε σ’ αυτόν η αδικοπραξία. Παράλληλα, όμως, η ίδια διάταξη οριοθετεί την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015). Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν. Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ. ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό τής κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος. Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ’ ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015). Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή/και αρ.19).
13. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες το ότι το εφετείο, κατά την κρίση του ως προς το "εύλογο" του χρηματικού ποσού που επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση, α) συνεκτίμησε τις "τρέχουσες οικονομικές συνθήκες", ενώ το κριτήριο αυτό δεν χρησιμοποιείται από την κρατούσα νομολογία και β) παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Οι εξεταζόμενοι λόγοι ελέγχονται αβάσιμοι διότι, ως προς τον τρίτο λόγο, οι "τρέχουσες οικονομικές συνθήκες" εμπίπτουν στις περιστάσεις "τόπου και χρόνου", οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, διαμορφώνουν την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που πρέπει να συνεκτιμάται. Και περαιτέρω, ως προς τον τέταρτο λόγο, από τις προαναφερθείσες περιστάσεις (βλ. παραπάνω, αρ.8) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κινήθηκε μέσα όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής (όχι της περιουσιακής) βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
14. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα όσων από τους αναιρεσίβλητους παραστάθηκαν, που είχαν αυτοτελή υπεράσπιση και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμοι αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 288/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα ενός εκάστου από τους παραστάντες αναιρεσίβλητους.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή